Η στρογγυλή τράπεζα που συντόνισε η δημοσιογράφος κ. Νιόβη Αναζίκου είχε ως στόχο την ανάδειξη της ανάγκης διαχείρισης του «αόρατου» προβλήματος της μακροχρόνιας φροντίδας -το βάρος της οποίας επωμίζονται σήμερα στη χώρα μας οι οικογένειες- με ολοκληρωμένες πολιτικές και στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής.
Η μακροχρόνια φροντίδα είναι ανάγκη να αποτελέσει κεντρική προτεραιότητα κοινωνικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια, καθώς το ζήτημα αυτό απασχολεί ήδη έναν μεγάλο αριθμό οικογενειών στην Ελλάδα, αριθμός που εκτιμάται πως θα αυξάνεται όλο και περισσότερο δεδομένης της γήρανσης του πληθυσμού, ανέφερε η κ. Αναζίκου προλογίζοντας τη συζήτηση.
Ορισμός της μακροχρόνιας φροντίδας και evidence-based ευρωπαϊκές πολιτικές
Διευκρινίζοντας πως η μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων αφορά τη μακροχρόνια φροντίδα των ηλικιωμένων ανθρώπων μόνο, η κ. Μαρία Καραγιαννίδου, Ερευνήτρια στο Care Policy and Evaluation Center (CPEC) του Τμήματος Πολιτικών Υγείας του LSE και Λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του LSE, τόνισε πως είναι πολύ σοβαρό για τη χώρα να ορισθεί με σαφήνεια η μακροχρόνια φροντίδα, καθώς ένα σύνηθες λάθος στην Ελλάδα είναι ότι αυτές τις υπηρεσίες περιλαμβάνουν όλο το κομμάτι της αναπηρίας και όλο το ηλικιακό εύρος.
Στην Αγγλία, στη Γερμανία, καθώς και στις σκανδιναβικές χώρες, υπάρχει evidence-based policy, δηλαδή οτιδήποτε σχεδιάζεται, οτιδήποτε αλλάζει, μεταμορφώνεται, πάντοτε στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Στην Ελλάδα, για κάποιο λόγο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο κι αυτό αποτελεί ένα τεράστιο έλλειμμα, εξήγησε, αναφέροντας πως η στρατηγική για τη γήρανση που σχεδιάσθηκε από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς –με τη συμμετοχή και του LSE– πριν από δύο ή τρία χρόνια και η οποία περιείχε πολλές τεκμηριωμένες πληροφορίες, δεν λήφθηκε ποτέ υπόψη στη στρατηγική που τελικά διαμορφώθηκε επίσημα από το Υπουργείο. Το θέμα δεν είναι μόνο να παράγεται ακαδημαϊκή γνώση, υπογράμμισε η ομιλήτρια, αλλά και να λαμβάνεται υπόψη.
Παρουσιάζοντας τα διάφορα μοντέλα χρηματοδότησης των υπηρεσιών, η κ. Καραγιαννίδου ανέφερε πως οι σκανδιναβικές χώρες χρηματοδοτούν τη μακροχρόνια φροντίδα από τη γενική φορολογία. Στο παρελθόν υπήρχε η τάση στις σκανδιναβικές χώρες να έχουν αποκεντρωμένες υπηρεσίες για τους ηλικιωμένους, βασισμένες κυρίως στους δήμους, σήμερα ωστόσο, επειδή αυξάνεται ο πληθυσμός και οι ανάγκες είναι τεράστιες, αρχίζουν και δημιουργούνται περισσότερες υπηρεσίες στην κοινότητα, ώστε οι άνθρωποι να μένουν στα σπίτια τους με πιο ισχυρή φροντίδα στην κοινότητα.
