Επενδύοντας στην υγεία των γυναικών: Προκλήσεις και προοπτικές για το σύστημα υγείας – Σ.Τ.

Το λεγόμενο «gender health gap», δηλαδή το χάσμα στην υγεία λόγω του φύλου, μια από τις πιο υποτιμημένες, αλλά κρίσιμες διαστάσεις της δημόσιας υγείας ανέδειξε η ξεχωριστή συνεδρία που ήταν αφιερωμένη στην υγεία των γυναικών, με συντονίστρια την κ. Παρασκευή Μιχαλοπούλου, Πρόεδρο του Πανελληνίου Συλλόγου Γυναικών με Καρκίνο Μαστού «Άλμα Ζωής».

 

Η συνεδρία κατέδειξε πώς η ποιότητα, η προσβασιμότητα και η ισότητα στη φροντίδα υγείας για τις γυναίκες μπορούν να ενισχυθούν μέσα από τεκμηριωμένες πολιτικές, νέα πρότυπα φροντίδας και ενσωμάτωση της έμφυλης διάστασης σε κάθε επίπεδο του συστήματος υγείας.

Πρώτη έλαβε τον λόγο, η κ. Ελευθερία Καραμπλή, από το Εργαστήριο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (LabHTA) της Σχολής Δημόσιας Υγείας, ΠΑΔΑ, η οποία επικεντρώθηκε στον καρκίνο του μαστού. Η ομιλήτρια παρουσίασε τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 2024 και η οποία εξέταζε τις επιπτώσεις της νόσου στις ασθενείς και στις οικογένειές τους, καθώς και τα εμπόδια που περιόριζαν την πρόσβαση στη φροντίδα υγείας.

Όπως ανέφερε η κ. Καραμπλή, η έρευνα έδειξε ότι το ποσοστό των γυναικών που είχαν εντοπίσει το πρόβλημα σε κάποιον προληπτικό έλεγχο (και όχι τυχαία ή κατόπιν εμφάνισης συμπτωμάτων) ήταν αυξημένο σε σχέση με προηγούμενη έρευνα του 2014, ενώ υψηλότερο ήταν και στις γυναίκες που είχαν ιδιωτική ασφάλιση. Οι τυχόν καθυστερήσεις στην αναζήτηση γιατρού οφείλονταν στο ότι οι γυναίκες δεν σκέφτηκαν ότι μπορεί να πρόκειται για καρκίνο ή στις πολλές οικογενειακές ή επαγγελματικές υποχρεώσεις. Οι μισές συμμετέχουσες αντιμετώπισαν ένα ή περισσότερα εμπόδια όταν θέλησαν να κλείσουν ραντεβού με γιατρό: λίστες αναμονής, έλλειψη της σχετικής ειδικότητας στον τόπο διαμονής τους, μεγάλη γεωγραφική απόσταση από την υπηρεσία υγείας που χρειάζονταν ή κάποια άλλη δυσκολία. Ενώ η πλειονότητα των βιοψιών και των χειρουργικών επεμβάσεων (61,5%) πραγματοποιούνταν σε ιδιωτικές δομές, οι επόμενες θεραπείες (χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία, ακτινοθεραπεία) ήταν πιο ισότιμα μοιρασμένες μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών νοσοκομείων. Σε ό,τι αφορά την ψυχολογική υποστήριξη, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει πολύ σε σχέση με την έρευνα του 2014, παρατήρησε η κ. Καραμπλή. Περίπου 40% των συμμετεχουσών αναζήτησαν επαγγελματική ψυχολογική υποστήριξη (ποσοστό που συσχετιζόταν με το μορφωτικό επίπεδο), ενώ η μη λήψη της οφειλόταν στο κόστος των επισκέψεων και στις οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις των γυναικών.

Παρόλο που το κόστος της θεραπείας καλυπτόταν από την κοινωνική και την ιδιωτική ασφάλιση, 68,5% των συμμετεχουσών κατέβαλαν πληρωμές από την τσέπη τους, οι οποίες ανέρχονταν κατά μέσον όρο στα 4.600 ευρώ και οι οποίες κάποιες φορές προέρχονταν από δανεισμό ή ακόμη και από πώληση περιουσιακών στοιχείων.

