Διαθέτουμε σήμερα, πληθώρα δεδομένων για τις απειλές που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και το ντόμινο επιπτώσεων που έχει σε όλους τους τομείς της ζωής μας, το ζητούμενο ωστόσο είναι να μπορέσουμε να μεταφράσουμε την επιστημονική τεκμηρίωση σε πολιτικές και σε προσεγγίσεις που μπορούν πραγματικά να προάγουν και να προστατέψουν την υγεία και την κοινωνική ευημερία.
Στη στρογγυλή τράπεζα που συντόνισε ο Επικεφαλής του Τμήματος Περιβαλλοντικών Οικονομικών του ΙΟΒΕ, κ. Ηλίας Ντεμιάν, και στην οποία συμμετείχαν τέσσερις κορυφαίοι ειδικοί με διεθνή ακτινοβολία, παρουσιάστηκε μια ενδελεχής εικόνα των πολυδιάστατων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στο περιβάλλον, την οικονομία και την υγεία και τονίστηκε η ανάγκη για ολοκληρωμένες στρατηγικές πρόληψης και υιοθέτησης μιας διατομεακής στρατηγικής, όπου κάθε απόφαση θα αξιολογείται εκ των προτέρων όσον αφορά τις επιπτώσεις της στην υγεία και στο περιβάλλον.
Η κλιματική κρίση αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την υγεία στον αιώνα που διανύουμε, ανέφερε προλογίζοντας τη συνεδρία ο κ. Ντεμιάν. Σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη του Αστεροσκοπείου Αθηνών που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα για τέσσερις συνολικά καλοκαιρινές περιόδους, από το 2018 μέχρι το 2022, οι καύσωνες αυξάνουν τον κίνδυνο νοσηλείας κατά 50%. Επιπλέον, τα φαινόμενα καταιγίδων σκόνης που εμφανίζονται κυρίως την άνοιξη και το φθινόπωρο που βρέχει, επιβαρύνουν επίσης πάρα πολύ την υγεία, κυρίως σε ανθρώπους με άσθμα, ΧΑΠ, αλλά και κολπική μαρμαρυγή, ενώ η επιβάρυνση από μικροσωματίδια στην ατμοσφαιρική ρύπανση αυξάνει τον κίνδυνο νοσηλείας κατά περίπου 20%. Στο κομμάτι της οικονομίας, από την άλλη, η κλιματική αλλαγή συνδέεται με μειωμένη παραγωγικότητα, με σημαντικές επιπτώσεις για τους κλάδους του πρωτογενούς τομέα, τον κλάδο της υγείας, τον κλάδο του τουρισμού, αλλά και για τα ίδια τα νοικοκυριά. Τα αποτελέσματα μίας πρόσφατης μελέτης του ΙΟΒΕ, επισήμανε ο κ. Ντεμιάν, έδειξαν πως, σε ένα κακό σενάριο εξέλιξης της κλιματικής κρίσης, η αλλαγή στον τρόπο που δαπανά το νοικοκυριό το εισόδημά του για να μπορέσει να καλύψει τα ζητήματα υγείας και τα ζητήματα ασφάλισης εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής εκτιμάται πως θα μειώσει το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας κατά περίπου 16 δισεκατομμύρια.
Καινοτόμα συστήματα μετασχηματισμού για την αειφόρο διάδραση μεταξύ φύσης, οικονομίας και κοινωνίας
Η κλιματική αλλαγή και η κατάρρευση των οικοσυστημάτων φέρνουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις σε όλα τα συστήματα, οι οποίες αθροίζονται σε μία πολύ μεγάλη, σύνθετη κρίση που πλέον φαίνεται ότι γίνεται μόνιμη. Το έργο του Alliance of Excellence for Research and Innovation on Aephoria (AE4RIA) εστιάζει στη δημιουργία καινοτόμων συστημάτων μετασχηματισμού για την αειφόρο διάδραση μεταξύ της φύσης, της οικονομίας και της κοινωνίας, με στόχο να βρεθούν λύσεις στα πολύπλοκα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα παγκοσμίως, ανέφερε η κ. Φοίβη Κουντούρη, Καθηγήτρια στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ, Επικεφαλής της Έκθεσης των Ηνωμένων Εθνών για την Παγκόσμια Βιώσιμη Ανάπτυξη, Πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ενώσεων Οικονομολόγων Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων, Πρόεδρος του Παγκόσμιου Κόμβου Κλίματος του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ και Διευθύντρια του Δικτύου AE4RIA. Η αποκωδικοποίηση της διάδρασης αυτής είναι πολύ σημαντική, εξήγησε, καθώς βάσει αυτής θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τα μονοπάτια προς την αειφορία.