Η Γερμανία, που έχει ως σύστημα χρηματοδότησης την κοινωνική ασφάλιση, έχει κάνει αρκετές μεταρρυθμίσεις, με πιο μεγάλη αυτή που έγινε επί Merkel και στη χρηματοδότηση και στις υπηρεσίες. Το γερμανικό κράτος δίνει επίσης έμφαση στη φροντίδα στην κοινότητα, παρέχοντας με κάποια κριτήρια ένα επίδομα (cash benefit) περίπου 1100 ευρώ στις οικογένειες των ανθρώπων που χρειάζονται φροντίδα.
Η Αγγλία έχει και αυτή κυρίως υπηρεσίες στην κοινότητα. Το αγγλικό σύστημα βασίζεται στο «means testing», δηλαδή γίνεται μια πολύ αυστηρή αξιολόγηση όχι μόνο με βάση την αναπηρία που έχει ο ηλικιωμένος και τη μη δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης, αλλά και με βάση τα οικονομικά του χαρακτηριστικά.
Ένα πολύ ενδιαφέρον σύστημα με πολύ πιο δομημένες υπηρεσίες, που επίσης δίνει έμφαση στις υπηρεσίες κοινότητας και τη φροντίδα στο σπίτι παρά σε οίκους ευγηρίας, είναι το σύστημα της Ιαπωνίας -η οποία αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο αναφορικά με τη γήρανση και την επιβάρυνση- όπου εφαρμόζεται ένας συνδυασμός κοινωνικής ασφάλισης και γενικής φορολογίας για τη χρηματοδότηση του συστήματος. 50% προέρχεται από την κοινωνική ασφάλιση, την οποία πληρώνουν οι πολίτες άνω των 40 ετών, και το υπόλοιπο από τη γενική φορολογία, 25% από τα έσοδα του κράτους και 25% από τα έσοδα των δήμων. Υπάρχουν ασφαλώς αυστηρά κριτήρια στο ποιος δικαιούται τελικά τη φροντίδα, υπάρχει όμως πολύ ισχυρή φροντίδα στην κοινότητα και δίνεται στήριξη και στο σπίτι, ενώ ανά διετία υπάρχει αξιολόγηση της αναπηρίας των ηλικιωμένων.
Σε κάθε μία από τις χώρες αυτές, ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζεται ή ανανεώνεται και επικαιροποιείται το σύστημα σχετίζεται πάντοτε με επιστημονικά και ακαδημαϊκά δεδομένα, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην Ελλάδα, επανέλαβε η ομιλήτρια. Στη χώρα μας, το μόνο εργαλείο που υπάρχει σήμερα για την αποτύπωση των αναγκών του πληθυσμού και την εκτίμηση της επιβάρυνσης του πληθυσμού είναι η ευρωπαϊκή μελέτη SHARE. Στην πραγματικότητα όμως ο ελληνικός πληθυσμός είναι πιο επιβαρυμένος, επομένως είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν και άλλου τύπου πολύ διαφορετικές έρευνες για την ακριβέστερη αποτύπωση των αναγκών.
Σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της στρατηγικής για τη γήρανση που σχεδιάστηκε από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς σε Έλληνες πολίτες μέσης ηλικίας, περίπου 50 ετών, η πρώτη επιλογή των συμμετεχόντων όταν ρωτήθηκαν τι φροντίδα θα ήθελαν για τους δικούς τους γονείς και για τον εαυτό τους ήταν να έχουν έναν φροντιστή στο σπίτι, ενώ όταν ρωτήθηκαν σχετικά με τη χρηματοδότηση της μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα, η απάντηση ήταν ότι πρέπει να γίνεται με οικονομικά κριτήρια. Φαίνεται λοιπόν ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα, οι πολίτες, είναι πιο μπροστά από τους πολιτικούς κι αυτούς που σχεδιάζουν τις υπηρεσίες, δήλωσε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της η κ. Καραγιαννίδου.
Επένδυση στην κατ’ οίκον φροντίδα
Ο ορισμός της μακροχρόνιας φροντίδας είναι πολύ σημαντικός, συμφώνησε ο κ. Ζαφείρης Βάλβης, εμπειρογνώμων στα οικονομικά της μακροχρόνιας φροντίδας. Στις εκθέσεις γήρανσης που γίνονται κάθε τρία χρόνια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο και εκεί δίνεται ένας πολύ συγκεκριμένος ορισμός, τον οποίον όλοι οι ακαδημαϊκοί ουσιαστικά ακολουθούν. Είναι η παροχή φροντίδας σε άτομα με δυσκολία αυτοεξυπηρέτησης στις δραστηριότητες καθημερινής ζωής. Μπορεί να συνυπάρχουν ιατρικά θέματα, αλλά το κύριο σημείο είναι ότι έχουν δυσκολία αυτοεξυπηρέτησης.
Η δυσκολία εκτίμησης των αναγκών μακροχρόνιας φροντίδας δεν είναι μόνο ελληνική, συνέχισε ο κ. Βάλβης, είναι πανευρωπαϊκή. Η μεγάλη πρόκληση που καλούνται οι χώρες να αντιμετωπίσουν οφείλεται σε δύο λόγους: ο πρώτος είναι η γήρανση του πληθυσμού και ο δεύτερος η μειωμένη προσφορά φροντιστών. Αν και μέχρι σήμερα τους ηλικιωμένους φρόντιζαν συνήθως τα παιδιά τους στο σπίτι, πλέον έχουν σημειωθεί τρεις μεγάλες αλλαγές: πρώτον, πολλοί ηλικιωμένοι στο μέλλον δεν θα έχουν παιδιά, γιατί έχει μειωθεί πάρα πολύ η γεννητικότητα, δεύτερον, όσοι έχουν παιδιά έχουν λιγότερα και τρίτον, οι γυναίκες εργάζονται, επομένως δεν μπορούν να έχουν τον ρόλο που είχαν παλιότερα. Επιπλέον, υπάρχει και η κινητικότητα στην εργασία, άρα τα παιδιά δεν μένουν πάντα στην ίδια περιοχή με τους γονείς.
Το να πούμε ότι υπάρχουν ένα εκατομμύριο άτομα σε ανάγκη φροντίδας δεν βοηθάει κανέναν στο να φτιάξει πολιτικές, γιατί δεν έχουν όλοι τις ίδιες ανάγκες φροντίδας, παρατήρησε ο ομιλητής, περιγράφοντας στη συνέχεια την καινοτόμο μεθοδολογία που προτάθηκε για την ακριβή αποτύπωση των αναγκών με βάση μία πολύ αναλυτική μελέτη στην οποία συμμετείχε ο ίδιος και η οποία δημοσιεύθηκε στο Journal of Long Term Care. Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, εξήγησε, η δυσκολία αυτοεξυπηρέτησης ταξινομήθηκε σε πέντε επίπεδα και υπολογίστηκε ότι σήμερα υπάρχουν στην Ελλάδα περίπου 677.000 άτομα άτομα άνω των 65 ετών που βρίσκονται σε κάποιο επίπεδο ανάγκης φροντίδας. Από τους 677.000 αυτούς ανθρώπους, 180.000 ανήκουν στα σοβαρά επίπεδα δυσκολίας αυτοεξυπηρέτησης, άλλοι 120.000 έχουν αρχίσει να έχουν δυσκολία και χρήζουν φροντίδας, και οι υπόλοιποι έχουν ανάγκη φροντίδας μόνο για τις δουλειές του σπιτιού και για μετακινήσεις εκτός σπιτιού. Στη συνέχεια, με διάφορους μεσοσταθμικούς συντελεστές, υπολογίστηκε πόση ώρα φροντίδας χρειάζεται κάθε μία από τις κατηγορίες, ώστε να εκτιμηθεί πόσα χρήματα και πόσους φροντιστές χρειαζόμαστε. Συνολικά υπολογίστηκε πως η χώρα μας χρειάζεται 187.000 φροντιστές, με εργασία 8 ωρών που είναι εργασία πλήρους απασχόλησης, -είτε είναι άτυποι είτε είναι επαγγελματίες, είτε πληρώνονται είτε όχι- ενώ για την κάλυψη των αναγκών του πιο αδύναμου πληθυσμού, στα επίπεδα 4 και 5, εκτιμήθηκε πως χρειάζονται περίπου 105.000 φροντιστές. Οι εκτιμήσεις αυτές, κατέληξε ο κ. Βάλβης, προσφέρουν μία εικόνα των αναγκών, στην οποία μπορεί να στηριχθεί στη συνέχεια η πολιτεία για να εκτιμήσει τον προϋπολογισμό που θα απαιτηθεί για την κάλυψή τους.
Η εικόνα της μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα
Η ρίζα του προβλήματος στη χώρα μας βρίσκεται στο ότι η μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων μοιράζεται ανάμεσα σε τρία υπουργεία, το Υπουργείο Υγείας, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και το Υπουργείο Εσωτερικών, που δεν ασχολείται ιδιαίτερα ωστόσο με τη μακροχρόνια φροντίδα παρ’ όλο που έχει κι αυτό δομές, ανέφερε ο Ψυχολόγος, Δρ Γεροντολογίας κ. Κωστής Προύσκας. Αν έχουμε καταφέρει ως χώρα να έχουμε δύο διεθνείς οργανισμούς, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τον ΟΟΣΑ, να προσπαθούν να ξετυλίξουν το κουβάρι μας -είπε χαρακτηριστικά-, αυτό δείχνει και την απουσία της πολιτικής βούλησης.
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι ότι δεν υπάρχει κεντρικός συντονιστής στη μακροχρόνια φροντίδα στη χώρα, άρα δεν υπάρχει κοινό νομοθετικό πλαίσιο ούτε κοινό σύστημα χρηματοδότησης, ενώ ένα επιπλέον πρόβλημα είναι η έλλειψη φροντιστών. Από άποψη δομών, παρατήρησε ο κ. Προύσκας, η πρώτη δομή της χώρας είναι η οικογένεια. Άρα λοιπόν έχουμε την οικογενειακή φροντίδα και όλες οι συζητήσεις που γίνονται έχουν να κάνουν με την υποστήριξη και την εκπαίδευση των φροντιστών ώστε να παρατείνουμε το διάστημα που οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας που χρειάζονται φροντίδα θα παραμείνουν στο σπίτι.
Στη χώρα μας, υπάρχει σήμερα επίσης τεράστιο ζήτημα με την πιστοποίηση των φροντιστών, καθώς και ένα ζήτημα οικονομικής στήριξης, καθώς οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν σύνταξη γήρατος εξαιρούνται από το επίδομα ετέρου προσώπου και αυτό αυτόματα σημαίνει μεγαλύτερη δυσκολία για την οικογένεια. Και βεβαίως υπάρχει το πρόβλημα ότι δεν υπάρχει κανενός είδους θεσμοθέτηση στην αξιολόγηση των αναγκών, κάτι το οποίο αποτελεί βασικό ζήτημα κεντρικής πολιτικής. Αν δεν καταφέρουμε να φτιάξουμε αυτές τις πέντε κατηγορίες φροντίδας που αναφέρθηκαν, εξήγησε ο ομιλητής, η συζήτηση δεν μπορεί να προχωρήσει.
Οι δομές που υπάρχουν στην κοινότητα για να βοηθούν την οικογένεια είναι οι διάφορες κοινοτικές δομές, οι συμβουλευτικοί σταθμοί για την άνοια, τα ιατρεία, η τηλεψυχιατρική, τα κέντρα ημέρας, τα Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων (ΚΗΦΗ), τα καινούργια Κέντρα Ημέρας Ολοκληρωμένης Φροντίδας (ΚΗΟΦ), κάποια εκ των οποίων έχουν προκηρυχθεί και κάποια αναμένεται να προκηρυχθούν από το Υπουργείο Ψυχικής Υγείας, καθώς και το πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» και οι κινητές μονάδες. Ο αριθμός των δομών είναι ωστόσο μικρός και δεν επαρκεί για την υποστήριξη των οικογενειών, ενώ επιπλέον υπάρχει θέμα με τη χρηματοδότηση και τη συνέχεια της χρηματοδότησής τους.
Στο κομμάτι της κλειστής φροντίδας, το Υφυπουργείο Ψυχικής Υγείας έχει τις μονάδες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης για την άνοια και τα ψυχογηριατρικά οικοτροφεία. Οι μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, που είναι υπό την εποπτεία του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής, έχουν το μεγαλύτερο μέρος των κλινών, γύρω στις 15.000-17.000 κλίνες, οι οποίες καλύπτουν όλο το φάσμα της εξυπηρέτησης των αναγκών αυτού του πληθυσμού. Στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για την Άνοια συζητήθηκε η ανάγκη ίδρυσης μονάδων εξειδικευμένης φροντίδας ηλικιωμένων, με έμφαση στην άνοια, στην αποθεραπεία, στα χρόνια προβλήματα γήρατος, στην αποκατάσταση κ.λπ., αλλά και στην ανακουφιστική φροντίδα, για την οποία επίσης δεν έχουμε δομές ως χώρα. Όσον αφορά στις δομές και τα θεραπευτήρια χρονίως πασχόντων, είναι επίσης ελάχιστα, με μικρό αριθμό κλινών. Συνολικά, η χώρα μας δεν έχει περισσότερες από 20.000 κλίνες στη μακροχρόνια φροντίδα, υπογράμμισε ο κ. Προύσκας. Επιπλέον, στην κλειστή φροντίδα υπάρχουν θέματα διαβάθμισης, αλλά και χρηματοδότησης, τεράστιο ζήτημα εξεύρεσης φροντιστών και νοσηλευτών, εκπαίδευσης των ελεγκτών, αλλά και εκπαίδευσης και πιστοποίησης των διευθυνόντων αυτών των μονάδων, καθώς και ένα τεράστιο ζήτημα στίγματος. Δυστυχώς, εξήγησε ο κ. Προύσκας, τα μέσα ενημέρωσης εστιάζουν στις λίγες άσχημες περιπτώσεις μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων και κανένας δεν συζητάει, για παράδειγμα, πόσο σημαντική δουλειά έγινε από τις δομές την περίοδο του κορωνοϊού, όταν κλείσαμε τις δομές πολύ πριν βγουν οδηγίες από την Περιφέρεια και από το Υπουργείο Υγείας.
Το σύστημα της μακροχρόνιας φροντίδας είναι στη χώρα μας κατακερματισμένο, χωρίς διασύνδεση δομών και υπηρεσιών και χωρίς ένα πρόσωπο αναφοράς ή ένα θεσμικό όργανο, που θα μπορούσε να μιλήσει για όλα τα προβλήματα του χώρου, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του ο ομιλητής.
Συζήτηση
Στην ερώτηση της κ. Αναζίκου ποιο μοντέλο θα μπορούσε να στηρίξει χρηματοδοτικά αυτή τη στιγμή τη μακροχρόνια φροντίδα στη χώρα μας, ο κ. Βάλβης απάντησε πως η χρηματοδότηση δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο κράτος. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, πλην της Γερμανίας, εξήγησε, έχουν μεικτό σύστημα, λαμβάνοντας υπόψη τα εισοδήματα του ατόμου που βρίσκεται σε ανάγκη φροντίδας. Δεν είναι μόνο η Ελλάδα που έχει πρόβλημα, η μακροχρόνια φροντίδα είναι ένας καινούργιος ουσιαστικά τομέας και πολλές χώρες έχουν πρόβλημα στο να την ορίσουν και να την προσδιορίσουν. Το μοντέλο χρηματοδότησης, πάντως, σε όσες χώρες εφαρμόζεται, που είναι κυρίως οι σκανδιναβικές, η Ολλανδία και τώρα τελευταία η Ιταλία, είναι μεικτό. Λαμβάνει υπόψη τα εισοδήματα και τη σύνθεση του νοικοκυριού. Αν μένεις μόνος σου και έχεις χαμηλά εισοδήματα, δικαιούσαι περισσότερες ώρες, περισσότερα χρήματα, περισσότερες παροχές. Ένα παρόμοιο σύστημα είναι μάλλον μονόδρομος και για τη χώρα μας. Το κράτος μας θα πρέπει να επικεντρωθεί, όπως όλα τα κράτη κάνουν, στον πιο ευάλωτο και από άποψη δυνάμεων, φυσικών και οικονομικών και σύνθεσης νοικοκυριού. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει εθνικός συντονιστής στην Ελλάδα, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, και γίνεται μια προσπάθεια να υπάρχει ένας συντονισμός των υπηρεσιών, συμπλήρωσε ο κ. Βάλβης.
Παρά την ύπαρξη εθνικού συντονιστή, παρατήρησε η κ. Καραγιαννίδου, ένα από τα βασικά προβλήματα στη χώρα μας είναι η έλλειψη συντονισμού των υπουργείων. Δεν αρκεί να υπάρχει εθνικός συντονιστής. Για να υπάρξει ένας πραγματικά εφαρμόσιμος σχεδιασμός για τη μακροχρόνια φροντίδα, θα πρέπει εκείνοι που εμπλέκονται να είναι ειδικοί στο αντικείμενο και να το γνωρίζουν εις βάθος και οι πολιτικές θα πρέπει να είναι evidence-based, δηλαδή αυτό που γίνεται πράξη στις υπηρεσίες θα πρέπει να συνδέεται με τα δεδομένα. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει αυτό στην Ελλάδα. Στην Ολλανδία, όπως και στη Γερμανία, συνέχισε, λαμβάνεται υπόψη ο φροντιστής. Όταν πληρώνει κανείς την κοινωνική ασφάλιση και συγκεκριμένα τον φόρο κοινωνικής ασφάλισης για τη μακροχρόνια φροντίδα, αν έχει παιδιά, πληρώνει λιγότερο φόρο από κάποιον που δεν έχει παιδιά για τη μακροχρόνια φροντίδα του όταν θα είναι ηλικιωμένος, καθώς το σύστημα λαμβάνει υπόψη ότι η οικογένεια θα πάρει ένα μερίδιο της ευθύνης. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να εφαρμοστεί και στη χώρα μας. Δεν μπορεί να το αναλάβει εξ ολοκλήρου το κράτος, δεν μπορεί να το αναλάβει εξ ολοκλήρου η οικογένεια. Θα πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία και σίγουρα κάποια κοινωνικο-οικονομικά κριτήρια για το μερίδιο της ευθύνης που θα πρέπει να αναληφθεί, επομένως θα πρέπει να πάμε σε μια μεικτή προσέγγιση.
Δυστυχώς, ανέφερε ο κ. Προύσκας, το κόστος της μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα το καλύπτει σήμερα αποκλειστικά η οικογένεια, χωρίς κανενός είδους ενίσχυση. Οι οικογένειες αυτές χρειάζονται βοήθεια, υποστήριξη, ακόμα και κατεύθυνση για το πού μπορεί να αναζητήσουν φροντιστές ώστε να κρατήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τους ανθρώπους τους στο σπίτι. Γιατί ούτως ή άλλως, οι δομές δεν επαρκούν, οι κλίνες δεν επαρκούν και υπάρχει έλλειψη σε αμειβόμενους φροντιστές. Η χώρα μας δεν έχει κουλτούρα φροντίδας. Δεν γίνονται παρεμβάσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που θα μπορούσαν να αλλάξουν τη νοοτροπία των νεότερων ώστε να αποφασίσουν να σπουδάσουν αυτό το επάγγελμα. Αυτή τη στιγμή δαπανώνται χρήματα χωρίς κριτήρια και δυστυχώς δεν τα παίρνουν αυτοί που πραγματικά τα χρειάζονται, αλλά αυτοί που κάνουν πρώτοι την αίτηση, παρατήρησε ο κ. Προύσκας.