Η νόσος είχε επιπτώσεις στην εργασιακή κατάσταση των γυναικών, καθώς 58,5% πήραν αναρρωτική άδεια (με αποδοχές), 30,6% πήραν άδεια άνευ αποδοχών και 7,8% παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους. Σημαντικές ήταν οι επιπτώσεις και για το οικογενειακό τους περιβάλλον, καθώς συγγενικά τους πρόσωπα επιστρατεύθηκαν για να τις βοηθήσουν, πολλές φορές εγκαταλείποντας την εργασία τους (25,4%) ή μετακομίζοντας μόνιμα ή προσωρινά από τον τόπο κατοικίας τους (26,4%). Όλα αυτά δημιουργούν μεγάλη οικονομική και ψυχολογική πίεση στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού.

Τέλος, η κ. Καραμπλή επισήμανε κάποιες προκλήσεις που αναδεικνύονται για την πολιτική υγείας, όπως η βιωσιμότητα των προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, η χρήση δεικτών για τον μέγιστο χρόνο αναμονής έως τη διάγνωση και τη θεραπεία, η παροχή ολιστικής και διεπιστημονικής φροντίδας, αλλά και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης σε όλα τα στάδια της νόσου, η αντιμετώπιση των γεωγραφικών ανισοτήτων στην πρόσβαση σε φροντίδα υγείας και η διατομεακή συνεργασία για την υποστήριξη των γυναικών με καρκίνο σε όλες τις πτυχές της ζωής τους που επηρεάζονται από τη νόσο (οικογένεια, εργασία, οικονομική κατάσταση).

Στη συνέχεια, η κ. Βασιλική Τσιάντου, οικονομολόγος υγείας, Γ.Ν. Τρικάλων και συνεργάτιδα έρευνας Εργαστήριο ΑΤΥ του ΠΑΔΑ, παρουσίασε τα αποτελέσματα μιας βιβλιογραφικής ανασκόπησης που πραγματοποιήθηκε το 2025 σχετικά με τη φροντίδα των καρκίνων που προσβάλλουν τις γυναίκες (καρκίνος του μαστού και γυναικολογικοί καρκίνοι), με σκοπό αφενός να αξιολογήσει τη λειτουργία του ελληνικού συστήματος υγείας και αφετέρου να αναπτύξει τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής για τη βελτίωση αυτής της λειτουργίας. Η κ. Τσιάντου εστίασε σε τέσσερις τομείς.

Ξεκινώντας από τα ζητήματα διακυβέρνησης, η ομιλήτρια ανέδειξε τη μεγάλη επιρροή που ασκούν οι πολιτικοί κύκλοι στην πολιτική υγείας, καθώς και την ελλιπή παρακολούθηση, καταγραφή και αξιολόγηση των πολιτικών και των δράσεων, την περιορισμένη διατομεακή συνεργασία και την αποσπασματική συλλογή δεδομένων υγείας. Πρόσθεσε, ωστόσο, πως η αυξημένη συμμετοχή των ενώσεων ασθενών στη λήψη αποφάσεων, η δημιουργία του Εθνικού Αρχείου Νεοπλασιών και η αναμενόμενη εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο ανοίγουν νέες προοπτικές σε αυτόν τον τομέα.

Σε ό,τι αφορά τη δημιουργία πόρων, το σύστημα υγείας έρχεται αντιμέτωπο με προκλήσεις όπως οι γεωγραφικές ανισότητες στην κατανομή των πόρων, η έλλειψη ειδικών επαγγελματιών υγείας (παθολογοανατόμων, ακτινοθεραπευτών, ειδικευμένων νοσηλευτών), η απουσία συστήματος ενιαίας καταγραφής του ανθρώπινου δυναμικού και του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, το ελλιπές πλαίσιο συνεχιζόμενης εκπαίδευσης των επαγγελματιών υγείας και η παραμέληση των υποδομών ανακουφιστικής φροντίδας. Στον αντίποδα, ο σχεδιασμός για ανάπτυξη κέντρων μαστού και ολοκληρωμένων κέντρων καρκίνου, η προώθηση της κατ’ οίκον φροντίδας, η λειτουργία κλινικής επιζώντων καρκίνου και η ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών υγείας δημιουργούν κάποια αισιοδοξία για βελτίωση της κατάστασης.