Το βέβαιο είναι ότι, αντί να περιμένουμε να αντιμετωπίσουμε την καταστροφή, θα πρέπει να επενδύσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται στην πρόληψη και την προσαρμογή. Η πρόληψη αφορά το να προσπαθήσουμε να μειώσουμε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και η προσαρμογή να κάνουμε παρεμβάσεις ώστε να είμαστε λιγότερο ευάλωτοι στους κινδύνους των ακραίων καιρικών φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Το 2015, στον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, 193 χώρες συμφώνησαν και υπέγραψαν για την επίτευξη 17 στόχων και 169 υποστόχων έως το 2030, εκ των οποίων τέσσερις αφορούν το περιβάλλον, οκτώ την κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της υγείας, τέσσερις αφορούν την οικονομία και ο τελευταίος στόχος αφορά τη συνεργασία για την εφαρμογή. Ωστόσο, ενώ η επιστήμη, τα δεδομένα, η τεχνολογία και οι οικονομικοί πόροι για την εφαρμογή των στόχων αυτών υπάρχουν, ο μέσος όρος εφαρμογής τους παγκοσμίως βρίσκεται στο 20%, με τα κράτη να αναφέρουν ως κύριο αίτιο την ελλιπή καθοδήγηση.
Περιγράφοντας την επιχειρησιακή δομή που αναπτύχθηκε για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού και την επιτάχυνση της εφαρμογής των στόχων, η κ. Κουντούρη ανέφερε πως πρέπει να ακολουθηθούν τρία στάδια, το πρώτο εκ των οποίων είναι η συνεχής παρακολούθηση και αξιολόγηση, ώστε να γνωρίζει κάθε χώρα πού ακριβώς βρίσκεται σε σχέση με τους στόχους, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει έναν συνδυασμό τεχνολογίας, πολιτικών και χρηματοοικονομικών και δημοσιονομικών εργαλείων, ώστε να γνωρίζει κάθε χώρα τι αλλαγές πρέπει να κάνει ώστε να φτάσει στην αειφορία. Στο πλαίσιο αυτό, συνέχισε η Καθηγήτρια, δημιουργήθηκε ένα μοντέλο που ονομάζεται digital twin (ψηφιακό δίδυμο) και το οποίο περιλαμβάνει, σε στρώματα, τη φύση -τα συστήματα της φύσης- τις υποδομές, την οικονομία και την κοινωνία. Η μελέτη αυτού του four-layer digital twin μάς δίνει τις απαιτούμενες αλλαγές για κάθε ένα από τα συστήματα και, στη συνέχεια, στο τρίτο στάδιο, όλα αυτά εισάγονται σε ένα κοινωνικοοικονομικό μοντέλο, το οποίο δίνει απάντηση σε δύο ερωτήσεις: από πού θα έρθουν τα χρήματα για τις αλλαγές που απαιτούνται και πώς θα προστατευθούν οι ευάλωτοι πληθυσμοί.
Το πλαίσιο αυτό, το οποίο χρησιμοποιείται σήμερα από το UNFCCC, τον παγκόσμιο οργανισμό κάτω από τα Ηνωμένα Έθνη που διαχειρίζεται την κλιματική αλλαγή, δημιουργεί ένα digital global commons, όπου συγκεντρώνονται όλα τα δεδομένα και όλα τα μοντέλα για όλα τα συστήματα που μπορούν να απεικονισθούν, είτε είναι εντός αγοράς είτε εκτός αγοράς, όπως το περιβάλλον, η υγεία, η κοινωνική ευημερία. Στη συνέχεια, αυτό το digital commons δίνει αποτελέσματα, εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι. Γιατί εν τέλει, τόνισε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της η κ. Κουντούρη, η επιστήμη είναι σημαντικό να έχει άμεση σχέση με τη χάραξη πολιτικών και να δίνεται σε όλους εκείνους που την χρειάζονται.
Επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη δημόσια υγεία: ανάγκη για ολοκληρωμένες πολιτικές πρόληψης
Τη σκυτάλη έλαβε ο κ. Άγις Τσουρός, Διεθνής Σύμβουλος Πολιτικής και Διπλωματίας της Υγείας, Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Παρατηρητηρίου για τις Πολιτικές και την Οργάνωση Δημόσιας Υγείας του Ιδρύματος Μποδοσάκη, πρώην Διευθυντής Πολιτικής και Διακυβέρνησης για την Υγεία και Ευεξία στον ΠΟΥ Ευρώπης και Εντεταλμένος Καθηγητής Παγκόσμιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, ο οποίος ξεκίνησε την τοποθέτησή του αναφέροντας πως η κλιματική αλλαγή αποτελεί σήμερα τον ισχυρότερο παράγοντα κινδύνου για την υγεία, τις ανισότητες και τη γεωπολιτική αστάθεια. Πέρα από τις γνωστές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στην υγεία που σχετίζονται με τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως αναπνευστικά, καρδιαγγειακά, θερμοπληξίες, λοιμώξεις κ.λπ., συνέχισε ο κ. Τσουρός, υπάρχει και μία κατηγορία επιπτώσεων οι οποίες δεν είναι τόσο γνωστές και αφορούν, για παράδειγμα, την επίδραση στην ανάπτυξη των παιδιών, τις επιπλοκές στην κύηση, την ενεργειακή φτώχεια και θνησιμότητα από ψύχος, τις αλλεπιδράσεις με αυτοάνοσα νοσήματα, την αποσταθεροποίηση του μικροβιώματος, την επιτάχυνση χρόνιων νοσημάτων, διαταραχές ύπνου, αλλεργίες και ούτω καθεξής. Επιπτώσεις, ωστόσο, υφίστανται και τα συστήματα υγείας, αφενός δομικές επιπτώσεις κάτω από την πίεση των καταστροφών που προκαλεί η κλιματική αλλαγή, αφετέρου λειτουργικές λόγω της αυξημένης προσέλευσης του πληθυσμού για θέματα που αφορούν χρόνια ιδίως νοσήματα και όχι μόνο.
Οι κλιματικές επιπτώσεις επιβαρύνουν δυσανάλογα τις πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, υπογράμμισε ο ομιλητής. Εάν στην εξίσωση της κλιματικής κρίσης και των επιπτώσεών της στην υγεία δεν ληφθεί υπόψη η οπτική της δημόσιας υγείας και των ανισοτήτων, τόνισε, δεν γίνεται ουσιαστικά αντιληπτό τι σημαίνει πραγματικά για τον πλανήτη η κλιματική κρίση σε σχέση με την υγεία. Στο ζήτημα αυτό υπάρχουν τρεις συνιστώσες, εξήγησε. Η πρώτη αποκαλείται διαφορική έκθεση, που σημαίνει πως άνθρωποι οι οποίοι ζουν σε διαφορετικές συνθήκες θα βιώσουν την κλιματική κρίση, τα ακραία φαινόμενα, διαφορετικά. Η δεύτερη ονομάζεται διαφορική ευαλωτότητα και σημαίνει πως ο ηλικιωμένος, αυτός που πάσχει από χρόνια νοσήματα, αυτός που ζει μέσα στη φτώχεια, θα βιώσει διαφορετικά την κλιματική κρίση από εκείνον που μένει σε μια πλούσια συνοικία και έχει πρόσβαση στις καλύτερες υπηρεσίες. Και η τρίτη είναι η διαφορική ανθεκτικότητα, που σημαίνει πως κάποιοι άνθρωποι, λόγω του ότι έχουν τα μέσα, την πρόσβαση, τις γνώσεις και το υποστηρικτικό περιβάλλον, θα βιώσουν την κρίση πολύ καλύτερα από εκείνους οι οποίοι δεν έχουν αυτή την ανθεκτικότητα.
