Η χρόνια νοσηρότητα αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα των σύγχρονων συστημάτων υγείας, επηρεάζοντας καθοριστικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, τη λειτουργία των υπηρεσιών υγείας και, ως εκ τούτου, τη διαμόρφωση πολιτικών και στρατηγικών υγείας. Η σημασία της χάραξης τεκμηριωμένων πολιτικών πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης με στόχο τη διαχείριση της χρόνιας νοσηρότητας συζητήθηκε εκτενώς την πρώτη ημέρα του Συνεδρίου, σε τέσσερις συνεδρίες, που εστίασαν στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα, τον καρκίνο, την παχυσαρκία, καθώς και τον διαβήτη & τις σχετιζόμενες με αυτόν συννοσηρότητες.
(Ι) Καρδιαγγειακά
Την πρώτη στρογγυλή τράπεζα της ενότητας, που ήταν αφιερωμένη στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα, συντόνισαν από κοινού η Καθηγήτρια και Κοσμήτωρ της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πα.Δ.Α. κ. Ελπίδα Πάβη και ο Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου και Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας στο Πα.Δ.Α. κ. Κώστας Αθανασάκης. Η συνεδρία έφερε σε διάλογο εξέχοντες ομιλητές, καρδιολόγους, επιδημιολόγους, οικονομολόγους και εκπροσώπους δημόσιων φορέων, έναν διάλογο κατά τον οποίο η επιστημονική γνώση συνδέθηκε με τη λήψη αποφάσεων που στηρίζουν τη βιωσιμότητα και την απόδοση του συστήματος υγείας και αναδείχθηκαν τεκμηριωμένες πολιτικές για την πρόληψη, τη βελτίωση της πρόσβασης και την αποτελεσματική διαχείριση των καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Στη συζήτηση, στην οποία συμμετείχαν ο Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας κ. Αθανάσιος Τρίκας, ο Ομότιμος Καθηγητής Καρδιολογίας κ. Πάνος E. Βάρδας, ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κ. Σπύρος Γούλας και η Διευθύντρια Ερευνών στο Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών κ. Ιωάννα Τζουλάκη, τονίσθηκε πως τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την κυριότερη αιτία θνησιμότητας τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Συνδέοντας την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση με τη χάραξη στρατηγικών πολιτικής που μειώνουν το συνολικό φορτίο της νόσου, οι ομιλητές αναφέρθηκαν στους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς καθοριστές της καρδιαγγειακής υγείας, τα πρότυπα φροντίδας και τους μηχανισμούς οργάνωσης υπηρεσιών που ενισχύουν τη συνέχεια και την ποιότητα της περίθαλψης.
Η χρόνια νοσηρότητα αποτελεί τον καθρέφτη λειτουργίας του συστήματος υγείας και τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν σήμερα στρατηγικό πρόβλημα δημόσιας υγείας, ανέφερε ο κ. Τρίκας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μια νέα στρατηγική, με εθνικά προγράμματα πρόληψης με πληθυσμιακή στόχευση και έμφαση σε απομακρυσμένες περιοχές, διατομεακές παρεμβάσεις με συνεργασία των Υπουργείων Υγείας, Παιδείας και Εργασίας, ψηφιοποίηση της καρδιολογικής φροντίδας, αλλά και επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό.
Ο κ. Βάρδας τόνισε πως η χρόνια νοσηρότητα δεν συνιστά απλώς ένα υγειονομικό βάρος, αλλά τον καθοριστικό παράγοντα που διαμορφώνει τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και τη χάραξη πολιτικών στη σύγχρονη εποχή. Καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη, εξήγησε, χωρίς την αντιμετώπιση της χρόνιας νοσηρότητας. Η χρόνια φροντίδα και η πολυνοσηρότητα απασχολούν όλο και περισσότερο τις κοινωνίες, καθώς η γήρανση σε συνδυασμό με τη βελτίωση της οξείας φροντίδας δημιουργεί όλο και μεγαλύτερο πληθυσμό χρονίων ασθενών. Στις παρούσες συνθήκες, ανέφερε ο κ. Βάρδας, η βιωσιμότητα προϋποθέτει αλλαγή προσανατολισμού και έμφαση στην πρόληψη, καθώς έως και 80% των χρονίων νόσων σχετίζονται με τροποποιήσιμους παράγοντες.