Η κ. Τσιάντου συνέχισε με το ζήτημα της χρηματοδότησης, η οποία είναι διαχρονικά ελλιπής στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας και των υποστηρικτικών υπηρεσιών. Η συλλογή δεδομένων και η αξιοποίησή τους μπορεί να συμβάλει σε μια πιο ορθολογική κατανομή των περιορισμένων πόρων, δήλωσε η κ. Τσιάντου, η οποία πρότεινε επίσης μέτρα όπως τη θέσπιση ειδικών φόρων υπέρ της υγείας, τη δημιουργία ταμείων καινοτομίας, την αμοιβή των επαγγελματιών υγείας βάσει αποτελεσμάτων, την παροχή επιδομάτων ή φορολογικών ελαφρύνσεων για τους άτυπους φροντιστές και την αποτελεσματικότερη κάλυψη της ψυχολογικής υποστήριξης και των υπηρεσιών αποκατάστασης.

Τέλος, στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, η έρευνα ανέδειξε τις δυσκολίες πρόσβασης σε προσυμπτωματικό έλεγχο, ιδίως για τις γυναίκες που ζουν σε απομακρυσμένες και νησιωτικές περιοχές, τις καθυστερήσεις στην έγκαιρη διάγνωση, την απουσία διεπιστημονικής ομάδας φροντίδας στην ΠΦΥ για την αξιολόγηση του ψυχολογικού και κοινωνικού φορτίου της νόσου, την ανεπαρκή φροντίδα για διατήρηση της γονιμότητας, τις δυσκολίες στην αποκατάσταση του στήθους σε γυναίκες με χαμηλότερο εισόδημα και την ανεπαρκή παροχή ψυχολογικής υποστήριξης, ανακουφιστικής φροντίδας και κατ’ οίκον φροντίδας. Ωστόσο, η ένταξη του εμβολιασμού κατά του HPV στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, η σταδιακή υλοποίηση προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, η δημιουργία ψηφιακών ογκολογικών συμβουλίων με σκοπό τη διασύνδεση των απομακρυσμένων περιοχών με μεγάλα ογκολογικά κέντρα, η δημιουργία ειδικών ομάδων καθοδήγησης ογκολογικών ασθενών στα νοσοκομεία και η χρήση των ψηφιακών εργαλείων για τους ογκολογικούς ασθενείς αναμένεται ότι θα βελτιώσουν την παρεχόμενη φροντίδα.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία της, η κ. Τσιάντου τόνισε τη σημασία της ευαισθητοποίησης τόσο των γιατρών όσο και του πληθυσμού σχετικά με την πρόληψη, ενώ εξήρε επίσης το έργο των ενώσεων ασθενών, όπως το «Άλμα Ζωής». Δήλωσε, τέλος, ότι το έδαφος έχει πλέον ωριμάσει και εξέφρασε την αισιοδοξία της για το μέλλον.

Παίρνοντας με τη σειρά της τον λόγο, η κ. Σοφία Καλανταρίδου, καθηγήτρια μαιευτικής-γυναικολογίας Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., διέτρεξε όλες τις φάσεις της ζωής μιας γυναίκας, υπογραμμίζοντας αρχικά ότι η ενημέρωση και η πρόληψη στις γυναίκες θα πρέπει να ξεκινούν ήδη από την παιδική και εφηβική ηλικία και να συνεχίζονται στη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας και της εμμηνόπαυσης.

Η κ. Καλανταρίδου τόνισε πως τα κορίτσια θα πρέπει να ενημερώνονται από νωρίς για την περίοδο και τα προβλήματά της, καθώς και για την αντισύλληψη και τους τρόπους αποφυγής των ανεπιθύμητων κυήσεων, προκειμένου να μη φθάνουμε να χρησιμοποιείται το χάπι της επόμενης ημέρας ως μέθοδος αντισύλληψης. Η ομιλήτρια τόνισε επίσης τη σημασία του εμβολιασμού κατά του ιού HPV, όχι μόνο στα κορίτσια αλλά και στα αγόρια, και έδωσε έμφαση στη σημασία της σωστής ενημέρωσης για την πρόληψη των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων, προκειμένου να αποφευχθούν μετέπειτα επιπλοκές στη γονιμότητα. Τέλος, επισήμανε την αξία της έγκαιρης αντιμετώπισης του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών, το οποίο συνδέεται με εμφάνιση πολλών νοσημάτων σε μεγαλύτερη ηλικία.