Το αφήγημα της υγείας τα τελευταία 30-40 χρόνια έχει αλλάξει ριζικά και προϋποθέτει ότι πρέπει να μάθουμε να εργαζόμαστε με διαφορετικούς τρόπους, καθώς όλα τα ζητήματα και οι απειλές που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία απαιτούν τη συνεργασία διαφόρων τομέων, διεπιστημονικότητα και την ενεργό συμμετοχή των πολιτών. Η κλιματική αλλαγή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ένα μονοδιάστατο πρόβλημα, παρατήρησε ο Καθηγητής, επομένως απαιτείται αλλαγή της προσέγγισης στη δημόσια υγεία. Η αλλαγή αποτελεί λέξη κλειδί στη διακυβέρνηση για την υγεία. Δυστυχώς, στη χώρα μας, ενώ υπάρχουν επιστήμονες, ινστιτούτα, αλλά και πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης, οι πόροι δεν επενδύνται σε βιώσιμες λειτουργίες και όταν τελειώνει η χρηματοδότηση τελειώνουν και οι δράσεις. Για να αντιμετωπισθεί με σοβαρότητα η κλιματική κρίση, υπογράμμισε ο κ. Τσουρός, απαιτούνται μηχανισμοί συν-σχεδιασμού, συγχρηματοδότησης, συν-λογοδοσίας, συν-μέτρησης, απαιτούνται βιώσιμες δομές και λειτουργίες, ασφαλώς εθνικά σχέδια και πολιτική δέσμευση στο ανώτατο επίπεδο, αλλά και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, δημιουργία δηλαδή ανθεκτικότητας στην κοινότητα. Φυσικά απαιτείται και το δίδυμο της ανθεκτικότητας, που είναι το κοινωνικό κράτος, κατέληξε ο ομιλητής. Εάν δεν φροντίσουμε -μαζί με την προστασία εκείνων που θα έχουν περισσότερο ανάγκη- να έχουμε δημιουργήσει και τις κατάλληλες δομές κοινωνικής προστασίας, για μία ακόμη φορά θα υποφέρουν οι πολλοί και θα επιβιώσουν εκείνοι που τα έχουν όλα.
Τα θέματα της κοινωνικής ανισότητας άπτονται πάρα πολύ της κλιματικής αλλαγής, συμφώνησε ο κ. Ντεμιάν. Η στρατηγική που έχει η Ελλάδα για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας διυπουργικής επιτροπής για τα θέματα της κλιματικής αλλαγής και της προσαρμογής, δεν γνωρίζουμε ωστόσο ακόμα κατά πόσο έχει ξεκινήσει να δουλεύει.
Το κλιματικό εκθεσίωμα στην Ανατολική Μεσόγειο: Υγεία, ανισότητες και οικονομικό κόστος της αδράνειας
Μιλώντας για την υπερβάλλουσα θνησιμότητα που σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή και παρουσιάζοντας δεδομένα σε παγκόσμια κλίμακα, ο κ. Δημοσθένης Σαρρηγιάννης, Διευθυντής και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Τμήματος Χημικών Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ανέφερε πως η νότια Ευρώπη είναι η δεύτερη και η πιο σημαντικά επηρεασμένη περιοχή από την κλιματική αλλαγή μετά από τη νοτιοανατολική Ασία στο συγκεκριμένο θέμα, με την Ευρώπη να είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος παγκοσμίως. Η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή θερμαίνονται σχεδόν με διπλάσιο ρυθμό από τον παγκόσμιο μέσο όρο, με περισσότερους καύσωνες, λειψυδρία και ρύπανση, και έως 1 εκατ. πρόωρους θανάτους ανά έτος από ατμοσφαιρική ρύπανση. Για την Ελλάδα, τα σενάρια υψηλών εκπομπών δίνουν αύξηση μέσης θερινής θερμοκρασίας >4οC μέχρι το τέλος του αιώνα, με 12‑πλάσια αύξηση των ημερών καύσωνα σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη και η Αθήνα. Οι εκτιμήσεις αυτές έχουν πολύ μεγάλη σημασία, παρατήρησε ο Καθηγητής, καθώς υπερβαίνουν τα όρια ανθεκτικότητας του σημερινού συστήματος, όχι μόνο υγείας, αλλά διαβίωσης στη χώρα.
Σύμφωνα με τη συστημική προσέγγιση, οι συνέπειες της αλλαγής του κλίματος για να φτάσουν να έχουν επιπτώσεις στην υγεία περνούν από τα μονοπάτια έκθεσης. Τα κύματα καύσωνα, η επιδείνωση της ποιότητας του αέρα, τα έντονα καιρικά φαινόμενα, η επιδείνωση της ποιότητας του νερού και των τροφίμων, οι μετακινήσεις πληθυσμών, οι αλλαγές στους μολυσματικούς παράγοντες δεν γίνονται από μόνα τους· γίνονται μέσα σε ένα πλαίσιο περιβαλλοντικό, αλλά και θεσμικό, με αλλαγές της χρήσης γης, των οικοσυστημάτων, των υποδομών κ.λπ., καθώς και μέσα σε ένα κοινωνικό και συμπεριφορικό πλαίσιο, που έχει να κάνει με τα κοινωνικο-δημογραφικά στοιχεία του πληθυσμού, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, τις υποδομές, την εκπαίδευση, τους κοινωνικούς αποκλεισμούς και διαχωρισμούς και τη διαφορική πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, που δυστυχώς ακόμα συμβαίνει.
Όλα αυτά μαζί δημιουργούν ένα πολύπλοκο δυσεπίλυτο σύστημα που αποκαλείται «κλιματικό εκθεσίωμα». Ο μηχανισμός επίλυσής του βασίζεται σε έναν συνδυασμό της απλότητας και της πολυπλοκότητας, ανέφερε ο κ. Σαρηγιάννης, απαιτείται δηλαδή ο εναγκαλισμός της πολυπλοκότητας των πραγματικών φαινομένων ώστε να βρεθούν οι απλούστερες λύσεις που μπορούν να οδηγήσουν στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.
Το σενάριο «μη προσαρμογής», να μην κάνουμε δηλαδή τίποτα, σημαίνει ένα συνολικό πρόσθετο κόστος στην υγεία της τάξης των 1,2 με 1,8 δισ. ετησίως μέχρι το 2050. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το κόστος των ακραίων καιρικών φαινομένων μέχρι το 2050 θα είναι της τάξης του 1,7 με 2 δισ., ενώ αντίστοιχα το κόστος από επιπτώσεις στην παραγωγικότητα και την εργασία υπολογίζεται γύρω στο 1,1 με 1,5 περίπου δισεκατομμύρια ετησίως. Το συνολικό πραγματικό κόστος αδράνειας ανέρχεται σε περίπου 5,7 δισεκατομμύρια ετήσιο πρόσθετο κόστος έως το 2050 σε υγεία, υποδομές, εργασία και απώλειες παραγωγικότητας, ενώ μακροπρόθεσμα, έως το τέλος του αιώνα, οι εκτιμήσεις δείχνουν πιθανή επιβάρυνση της τάξης παραπάνω από 100 δισ. μόνο στον τομέα της υγείας και στις κοινωνικές δαπάνες. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα, οι εκτιμήσεις αυτές είναι εξαιρετικά δυσοίωνες για την επιβίωσή μας, παρατήρησε ο ομιλητής.
Η πρόταση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ) είναι να ενσωματωθεί η έννοια του κλιματικού εκθεσιώματος όχι μόνο στις πολιτικές της υγείας, αλλά σε όλες τις πολιτικές, και να δημιουργηθεί ένα Εθνικό Παρατηρητήριο Κλιματικού Εκθεσιώματος και Υγείας, με ενοποίηση των δεδομένων. Το ΕΙΕ μπορεί να προσφέρει υποστήριξη ανάλυσης τεχνολογιών υγείας, οικονομικών αξιολογήσεων και στρατηγικών ανθεκτικότητας, ενώ επιπλέον χάρη στη διεπιστημονική φύση του μπορεί να λειτουργήσει ως σύνδεσμος με ευρωπαϊκές και παγκόσμιες πρωτοβουλίες.
Η κλιματική κρίση είναι ήδη κρίση υγείας και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ανέφερε κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Σαρηγιάννης. Το εκθεσίωμα, ιδωμένο μέσα από την οπτική της κλιματικής αλλαγής, μας δίνει την ποσοτική γλώσσα, τον μηχανισμό για να μεταφράσουμε τις εκθέσεις σε διαφορετικούς παράγοντες σε φορτίο νόσου και σε χρήματα, προσφέροντας τελικά μια δυνατότητα για τεκμηριωμένη ιεράρχηση παρεμβάσεων και πόρων. Το κόστος της αδράνειας είναι πάρα πολύ σημαντικό, δυσβάσταχτο, ενώ η στοχευμένη προσαρμογή μπορεί να προσφέρει σημαντικό υγειονομικό, κοινωνικο-οικονομικό, αλλά και πολιτικό, με την έννοια της λειτουργίας της κοινωνίας μας, όφελος, αν βασιστεί σε δεδομένα εκθεσιώματος.
Δημόσια υγεία και το κοινωνικό κόστος του άνθρακα
Δυστυχώς, το βασικό υπόδειγμα το οποίο χρησιμοποιείται στη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή και προσδιορίζει μεταξύ άλλων και το μέγεθος της ζημιάς που εκτιμούμε πως προέρχεται από την κλιματική αλλαγή στην ανθρωπότητα, λαμβάνει ελάχιστα υπόψη αυτές τις επιπτώσεις στην υγεία, παρατήρησε ο κ. Ανδρέας Παπανδρέου, Καθηγητής Περιβαλλοντικών Οικονομικών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το κοινωνικό κόστος του άνθρακα -ο πιο σημαντικός ίσως αριθμός που κανένας δεν γνωρίζει- είναι ουσιαστικά μια μέτρηση της ζημιάς που θεωρούμε ότι προέρχεται από μία εκπομπή αερίου θερμοκηπίου. Η μέτρηση αυτή χρησιμοποιείται ευρέως για την ανάλυση κόστους-οφέλους των επιπτώσεων των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και επηρεάζει όλες τις αποφάσεις, τις επενδυτικές, στο επίπεδο του δημοσίου, αλλά και τη διαμόρφωση πολιτικών για πολιτικές που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στις εκπομπές αερίου θερμοκηπίου. Επιπλέον, αν μια χώρα θέλει να φορολογήσει τον άνθρακα ώστε να λαμβάνει υπόψη τη ζημιά και να δημιουργήσει κίνητρο στην οικονομία ώστε να μεταβάλει το ενεργειακό σύστημα σε πιο καθαρές μορφές ενέργειες, το κοινωνικό κόστος του άνθρακα βοηθάει στον προσδιορισμό του πόσος πρέπει να είναι ο φόρος άνθρακα. Το κοινωνικό κόστος του άνθρακα χρησιμοποιείται επίσης από επιχειρήσεις όταν σχεδιάζουν την πολιτική τους, στον βαθμό που θέλουν να κάνουν απανθρακοποίηση ή να ευαισθητοποιηθούν απέναντι στις κλιματικές αλλαγές.
Με απλά λόγια, όσο μεγαλύτερο είναι το κοινωνικό κόστος του άνθρακα, άρα η ζημιά που προκαλεί μια εκπομπή αερίου θερμοκηπίου, τόσο περισσότερα μέτρα θα πάρουμε για να αποφύγουμε την κλιματική αλλαγή. Αυτό υπολογίζεται μέσα από τα «υποδείγματα ολοκληρωμένης αξιολόγησης» και το κεντρικό στοιχείο των υποδειγμάτων είναι κάποιες συναρτήσεις ζημιάς, που υπολογίζουν τη ζημιά στην κοινωνία από μια παραπάνω εκπομπή. Οι συναρτήσεις αυτές βασίζονται σε εμπειρικές μελέτες σε πολλές διαστάσεις και εκτιμούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες μετατρέπονται σε νομισματικά μεγέθη σε μια προσπάθεια να καταγραφούν όλες οι ζημιές στους ανθρώπους -και στην οικονομία και στη φύση- σε ένα κοινό μέτρο, οπότε να μπορούμε να συγκρίνουμε τις ζημιές. Μέχρι πρόσφατα, οι μελέτες για τις συναρτήσεις ζημιάς γίνονταν από οικονομολόγους χωρίς τη συμμετοχή ερευνητών δημόσιας υγείας, ωστόσο η έρευνα από επιδημιολόγους και άλλους επαγγελματίες δημόσιας υγείας που θα ενημερώνει τις συναρτήσεις ζημιάς μπορεί να επηρεάσει πάρα πολύ την κλιματική πολιτική.
Παρουσιάζοντας σχηματικά πώς λειτουργούν τα ολοκληρωμένα υποδείγματα αξιολόγησης, ο κ. Παπανδρέου ανέφερε πως δείχνουν, παραδείγματος χάρη, με ποιον τρόπο η αύξηση του πληθυσμού, η αύξηση του βιωτικού επίπεδου ή η αυξημένη οικονομική δραστηριότητα οδηγεί σε αυξημένες εκπομπές και πώς αυτές επηρεάζουν με τη σειρά τους το κλιματικό σύστημα. Ωστόσο, επισήμανε ο ομιλητής, αν και οι συναρτήσεις ζημιάς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλα τα δεδομένα που διαθέτουμε για τις πιθανές ζημιές που θα προκληθούν από την κλιματική αλλαγή, μέχρι σήμερα τα περισσότερα υποδείγματα αναφέρονταν στα ζητήματα υγείας πολύ έμμεσα και χωρίς πραγματικές εκτιμήσεις, κάτι που εξηγεί μερικώς γιατί οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην υγεία είναι σχετικά μικρές σε σύγκριση με άλλους τομείς. Ένα από τα μοναδικά υποδείγματα το οποίο αναφέρεται ρητά στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και έχει ουσιαστικά συναρτήσεις ζημιάς που σχετίζονται με την υγεία είναι το υπόδειγμα FUND, όπου μία πρώτη προσέγγιση δείχνει ότι η συμβολή των επιπτώσεων της ζημιάς στην υγεία στο κοινωνικό κόστος, δηλαδή στη ζημιά που προκαλεί η κλιματική αλλαγή συνολικά στην κοινωνία, ανέρχεται σε 8,7%.
Η πραγματική υγειονομική ζημιά από την κλιματική αλλαγή είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που έχει καταγραφεί, υπογράμμισε ο κ. Παπανδρέου. Ένα από τα παράδοξα της οικονομικής ανάλυσης και το βασικό πρόβλημα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την επίπτωση στην υγεία είναι ότι ο τρόπος που αποτιμούμε τη ζημιά είναι η διάθεση πληρωμής για να αποφύγουμε επιπτώσεις στην υγεία μας. Προφανώς οι πλουσιότερες χώρες έχουν πολύ περισσότερα χρήματα, παρατήρησε. Αν οι χώρες που είναι πιο ευάλωτες είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα -ακριβώς επειδή δεν έχουν και τα μέσα και να προστατευτούν- θα άλλαζε πολύ η εικόνα της ζημιάς που προκαλεί η κλιματική αλλαγή.
Συζήτηση
Στη συζήτηση που ακολούθησε, στο ερώτημα του κ. Ντεμιάν σχετικά με τις προϋποθέσεις που θα μας επέτρεπαν να εισάγουμε σε ένα υπόδειγμα το κομμάτι της υγείας, με πιο συγκεκριμένα δεδομένα και προσεγγίσεις, ο κ. Παπανδρέου απάντησε πως απαιτείται πολύ ευρύτερη διεπιστημονική συνεργασία, στην οποία θα πρέπει να συμμετέχουν ειδικοί σε θέματα δημόσιας υγείας, ιατροί και οικονομολόγοι, ειδικοί σε θέματα τροφίμων, ειδικοί σε θέματα κοινωνικού αποκλεισμού, που να μπορούν ουσιαστικά να προτείνουν μέτρα προσαρμογής στις νέες συνθήκες, αλλά και ειδικοί στα θέματα ενέργειας, που θα μπορούν να αποτυπώσουν τις επιπτώσεις που θα έχει η ενεργειακή μετάβαση στην υγεία. Ουσιαστικά, παρατήρησε, το κλειδί για την καλύτερη κατανόηση των επιπτώσεων στην υγεία είναι η συστημική διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία στην πράξη ακόμη δεν υπάρχει παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει.
Στη χώρα μας, καλώς ή κακώς, έχουμε μάθει να δουλεύουμε και σε επίπεδο σχεδιασμού και αξιολόγησης πολιτικών με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ανέφερε ο συντονιστής της συζήτησης και ρώτησε τον κ. Σαρηγιάννη πόσο εύκολα θα μπορούσαμε να ενσωματώσουμε το εκθεσίωμα στον νέο τρόπο που θα γίνονται οι πολιτικές.
Πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουν οι επαγγελματίες της υγείας ότι υπάρχει κλιματική και περιβαλλοντική αλλαγή και να μάθουν να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν προβλήματα που απορρέουν από αυτή, απάντησε ο κ. Σαρηγιάννης. Θα πρέπει επίσης η Δημόσια Υγεία και η Πρωτοβάθμια Φροντίδα να ενισχυθούν ώστε να παρακολουθούν έγκαιρα αυτές τις επιπτώσεις και, ασφαλώς, οι ίδιες οι δομές υγείας να γίνουν κλιματικά ανθεκτικές, με σχέδια έκτακτης ανάγκης, ενεργειακά αποδοτικές υποδομές και τη δυνατότητα να συνεχίζουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους ακόμα και κατά τη διάρκεια μελλοντικών κρίσεων. Όσον αφορά στο μεθοδολογικό κομμάτι της ενσωμάτωσης, συνέχισε, είναι βασικό να υιοθετηθεί η προσέγγιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας: η υγεία σε όλες τις πολιτικές. Απαιτείται μια διατομεακή στρατηγική, ώστε κάθε απόφαση να αξιολογείται εκ των προτέρων όσον αφορά τις επιπτώσεις στην υγεία και στο περιβάλλον, και απαιτείται ολοκληρωμένη επιτήρηση, με μηχανισμούς προειδοποίησης και διασύνδεση περιβαλλοντικών δεδομένων με δεδομένα υγείας σε πραγματικό χρόνο. Όλα αυτά είναι εφικτά, αλλά πρέπει να υπάρχουν δείκτες για να αξιολογούνται άμεσα, ώστε να λαμβάνονται αποφάσεις. Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και τα big data analytics μπορούν επίσης να βοηθήσουν σημαντικά στην όλη προσπάθεια και βεβαίως πολύ σημαντικό είναι και το ρυθμιστικό πλαίσιο. Χρειάζεται να γίνει αναμόρφωση κανονισμών και μελετών επιπτώσεων, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η συνδυαστική έκθεση σε πολλές απειλές, που σημαίνει κάθε νέα πολιτική, κάθε έργο, βιομηχανική εγκατάσταση, αστικό σχέδιο, να αξιολογείται ως προς τον συνολικό περιβαλλοντικό και υγειονομικό αντίκτυπό του και όχι για κάθε έναν ρύπο χωριστά, έτσι ώστε να έχουμε παρεμβάσεις που να θωρακίζουν. Ασφαλώς θέλουμε να έχουμε καινοτομία και οικονομική ανάπτυξη, κατέληξε ο κ. Σαρηγιάννης, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να θωρακίζεται και η δημόσια υγεία.
Σημαντικό ρόλο στη θωράκιση της δημόσιας υγείας μπορεί επίσης να διαδραματίσει η τοπική πρωτοβουλία, πρόσθεσε ο κ. Τσουρός, αναφέροντας πως σε μία αξιολόγηση που κλήθηκε προ διετίας να κάνει για λογαριασμό του Π.Ο.Υ. των Αραβικών Κρατών σχετικά με το τι γίνεται σε τοπικό επίπεδο στις χώρες του Περσικού Κόλπου, εντυπωσιάστηκε από τις πρωτοβουλίες που είχαν πάρει τοπικά, ορισμένοι δήμοι, μαζί με μία πολύ ισχυρή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, για να δημιουργήσουν πόλεις ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή. Αυτό που πρέπει να αντιληφθούμε όλοι όταν μιλάμε για δημόσια υγεία, τόνισε ο κ. Τσουρός, είναι πως η υγεία δημιουργείται στη γειτονιά, εκεί που ζεις, στο σπίτι σου, στο πράσινο, στην ποιότητα του περιβάλλοντος και του αέρα που αναπνέεις. Είναι ένα θέμα που θα πρέπει να απασχολεί κάθε δήμαρχο, κάθε διοικητή μονάδας ή υπηρεσίας, κάθε διοικητή μιας ΔΥΠΕ. Πρέπει να πάρουμε το μέλλον στα χέρια μας και, ευαισθητοποιημένοι από όλη αυτή την απίστευτη επιστημονική τεκμηρίωση, να πείσουμε ακόμη και τους πιο δύσπιστους ότι πρόκειται για τη βιωσιμότητα του αύριο για όλους μας.