Σήμερα, δυστυχώς, το σύστημα υγείας της χώρας μας εξακολουθεί να μην λειτουργεί προληπτικά, αλλά εφόσον έχει προκύψει η νόσος και οι επιπλοκές της, παρατήρησε ο κ. Γούλας. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα απορροφούν ένα σημαντικό ποσοστό των νοσοκομειακών δαπανών, οδηγούν σε επαναλαμβανόμενες νοσηλείες, επιβαρύνουν τη φαρμακευτική δαπάνη και πλήττουν κυρίως τις παραγωγικές ηλικίες, τραυματίζοντας έτσι και τον οικονομικό ιστό της χώρας. Αν δεν αλλάξουμε στρατηγική στον τρόπο που προσεγγίζουμε την πρόληψη και τη διαχείριση αυτών των νοσημάτων, καμία χρηματοδοτική ενίσχυση από πλευράς Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Υπουργείου Υγείας δεν θα μπορέσει να κάνει το σύστημα οικονομικά βιώσιμο, μακροπρόθεσμα. Είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί μία εθνική στρατηγική με ενιαίο σχέδιο, κοινές προτεραιότητες και σαφείς στόχους, που θα περιλαμβάνει πρότυπα κλινικής πρακτικής, θα οργανώνει τη διαδρομή του ασθενούς σε όλα τα επίπεδα φροντίδας, θα θέτει εθνικούς δείκτες και μετρήσιμα αποτελέσματα και θα συνδέει την κλινική πράξη με την αποζημίωση.
Το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα με τη χρόνια νοσηρότητα και με τη συννοσηρότητα που συχνά τη συνοδεύει, είπε η κ. Τζουλάκη, είναι πως δεν διαθέτουμε δομές υγείας που να την αντιμετωπίζουν. Το σύστημα υγείας μας είναι δύσκολο να αντιμετωπίσει τη συννοσηρότητα. Για να μπορέσουμε να έχουμε έναν τεκμηριωμένο σχεδιασμό για ένα εθνικό σχέδιο δράσης για τα καρδιαγγειακά νοσήματα, πρόσθεσε, απαιτούνται μητρώα για ασθένειες και αξιόπιστα δεδομένα που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
(ΙΙ) Καρκίνος
Ο καρκίνος αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα σύγχρονα συστήματα υγείας, με αυξανόμενο επιδημιολογικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Πέρα από τη βιοϊατρική του ωστόσο διάσταση, αναδεικνύεται και ως κρίσιμο πεδίο χάραξης πολιτικής για τη δημόσια υγεία, την πρόληψη και τη βιώσιμη πρόσβαση σε φροντίδα υψηλής ποιότητας.
Η συνεδρία, που διεξήχθη σε συνεργασία με την Ελληνική Ομοσπονδία Καρκίνου (ΕΛΛ.Ο.Κ.), υπό τον συντονισμό του Πρόεδρου της ΕΛΛ.Ο.Κ. κ. Γιώργου Καπετανάκη, εστίασε στην ογκολογική νοσηρότητα ως καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση μακροπρόθεσμων στρατηγικών υγείας, μέσα από τον διάλογο κλινικών ιατρών, οικονομολόγων, ειδικών σε πολιτική υγείας, εκπροσώπων της πολιτείας και οργανώσεων ασθενών. Επιδίωξη της συνεδρίας ήταν η ανάδειξη του καρκίνου ως σημείου τομής επιστήμης, κοινωνίας και πολιτικής, όπου η τεκμηρίωση, η συνεργασία και η ισότητα στη φροντίδα καθορίζουν τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.
Στο πλαίσιο αυτό, οι διακεκριμένοι ομιλητές κ.κ. Ιωάννης Μπουκοβίνας, Χριστίνα-Μαρία Κράββαρη, Ιωάννης Γκιόζος, Ηλίας Κυριόπουλος και Κώστας Αθανασάκης ανέδειξαν τις προτεραιότητες, όπως τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου, την ισότιμη πρόσβαση στις θεραπείες, την ψυχοκοινωνική στήριξη των ασθενών και την οργάνωση ολοκληρωμένων ογκολογικών δικτύων. Συζητήθηκαν, επίσης, η διαχείριση της φαρμακευτικής τεχνολογίας καθώς και ο στρατηγικός ρόλος των μητρώων ασθενών ως εργαλείων παρακολούθησης, αξιολόγησης αποτελεσμάτων και σχεδιασμού πολιτικής υγείας, ενώ, παράλληλα, εξετάσθηκε ο ρόλος της Εθνικής Στρατηγικής για τον Καρκίνο και η ευθυγράμμισή της με την ευρωπαϊκή ατζέντα “Europe’s Beating Cancer Plan”.
Σήμερα, στην Ευρώπη, έχουμε πέντε διαγνώσεις καρκίνου κάθε λεπτό και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το 2035 ο καρκίνος θα αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανέφερε ο κ. Μπουκοβίνας, τονίζοντας πως η αύξηση των διαγνώσεων σε συνδυασμό με τις τεράστιες τεχνολογικές εξελίξεις στις θεραπείες έχουν δημιουργήσει μία δύσκολη εξίσωση. Στη χώρα μας, έχουμε πλέον πολύ καλύτερη διαχείριση του καρκίνου σε πρωιμότερο στάδιο, ενώ έχουν επίσης ξεκινήσει κάποια δειλά βήματα και στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, υπάρχουν ωστόσο πολλά να γίνουν ακόμη. Η εξωνοσοκομειακή φροντίδα περιλαμβάνει και την ολιστική φροντίδα του ασθενούς τελικού στάδιου, αλλά και του γηριατρικού ασθενούς, που είναι πολύ σημαντικό έλλειμμα στη χώρα μας, επισήμανε ο κ. Μπουκοβίνας, τονίζοντας πως το μέλλον είναι στην ψηφιοποίηση.
Ο κ. Γκιόζος μίλησε για την ανάγκη δημιουργίας ενός οργανωμένου θεσμικού πλαισίου για την πρόληψη του καρκίνου του πνεύμονα στη χώρα μας και τη συντεταγμένη προσπάθεια που έχει ξεκινήσει από τις ιατρικές εταιρείες με τη βοήθεια της ΕΛΛ.Ο.Κ. για να δημιουργηθεί ένα εθνικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου. Εθνικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού έλεγχου καρκίνου πνεύμονα έχουν μόλις 10 χώρες στον πλανήτη, παρατήρησε, και στόχος μας είναι η Ελλάδα να γίνει η ενδέκατη. Σύμφωνα με δύο μεγάλες μελέτες που έγιναν στην Ελλάδα για να εκτιμηθεί το όφελος που προσφέρει ο προληπτικός έλεγχος του καρκίνου πνεύμονα, πρόσθεσε, εκτός από το τεράστιο όφελος σε ανθρώπινες ζωές, υπάρχει και αντίστοιχο οικονομικό όφελος για την Πολιτεία, σε βάθος μάλιστα πενταετίας και δεκαετίας.
Οι χρηματοδοτικές πιέσεις όσον αφορά στο κόστος του καρκίνου είναι ασφυκτικές σε παγκόσμιο επίπεδο, επισήμανε ο κ. Κυριόπουλος. Στην Ελλάδα, δεν υπάρχει μία συνολική καλή αποτίμηση του κόστους, υπάρχει ωστόσο μία συγκριτική μελέτη του 2018, σύμφωνα με την οποία το κόστος του καρκίνου ανέρχεται σε περίπου 6,2% των συνολικών δαπανών υγείας, με το μισό περίπου κόστος να αφορά υπηρεσίες υγείας, το ένα τρίτο απώλεια παραγωγικότητας και το υπόλοιπο 15% την άτυπη φροντίδα. Η εθνική στρατηγική, το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο, δεν μπορεί να είναι αμιγώς αντικείμενο του Υπουργείου Υγείας, ίσως θα είχε νόημα να ενσωματωθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, καθώς αφορά και το Υπουργείο Εργασίας, το Υπουργείο Οικογένειας, αλλά και το Υπουργείο Οικονομικών.
Ο κ. Αθανασάκης αναφέρθηκε στην ιστορία των βιοδεικτών, ως ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πώς μια λογική, δομημένη, τεκμηριωμένη, συνεργατική προσέγγιση μπορεί να καθοδηγήσει τις εξελίξεις και να οδηγήσει στην παραγωγή κοινά αποδεκτών πολιτικών υγείας, ακόμη και σε μία χώρα σαν τη δική μας που όλα τα πράγματα γίνονται γενικά δύσκολα. Η καινοτομία, οι στοχευμένες θεραπείες, η εξατομικευμένη ιατρική είναι πράγματα απαραίτητα, αλλά κοστίζουν αρκετά, παρατήρησε, επομένως θα πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία, ένας τρόπος ώστε να διασφαλίσουμε την πρόσβαση των ασθενών σε αυτά και ταυτόχρονα τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.
Ο καρκίνος δεν αποτελεί μόνο ένα υγειονομικό ζήτημα, αλλά έναν πολυεπίπεδο κοινωνικό και οικονομικό μετασχηματιστή, ανέφερε η Γ.Γ. Δημόσιας Υγείας κ. Κράββαρη. Σήμερα, βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι της πρόληψης, της πρώιμης διάγνωσης, της καινοτομίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης στην υγεία, καθώς για πρώτη φορά η χώρα μας έχει ένα ενιαίο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου, δωρεάν, καθολικά, χωρίς αποκλεισμούς. Ανακοινώνοντας πως αυτή τη στιγμή σχεδιάζεται ήδη ένα πιλοτικό πρόγραμμα για τον καρκίνο του πνεύμονα, η κ. Κράββαρη τόνισε πως στις άμεσες προτεραιότητες του Υπουργείου είναι η περαιτέρω μείωση των ανισοτήτων, με τον ανασχεδιασμό της ΠΦΥ και το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής, η διασφάλιση της καθολικής προσβασιμότητας και η συνεργασία όλων για τη συνδιαμόρφωση στοχευμένων, κοινωνικά δίκαιων και θαρραλέων πολιτικών υγείας.
(ΙΙΙ) Παχυσαρκία
Η παχυσαρκία αποτελεί μια από τις σοβαρότερες και ταχύτερα αυξανόμενες προκλήσεις δημόσιας υγείας, με σημαντικό αντίκτυπο στα συστήματα υγείας. Η τρίτη συνεδρία της ενότητας, η οποία διεξήχθη σε συνεργασία με τη Συμμαχία για την Καταπολέμηση της Παχυσαρκίας (Action4Obesity), υπό τον συντονισμό του Καθηγητή Νικόλαου Κ. Τεντολούρη, ανέδειξε την παχυσαρκία ως εθνική προτεραιότητα δημόσιας υγείας, που απαιτεί διατομεακή συνεργασία, τεκμηριωμένες παρεμβάσεις και κοινωνικά δίκαιες πολιτικές για τη βελτίωση της υγείας του πληθυσμού.
Οι ομιλητές κ.κ. Κώστας Αθανασάκης, Χρύσα Παναγοπούλου, Ανδρέας Αλεξάνδρου, Γιούλη Αργυρακοπούλου ανέφεραν πως η παχυσαρκία αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, μια χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο που απαιτεί ολοκληρωμένες πολιτικές πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης και επιβαρύνει πολλαπλώς τα συστήματα υγείας. Στο πλαίσιο της συζήτησης, παρουσιάσθηκαν μέτρα που αφορούν στη διατροφική εκπαίδευση, την προώθηση της φυσικής δραστηριότητας, την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, τη φαρμακευτική και χειρουργική αντιμετώπιση, καθώς και ο αποτελεσματικός σχεδιασμός και η αξιολόγηση πολιτικών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάπτυξη και ορθολογική ένταξη των νέων φαρμακευτικών τεχνολογιών που στοχεύουν στη μεταβολική ρύθμιση και στη μακροπρόθεσμη διαχείριση της νόσου, ενώ, παράλληλα, αναλύθηκαν τα κίνητρα και οι δράσεις που μπορούν να ενθαρρύνουν υγιεινές επιλογές και να μειώσουν τις ανισότητες υγείας.
Παρουσιάζοντας τα πρώτα ευρήματα μίας μελέτης εκτίμησης του κόστους της παχυσαρκίας για το ελληνικό σύστημα υγείας, ο κ. Αθανασάκης μίλησε για το κόστος που αφορά στη νοσοκομειακή νοσηλεία από την οπτική του τρίτου πληρωτή, του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και τόνισε πως όσο σημαντικό είναι να έχουμε καλές εκτιμήσεις του νοσολογικού φορτίου, άλλο τόσο σημαντικό είναι να μπορούμε να έχουμε και σωστά στοιχεία για τις οικονομικές διαστάσεις ενός φαινομένου, είτε είναι παράγοντας κινδύνου είτε νόσος. Γνωρίζοντας το οικονομικό φορτίο ενός παράγοντα κινδύνου ή νοσήματος που είναι δυνατό να προληφθεί, ξέρουμε στην πραγματικότητα και τα όρια του οφέλους της πρόληψης, τόσο σε όρους μελλοντικής νοσηρότητας, όσο και σε όρους οικονομικής ευστάθειας και βιωσιμότητας του συστήματος υγείας, εξήγησε.
Η κ. Παναγοπούλου παρουσίασε με τη σειρά της τα πρώτα αποτελέσματα μιας μελέτης σχετικά με το κόστος της παχυσαρκίας στην ιδιωτική ασφάλιση, αναφέροντας πως θα μπορούσε, αντί για κόστος, να αποτελεί επένδυση για καλύτερη υγεία και ευημερία. Για να αλλάξει η πολιτική και το πώς αντιμετωπίζουμε την παχυσαρκία θα πρέπει να βασιστούμε σε δεδομένα, παρατήρησε η κ. Παναγοπούλου, και τα δεδομένα δείχνουν πως υπάρχει ανάγκη για δράση και έγκαιρη παρέμβαση. Η επόμενη μέρα θα πρέπει να σχεδιασθεί με την ένωση των δυνάμεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ώστε να μπορέσουμε να βοηθήσουμε περισσότερο τους ασθενείς και να περάσουμε σε μια πιο ολοκληρωμένη διαχείριση του νοσήματος και της υγείας τους.
Η παχυσαρκία δεν είναι άλλη μία νόσος, στην πραγματικότητα είναι πολύ σοβαρή νόσος καθώς επιφέρει πολλές συννοσηρότητες και επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής. Εν τούτοις, σήμερα παραμένει υποδιαγνωσμένη και υποθεραπευμένη, υπογράμμισε η κ. Αργυρακοπούλου, η οποία μίλησε για τις νέες φαρμακευτικές θεραπείες της παχυσαρκίας και το όφελος που αυτές προσφέρουν, εξηγώντας πως η αποτελεσματική διαχείριση της παχυσαρκίας δεν περιορίζεται στην απώλεια βάρους αλλά βασίζεται σε μία ολιστική προσέγγιση με μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Ο κ. Αλεξάνδρου, Καθηγητής Χειρουργικής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Α’ Χειρουργική Κλινική, Γ.Ν. «Λαϊκό», αναφέρθηκε στα ευρήματα μελετών που δείχνουν ότι οι χειρουργημένοι παχύσαρκοι ασθενείς ζουν περισσότερο από τους μη χειρουργημένους, καθώς και ότι η θετική θεραπευτική επίδραση της εγχείρησης στους παχύσαρκους ασθενείς είναι δοσοεξαρτώμενη, δηλαδή όσο πιο παχύσαρκος είναι ο ασθενής τόσο μεγαλύτερο είναι το όφελος. Η χειρουργική της παχυσαρκίας είναι σήμερα εξαιρετικά ασφαλής, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χειρουργική θεραπεία, ενώ επιπλέον προκαλεί διατηρήσιμα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου, επισήμανε ο κ. Αλεξάνδρου. Δυστυχώς, ωστόσο, η χαμηλή αποδοχή της λόγω των εσφαλμένων αντιλήψεων που εξακολουθούν να υφίστανται σχετικά με την επικινδυνότητά της δεν επιτρέπει σε πολλούς ασθενείς να ωφεληθούν από αυτή.
(ΙV) Διαβήτης & συννοσηρότητες
Στη στρογγυλή τράπεζα που ήταν αφιερωμένη στον διαβήτη και τις συννοσηρότητες που τον συνοδεύουν και την οποία συντόνισε η κ. Μαρία Γιαβροπούλου από το Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης Σπανίων Ενδοκρινολογικών Νοσημάτων, η συζήτηση ανέδειξε τα εργαλεία και τις βέλτιστες πολιτικές για την έγκαιρη αναγνώριση και διαχείριση του διαβήτη στην Ελλάδα, καθώς και των συννοσηροτήτων με τις οποίες σχετίζεται, μεταξύ των οποίων η χρόνια νεφρική νόσος.
Στη συνεδρία παρουσιάσθηκαν και συζητήθηκαν απόψεις από διαφορετικά εμπλεκόμενα μέρη στο σύστημα υγείας, με στόχο τη δημιουργική σύνθεση των απόψεων αναφορικά με τους στόχους του συστήματος υγείας, αλλά και τους τρόπους για να φτάσουμε εκεί. Οι ομιλητές κ. Δάφνη Καϊτελίδου, Πρόεδρος του Οργανισμού Διασφάλισης της Ποιότητας στην Υγεία, κ. Χρήστος Δαραμήλας, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείου-Συλλόγου Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη, κ. Ιωάννης Ν. Μπολέτης, Πρόεδρος του Ωνάσειου Νοσοκομείου και κ. Φωτεινή Κουλούρη, Προϊσταμένη Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Ποιότητας Ζωής στο Υπουργείο Υγείας, κατέληξαν στο κοινό συμπέρασμα πως η έγκαιρη και αποτελεσματική διαχείριση της χρόνιας νοσηρότητας αποτελεί θεμέλιο για τη μελλοντική βιωσιμότητα του συστήματος υγείας. Μεταξύ των χρονίων νοσημάτων, ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί εμβληματικό νόσημα, το οποίο ευθύνεται για ένα σημαντικό τμήμα του φορτίου νοσηρότητας και της δαπάνης υγείας, δαπάνη η οποία επηρεάζει τους πάσχοντες, το σύστημα υγείας αλλά και την κοινωνία συνολικά.
Η κ. Καϊτελίδου έκανε μία αναδρομή στα αποτελέσματα της συνεργασίας και του εποικοδομητικού διαλόγου που πραγματοποιήθηκε έναν χρόνο πριν, για τον σακχαρώδη διαβήτη, μεταξύ φορέων της Πολιτείας, του Υπουργείου Υγείας, του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., της ακαδημαϊκής κοινότητας, των επιστημονικών εταιρειών και των ασθενών. Αποτέλεσμα του διαλόγου αυτού ήταν να αναδειχθούν οι προκλήσεις, να τεθούν οι βασικές προτεραιότητες και να διατυπωθεί μία σειρά συγκεκριμένων προτάσεων, σε μορφή οδικού χάρτη. Όλα αυτά παραμένουν επίκαιρα, παρατήρησε. Πλέον η στρατηγική υπάρχει, απομένει να δούμε τον βαθμό υλοποίησης.
Στη συνέχεια, ο κ. Δαραμήλας αναφέρθηκε στις ελλείψεις που υπάρχουν στο σύστημα υγείας σε σχέση με τον σακχαρώδη διαβήτη, όπως η έλλειψη ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον σακχαρώδη διαβήτη και οργανωμένων προγραμμάτων πρόληψης στον γενικό πληθυσμό, η έλλειψη σε εξειδικευμένους ιατρούς, η έλλειψη καταγραφής των δαπανών και η έλλειψη χρηματοδότησης. Παντού στην Ευρώπη, τόνισε, η χρηματοδότηση αποτυπώνεται ως επένδυση στην υγεία και στην Ελλάδα αποτυπώνεται ως σπατάλη επειδή δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πού δαπανώνται οι πόροι. Ο κ. Δαραμήλας ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του αναφερόμενος σε μία πολύ σοβαρή έλλειψη και ένα φλέγον θέμα για τους πάσχοντες από διαβήτη τον τελευταίο 1,5 μήνα, τη διακοπή χορήγησης των ταινιών μέτρησης γλυκόζης αίματος στους ανθρώπους οι οποίοι χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες, τα συστήματα καταγραφής.
Ο εντοπισμός και η αναγνώριση των ελλείψεων, σχολίασε η κ. Γιαβροπούλου, είναι το πρώτο βήμα για να οδηγηθούμε σε δράσεις. Η συντονίστρια της συνεδρίας τόνισε τη σημασία του να λαμβάνεται feedback από τους ασθενείς για όσα γίνονται γι’ αυτούς, καθώς και τη μεγάλη σημασία της εκπαίδευσης των ασθενών με διαβήτη στην αυτοδιαχείριση της νόσου. Η δημιουργία ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη, σημείωσε, θα μπορούσε ενδεχομένως να καλύψει τις ελλείψεις σε όλα τα επίπεδα.
Ο κ. Μπολέτης αναφέρθηκε στη σημασία της πρόληψης της χρόνιας νεφρικής νόσου, μίας απειλητικής για τη ζωή συννοσηρότητας του σακχαρώδη διαβήτη, και στα βήματα που έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση: την ψηφιοποίηση του συστήματος των μεταμοσχεύσεων, όπου έχουν ενταχθεί όλοι οι ασθενείς με ΧΝΝ τελικού στάδιου και όχι μόνο εκείνοι που πρόκειται να υποβληθούν σε μεταμόσχευση, και θα μας προσφέρει μια εξαιρετικά καλή καταγραφή της ΧΝΝ στο τελικό της στάδιο, καθώς και την πρόσφατη ένταξη της ανίχνευσης και πρόληψης της χρόνιας νεφρικής νόσου στο πρόγραμμα για την πρόληψη των καρδιαγγειακών που θα επιτρέψει τον εντοπισμό πολιτών που κινδυνεύουν να αναπτύξουν ΧΝΝ και ΧΝΝ τελικού σταδίου ώστε να γίνει προσπάθεια να επιβραδυνθεί αυτή η εξέλιξη. Για να είναι ωστόσο το πρόγραμμα βιώσιμο, τόνισε, είναι ανάγκη να οργανωθεί και να αξιοποιηθεί περισσότερο το δίκτυο των προσωπικών ιατρών.
Ο οργανωμένος προσυμπτωματικός έλεγχος είναι μια επένδυση δημόσιας υγείας, που απαιτεί θεσμική συνέχεια, ποιότητα δεδομένων και κοινωνική αποδοχή, είπε η κ. Κουλούρη, τονίζοντας τη σημασία της συμμετοχής των ασθενών στη διαμόρφωση πολιτικών που τους αφορούν. Το κλειδί για τη βιωσιμότητα των προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου είναι θεσμική θωράκιση, χρηματοδοτική σταθερότητα και μηχανισμοί αξιολόγησης. Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, το Υπουργείο Υγείας έχει θέσει πέντε σαφείς προτεραιότητες πολιτικής, για τις οποίες έχουν ήδη αρχίσει να υλοποιούνται προγράμματα και διατομειακές κοινοτικές παρεμβάσεις: την ενίσχυση της πρόληψης και των κοινωνικών προσδιοριστών της υγείας, την αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας φροντίδας ως κύριο πεδίο διαχείρισης του διαβήτη, την ανάπτυξη και χρήση του εθνικού Μητρώου Διαβήτη, την ψηφιοποίηση και την τηλεπαρακολούθηση των ασθενών και την ενσωμάτωση των ψηφιακών εφαρμογών. Τα επόμενα βήματα είναι: ορισμός εθνικών δεικτών ποιότητος για κάθε screening, διαλειτουργικότητα των συστημάτων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και Ε.Ο.Δ.Υ., εκπαίδευση επαγγελματιών, αξιολόγηση με cost-effective analysis, follow-up ώστε ο ασθενής να λαμβάνει άμεσα τη φροντίδα μετά το screening και στοχευμένος εντοπισμός των ομάδων υψηλού κινδύνου.
