Αφού αναφέρθηκε στο προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο και την ανεπαρκή φροντίδα του στην Ελλάδα, η κ. Καλανταρίδου πέρασε στην ενήλικη ζωή και στη σημασία της πρόληψης των επιπλοκών στη διάρκεια της κύησης, τονίζοντας εμφατικά ότι η εγκυμοσύνη συνιστά ένα «stress test» για τις γυναίκες, καθώς οι επιπλοκές που θα εμφανίσουν στη διάρκεια της κύησης αποτελούν δείκτη μετέπειτα προβλημάτων, όπως ισχαιμικής καρδιοπάθειας, μεταβολικού συνδρόμου και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Επισήμανε δε, την απουσία μακροχρόνιας παρακολούθησης των γυναικών που εμφάνισαν τέτοιες επιπλοκές. Η ομιλήτρια πρόσθεσε πως η ευρεία πλέον χρήση του ΠΑΠ test και της μαστογραφίας σώζουν ζωές, αλλά παρατήρησε ότι δεν δίνεται η ίδια προσοχή στην πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων στις γυναίκες – ως αποτέλεσμα, μόνο 3% των γυναικών πεθαίνουν από καρκίνο του μαστού, ενώ μία στις δύο πεθαίνει από καρδιαγγειακό νόσημα.

Τέλος, αναφερόμενη στην εμμηνόπαυση, η κ. Καλανταρίδου επισήμανε πως παρόλο που αποτελεί μια φυσιολογική κατάσταση, δεν παύει να συνοδεύεται από πολύ σημαντικές μεταβολές, στις οποίες θα πρέπει να δίνεται η δέουσα σημασία, καθώς οι γυναίκες περνούν το ένα τρίτο της ζωής τους στην εμμηνόπαυση. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις συνέπειες της πρώιμης εμμηνόπαυσης και των εξάψεων, οι οποίες συνδέονται με διαταραχή του μεταβολισμού, αγγειακή φλεγμονή, κατάθλιψη και σεξουαλική δυσλειτουργία.

Η ομιλήτρια δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις επιπτώσεις που θα έχει η κλιματική αλλαγή στην υγεία των γυναικών, με αύξηση των περιστατικών πρώιμης αδρεναρχής, αποβολών, υπογονιμότητας και πρώιμης εμμηνόπαυσης, και ολοκλήρωσε την ομιλία της υπογραμμίζοντας για μία ακόμη φορά πως η ενημέρωση και η πρόληψη από τα πρώτα χρόνια του σχολείου είναι στρατηγικές που δεν κοστίζουν ιδιαίτερα και που προστατεύουν την υγεία των γυναικών, εξοικονομώντας συγχρόνως πόρους για το σύστημα υγείας.

Τέλος, η κ. Ζέφη Δημαδάμα, λέκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και τέως Γενική Γραμματέας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ανέλυσε περισσότερο τις έμφυλες ανισότητες που παρατηρούνται στη φροντίδα υγείας των γυναικών. Η ομιλήτρια επισήμανε ότι ορισμένα θέματα που παραμένουν ταμπού, όπως η έμμηνη ρύση και η εμμηνόπαυση, δεν συζητούνται όσο θα έπρεπε και δεν εξετάζονται επαρκώς οι συνέπειές τους, ενώ τα στερεότυπα που τα περιβάλλουν αναγκάζουν τις γυναίκες να μη φροντίζουν σωστά την υγεία τους, στην προσπάθειά τους να μη φανούν υποδεέστερες των ανδρών και να μην αποκλειστούν από θέσεις εργασίας. Η ομιλήτρια κατέρριψε επίσης το στερεότυπο γύρω από το γεγονός ότι οι γυναίκες ζουν περισσότερα χρόνια, αναφέροντας ότι παρόλο που το προσδόκιμο επιβίωσης είναι πράγματι υψηλότερο για τις γυναίκες από ό,τι για τους άνδρες, τα έτη υγιούς ζωής είναι περίπου ίσα, εξαιτίας των ανισοτήτων που επιβαρύνουν την υγεία των γυναικών, συμπεριλαμβανομένου του καθιερωμένου ρόλου τους ως φροντιστριών των αδύναμων μελών της οικογένειας. Στηλίτευσε επίσης την τάση να υποβαθμίζονται το άγχος ή η κατάθλιψη που μπορεί να νιώθουν οι γυναίκες μετά από τη γέννηση ενός παιδιού ή μια αποβολή και την ευκολία με την οποία χαρακτηρίζονται ως «υπερβολικές» όταν αναφέρουν ενοχλήσεις.

Η κ. Δημαδάμα επισήμανε επίσης ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ερευνών για νόσους που πλήττουν εξίσου άνδρες και γυναίκες μελετούν κυρίως το ανδρικό σώμα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες του γυναικείου σώματος και του ορμονικού του περιβάλλοντος – το ίδιο ισχύει και για τις μελέτες ασφάλειας των φαρμάκων. Πρόσθεσε πως είναι λάθος οι προσπάθειες επίλυσης του δημογραφικού ζητήματος να εστιάζουν στην οικογένεια, αγνοώντας την πραγματικότητα που βιώνουν οι γυναίκες, καθώς χωρίς διασφάλιση της οικονομικής ανεξαρτησίας των γυναικών και της πρόσβασής τους σε (μη πανάκριβες) υπηρεσίες υγείας δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν περισσότερες γεννήσεις παιδιών. Τέλος, επισήμανε την απουσία επίσημης, θεσμικής συζήτησης γύρω από το θέμα της κατάψυξης ωαρίων και της δωρεάς ωαρίων και την έλλειψη ενημέρωσης για το τι σημαίνουν οι σχετικές διαδικασίες και ποιες είναι οι συνέπειές τους.

Ερχόμενη στο δια ταύτα, η κ. Δημαδάμα σχολίασε ότι η αύξηση της επένδυσης στην υγεία των γυναικών και η μείωση του λεγόμενου «gender health gap» δεν συνιστά μόνο κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και αναγκαιότητα για τον σωστό προγραμματισμό των οικονομικών της υγείας και των πολιτικών υγείας, καθώς το κόστος της αδράνειας είναι μεγάλο: έχει εκτιμηθεί ότι το κόστος της άνισης αντιμετώπισης ανδρών και γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο ανέρχεται σε 1 τρισ. δολάρια ανά έτος, δήλωσε εμφατικά η κ. Δημαδάμα.

Συζήτηση

Σχολιάζοντας τις εισηγήσεις των ομιλητριών, η συντονίστρια κ. Μιχαλοπούλου παρατήρησε πως η έλλειψη πιστοποιημένων κέντρων μαστού μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικές δαπάνες τις γυναίκες με καρκίνο του μαστού, δεδομένου ότι ο μέσος όρος των χρημάτων που πληρώνει μια γυναίκα είναι 4.600 ευρώ, ενώ στάθηκε και στην ψυχολογική επιβάρυνση των γυναικών και στην ανάγκη απευθείας παραπομπής τους σε ψυχολόγο από τον χειρουργό τους. Η κ. Μιχαλοπούλου σχολίασε επίσης ότι τρία χρόνια μετά από την έναρξη του προγράμματος «Φώφη Γεννηματά» και με πάνω από 900.000 γυναίκες να έχουν λάβει μέρος στο πρόγραμμα, όλος αυτός ο πλούτος δεδομένων δεν έχει αξιολογηθεί και αξιοποιηθεί, κάτι που θα μπορούσε να έχει συμβάλει στη διαμόρφωση πολιτικών, τουλάχιστον στο επίπεδο της διάγνωσης. Τέλος, πρόσθεσε ότι είναι πολύ σημαντικό όλα τα θέματα που τέθηκαν στη συνεδρία να μεταφερθούν στην κοινωνία και, κυρίως, στην ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, ενώ εξίσου σημαντικό είναι να καταλαμβάνουν περισσότερες γυναίκες θέσεις ηγεσίας και να υπάρχουν περισσότερες γυναίκες στη Βουλή και στην κυβέρνηση.

Απαντώντας σε ερώτηση από το κοινό σχετικά με τον τοκετό στο σπίτι, η κ. Καλανταρίδου είπε πως είναι κάτι που μπορεί να γίνει, αλλά υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, σε μια κύηση χωρίς επιπλοκές, στην οποία αναμένεται να είναι σχετικά εύκολος ο κολπικός τοκετός. Επισήμανε πως σε μια μεγάλη πόλη στην οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή οι δρόμοι να είναι μποτιλιαρισμένοι, μια επιπλοκή μπορεί να στοιχίσει τη ζωή του μωρού ή της μητέρας και πρόσθεσε πως θα ήταν πολύ καλύτερο να υπάρχει ανεξάρτητη πτέρυγα μέσα σε ένα οργανωμένο νοσοκομείο στην οποία να εφαρμόζεται ο λεγόμενος φυσικός τοκετός, κάτι το οποίο γίνεται με μεγάλη επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο.