Πώς λειτουργεί η μετανάστευση; – Συνεδρία

Η απόφαση ενός ατόμου να μεταναστεύσει αποτελεί ουσιαστικά μία επένδυση στο παρόν και το μέλλον όχι μόνο του ίδιου του μετανάστη, αλλά συχνά όλης του της οικογένειας και τις περισσότερες φορές λαμβάνεται αφού έχουν σταθμισθεί οι κίνδυνοι και τα οφέλη.

Στη συνεδρία «Πώς λειτουργεί η μετανάστευση; Η μετανάστευση ως κοινωνική διαδικασία και παράγοντας συνδιαμόρφωσης στην υγεία, την εργασία, την εκπαίδευση και τη συνύπαρξη», που συντόνισε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας κ. Θοδωρής Γεωργακόπουλος, αναλύθηκε και συζητήθηκε το φαινόμενο της μετανάστευσης και τονίστηκε η ανάγκη ενίσχυσης της ορατότητας, αναγνώρισης και σεβασμού των αναγκών και ανθρώπινων δικαιωμάτων των μεταναστών και των προσφύγων, οι οποίοι σήμερα αντιμετωπίζονται συχνά ως αριθμοί και όχι ως πραγματικοί άνθρωποι.

 

Περιγράφοντας τους βασικούς μηχανισμούς που διέπουν το φαινόμενο της μετανάστευσης, ο κ. Θεόδωρος Φούσκας, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Δημόσιας Υγείας της Σχολής Δημόσιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, εξήγησε το πώς κανείς παίρνει την απόφαση να μεταναστεύσει είτε μόνος του είτε από κοινού με άλλα μέλη της οικογένειάς του, αξιολογώντας προηγουμένως τους κινδύνους αλλά και τις ευκαιρίες που μπορεί να συνδέονται με αυτή του την απόφαση. Οι περισσότερες θεωρίες αντιμετωπίζουν τη μετανάστευση ως μια στρατηγική βιοπορισμού συχνότερα όλης της οικογένειας, καθώς στον πυρήνα της απόφασης βρίσκονται πολλές φορές τα άτομα που μένουν πίσω. Η νεοκλασική προσέγγιση, συνέχισε ο ομιλητής, εξηγεί την απόφαση του ατόμου να μεταναστεύσει με κριτήριο τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας που θα έχει, τη χρησιμότητα δηλαδή αυτής της επιλογής του. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, οι μεταναστευτικές ροές ανάμεσα σε δύο χώρες οφείλονται σε μετακινήσεις για τις οποίες έχει σταθμιστεί το κόστος και το όφελος αυτής της απόφασης. Οι χώρες προέλευσης είναι συνήθως αδύναμες οικονομικά και παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές στις αμοιβές και τις συνθήκες διαβίωσης, την ασφάλεια, την ελευθερία, την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγεία, με τις χώρες υποδοχής. Η απόφαση επομένως ενός ανθρώπου να μεταναστεύσει μπορεί να επηρεάζεται από το ιστορικό της οικογένειας ή ακόμη και της κοινότητας στην οποία ζει. Οι πρώτοι που μεταναστεύουν είναι συνήθως άτομα με λιγότερες άμεσες οικογενειακές υποχρεώσεις, νεότερης ηλικίας, και η απόφαση για μετανάστευση συνδέεται συχνά με οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές στη χώρα καταγωγής. Η απόφαση για μετανάστευση ενός ατόμου αποτελεί συχνά μία αντίδραση της οικογενειακής ομάδας σε ενδεχόμενους κινδύνους όταν στη χώρα καταγωγής δεν υπάρχει κράτος πρόνοιας και, σύμφωνα με κλασικούς μελετητές της μετανάστευσης, ο μετανάστης λαμβάνει την απόφαση μετακίνησής του από κοινού ουσιαστικά με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Η μετανάστευση ενέχει κινδύνους και το αποτέλεσμά της δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι επιτυχές, συνιστά ωστόσο έναν αποτελεσματικό τρόπο για να διαφοροποιήσει μία οικογένεια τις πηγές εισοδήματός της. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η οικογένεια μπορεί να αποταμιεύσει πόρους και να αντιμετωπίσει προβλήματα διαβίωσης, ανεργίας, εκπαίδευσης, υγείας κ.ά. Στις αναδυόμενες οικονομίες, στις οποίες η πρόσβαση σε κεφάλαια είναι δύσκολη, ορισμένες οικογένειες επιλέγουν να στείλουν κάποια μέλη τους στο εξωτερικό για να στηρίξουν οικονομικά και ενδεχομένως να χρηματοδοτήσουν κάποια νέα οικονομική δραστηριότητα της οικογένειας στη χώρα καταγωγής. Επομένως, η αποταμίευση των εσόδων του μέλους που έχει μεταναστεύσει μπορεί να είναι σωτήρια για όλη την οικογένειά του. Η οικογενειοκεντρική προσέγγιση της μετανάστευσης αντιλαμβάνεται τη μετανάστευση ως μία κοινωνική διαδικασία, θεωρώντας την έναν από τους τρόπους αντίδρασης της ομάδας όταν βιώνει ραγδαία οικονομική αλλαγή και η μισθωτή εργασία στη χώρα καταγωγής είναι ένα αβέβαιο μέσο βιοπορισμού.

Στη μετανάστευση, ιδιαίτερη σημασία έχουν επίσης τα δίκτυα των μεταναστών, οι προϋπάρχουσες κοινότητες στις χώρες υποδοχής που μπορούν να επιταχύνουν ή να διευκολύνουν τη μετακίνηση, αλλά και την προσαρμογή των μεταναστών στις νέες συνθήκες. Ο δεσμός μεταξύ των μεταναστών, εξήγησε ο ομιλητής, διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της πολιτισμικής τους ταυτότητας, την υποστήριξή τους και τη μείωση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν. Σε μακρο-επίπεδο, ανέφερε ολοκληρώνοντας την αρχική του τοποθέτηση ο κ. Φούσκας, η απόφαση μετανάστευσης συνδέεται αφενός με την ασφάλεια της ζωής των μεταναστών σε ορισμένες χώρες αφετέρου με τις τεράστιες πολλές φορές διαφορές μεταξύ των χωρών καταγωγής και υποδοχής όσον αφορά τόσο τις δυνατότητες κοινωνικής προστασίας, την ασφάλιση, τις αμοιβές και τις συντάξεις, όσο και τη δυνατότητα απασχόλησης, ιδιαίτερα σε οικονομίες με παρατεταμένη υψηλή ανεργία νέων ή/και αδυναμία απασχόλησης των ατόμων άνω των 50 ετών.

Συνδιαμόρφωση σημαίνει πως διαμορφώνουμε κάτι μαζί, από κοινού, παρατήρησε η κ. Νίκη Συκαρά, Γενική Διευθύντρια της ΜΚΟ SAMS Ελλάς, ωστόσο αυτό είναι κάτι που στην παρούσα φάση στην Ελλάδα δεν συμβαίνει και είναι πολύ δύσκολο να συμβεί όταν δεν δίνεται η δυνατότητα στους φορείς της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και στους ίδιους τους μετανάστες και πρόσφυγες, να συνεισφέρουν στην επίλυση των ζητημάτων που τους αφορούν. Σε ένα ευνομούμενο κράτος, τόνισε η ομιλήτρια, θα ήταν εύλογο να συμπεράνει κανείς πως οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να έχουν συστήσει κάποιες επιτροπές με τα ηγετικά μέλη των κοινοτήτων τους, οι οποίες θα μπορούσαν να τους εκπροσωπήσουν. Η SAMS, που το 2025 έκλεισε 10 χρόνια στην Ελλάδα, εκτός από τις παροχές υγείας και ψυχικής και κοινωνικής υποστήριξης που προσφέρει, λειτουργεί και ως συνήγορος των μεταναστών και των προσφύγων μέσα από διάφορα forums και δράσεις, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Είναι χαρακτηριστικό πως η Ελλάδα δεν αποτελεί μία χώρα όπως πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου υπάρχουν κάποιες επιτροπές οι οποίες προσπαθούν να λειτουργούν ως μοχλός πίεσης και ταυτόχρονα διαμόρφωσης και συνδιαμόρφωσης στα ζητήματα αυτά, αλλά υπάρχουν άλλοι τρόποι πολιτικών και διαχείρισης των θεμάτων αυτών. Στη χώρα μας, κατέληξε η κ. Συκαρά, υπάρχει δυστυχώς διακριτό έλλειμμα όσον αφορά τη θεσμοθετημένη και οργανωμένη επικοινωνία μεταξύ των φορέων στήριξης των μεταναστών και της κεντρικής εξουσίας.

Δυστυχώς, οι φωνές των ίδιων των μεταναστών δεν ακούγονται παρά μιλούν άλλοι εξ ονόματός τους, δήλωσε η κ. Νίνη Λομσάτζε, φοιτήτρια Ψυχολογίας και συνήγορος για τα δικαιώματα των μεταναστών στο Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών. Εξηγώντας πως το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών δεν είναι ΜΚΟ, αλλά ένα δευτεροβάθμιο σωματείο που έχει ως σκοπό να χτίζει γέφυρες μεταξύ των μεταναστών και προσφύγων και της ελληνικής κοινωνίας, η κ. Λομσάτζε ανέφερε πως τα μέλη του Φόρουμ αποτελούν 45 μεταναστευτικές και προσφυγικές κοινότητες που βρίσκονται στην Ελλάδα. Το βασικότερο πρόβλημα που υπάρχει στο μεταναστευτικό ζήτημα είναι το ελλιπές νομικό πλαίσιο, επισήμανε η ομιλήτρια, καθώς όταν ένας άνθρωπος έρχεται σε μία χώρα χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα αυτομάτως δεν έχει πρόσβαση σε βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η εργασία, η υγεία και η εκπαίδευση. Στη χώρα μας σήμερα υπάρχει μόνο ένας νόμος, σύμφωνα με τον οποίο ένας άνθρωπος πρέπει να μείνει στην Ελλάδα για 7 έτη χωρίς ελληνικά έγγραφα, να αποδείξει μετά τα 7 αυτά χρόνια ότι παρέμενε παρανόμως στη χώρα χωρίς τα έγγραφα αυτά, να περιμένει στη συνέχεια τουλάχιστον άλλα 3 έτη για να λάβει μία βεβαίωση παραμονής. Όλα αυτά τα χρόνια, ο άνθρωπος αυτός δεν μπορεί να εργασθεί, τουλάχιστον νόμιμα, ούτε μπορεί να έχει πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας ακόμη κι αν αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Επομένως, δεν μπορούμε να μιλάμε για ένταξη ή για δικαιώματα των ανθρώπων αυτών, τη στιγμή που βάσει νόμου δεν διασφαλίζεται όχι η αξιοπρεπής τους διαβίωση, αλλά ούτε καν η επιβίωσή τους. Η μόνη περίπτωση που εκδόθηκε προσωρινός ΑΜΚΑ για τον μεταναστευτικό και προσφυγικό πληθυσμό της χώρας, υπογράμμισε η κ. Λομσάτζε, ήταν προκειμένου να εμβολιασθούν έναντι του Covid και αυτό όχι φυσικά για τη δική τους προστασία, αλλά για να μην διασπείρουν τη νόσο στον ελληνικό πληθυσμό. Επομένως, υπάρχουν λύσεις, αυτό που λείπει είναι η βούληση να αντιληφθούμε το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις, κατανοώντας πως κανένας πρόσφυγας και κανένας μετανάστης δεν είχε ως όνειρο να φύγει από τη χώρα του και να πάει σε μία χώρα όπου θα μένει σε ένα camp, αλλά έφυγε επειδή οι συνθήκες τον υποχρέωσαν.

Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια κ. Σοφία Τσαμπίρη, συντονίστρια εδώ και 6 έτη μίας θεραπευτικής ομάδας για μετανάστριες στη ΜΚΟ «Ζωή» (Organizata «Jeta»), συμφώνησε με τον κ. Φούσκα πως η μετανάστευση βιώνεται από το άτομο αλλά αφορά ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα. Παρουσιάζοντας το έργο της ΜΚΟ, η κ. Τσαμπίρη εξήγησε πως οι γυναίκες που συμμετέχουν στη θεραπευτική ομάδα κουβαλούν τις προσδοκίες των γονιών τους, τις απώλειες των γιαγιάδων και των παππούδων τους, τα μοτίβα ανοχής και φόβου που περνούν μέσα από τη σιωπή. Η μετανάστευση αποτελεί ένα κρίσιμο οικογενειακό γεγονός που διαμορφώνει ταυτότητες για γενιές, συνέχισε. Οι γυναίκες της ομάδας παλεύουν συχνά να βρουν τη θέση τους ανάμεσα σε δύο χώρες, μέσα ωστόσο σε αυτή την εσωτερική σύγκρουση υπάρχει η δυνατότητα θεραπείας, καθώς αυτό που αρχικά μοιάζει με σχίσμα μπορεί να μετατραπεί σε γέφυρα ταυτότητας. Η διαγενεαλογική προσέγγιση, ανέφερε η ομιλήτρια, έχει ως στόχο τη θεραπευτική μετάβαση από την ντροπή και την αποκοπή στη συμφιλίωση και την αποδοχή της προσωπικής ιστορίας κάθε ατόμου. Περιγράφοντας τα θεραπευτικά εργαλεία με τα οποία λειτουργεί η ομάδα, όπως η ζωγραφική, η ποίηση, η μυθολογία κ.ά, η κ. Τσαμπίρη επισήμανε πως πολλά μέλη της ομάδας μπόρεσαν να εκφράσουν τις εμπειρίες τους μέσα από αυτά, καθώς η τέχνη μπορεί να μιλάει εκεί που ακόμη η γλώσσα δεν μπορεί. Η ομαδική θεραπεία, υπογράμμισε, λειτουργεί σύμφωνα με τον Yalom ως μικρό κοινωνικό εργαστήριο, όπου αναδύονται οι δυναμικές της συνύπαρξης, η εμπιστοσύνη, ο φόβος, η ταύτιση, η αντοχή, η απελευθέρωση. Αναφερόμενη στις εκθέσεις που διοργάνωσε η ΜΚΟ με τα έργα της ομάδας, η ομιλήτρια παρατήρησε πως τα έργα που δημιούργησαν οι γυναίκες της ομάδας δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά η ψυχική ιστορία κάθε γυναίκας που γίνεται ορατή. Στόχος της ομάδας, κατέληξε η κ. Τσαμπίρη, είναι να μπορέσουν οι συμμετέχουσες να συμφιλιωθούν με τη διαδρομή τους, να ξεπεράσουν τα οδυνηρά τους βιώματα και να αισθανθούν καλά με τη νέα τους ζωή.

Η κ. Νεφέλη Στουρνάρα, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο ΕΚΠΑ, παρουσίασε τα ευρήματα και τους στόχους του χρηματοδοτούμενου από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) ερευνητικού προγράμματος MotHers για την περιγεννητική φροντίδα μεταναστριών και προσφυγισσών σε δημόσια νοσοκομεία της Αθήνας, του οποίου είναι επιστημονική υπεύθυνη. Η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η μαιευτική φροντίδα αποτελούν μια κρίσιμη στιγμή ευαλωτότητας, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και ένα κομβικό σημείο συνύπαρξης, ένταξης, συμπερίληψης, εμπιστοσύνης και ισότητας, υπογράμμισε η κ. Στουρνάρα. Η έρευνα MotHers εστιάζει στο πώς οι γυναίκες αυτές πλοηγούνται και διαπραγματεύονται μέσα στους θεσμούς, καθώς στην Ελλάδα λείπουν ποιοτικές μελέτες που να καταγράφουν το βίωμα των μεταναστριών και να αναδεικνύουν τη δράση και την ανθεκτικότητά τους. Η έρευνα υιοθέτησε τη διαθεματική προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη ως άξονες που παράγουν ανισότητες το φύλο, την κοινωνική τάξη, την εθνότητα φυλή και το νομικό καθεστώς. Υπογραμμίζοντας ότι η φροντίδα δεν είναι απλώς μια τεχνική ή ιατρική πράξη, αλλά μια σχέση, η κ. Στουρνάρα εξήγησε πως για να υπάρξει πραγματική φροντίδα, χρειάζεται ενσυναίσθηση, αμοιβαιότητα, αναγνώριση της ευαλωτότητας, σεβασμός της αξιοπρέπειας, διάλογος και όχι μονόλογος, καθώς και αναγνώριση της γυναίκας ως ηθικού υποκειμένου. Σκοπός της MotHers, συνέχισε η ερευνήτρια, δεν είναι μόνο να συγκεντρώσει τις εμπειρίες των συμμετεχουσών γυναικών, αλλά να μετατρέψει τις βιωμένες εμπειρίες σε προτάσεις πολιτικής που θα βελτιώσουν την κοινωνική συνοχή και τα αποτελέσματα υγείας. Η μελέτη έχει ως όραμα να συμβάλει στη διαμόρφωση πολιτικών δημόσιας υγείας, επομένως η έρευνα δεν περιορίζεται στην καταγραφή, αλλά στοχεύει να λειτουργήσει ως χώρος διαλόγου και συν-δημιουργίας γνώσης.

Η μεθοδολογία του έργου περιλαμβάνει τη διεξαγωγή τριών ομάδων εστίασης, με την τρίτη ομάδα να αποτελεί τον βασικό χώρο συνδιαμόρφωσης. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει συζητήσεις με μετανάστριες, η δεύτερη περιλαμβάνει συζήτηση για την επίδραση της φροντίδας και τη διαπολιτισμική προσέγγιση με επαγγελματίες υγείας και διοικητικό προσωπικό νοσοκομείων, ενώ η τρίτη περιλαμβάνει εκπρόσωπους του κράτους, ειδικούς δημόσιας υγείας και μετανάστριες και είναι αφιερωμένη στη συζήτηση πολιτικής και πιθανών παρεμβάσεων. Η διαλογική αυτή προσέγγιση αναγνωρίζει τις «μετανάστριες γυναίκες» ως υποκείμενα με φωνή και δικαιώματα, καθιστώντας τις ενεργές συμμετέχουσες στη χάραξη πολιτικής. Τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν για τη διάχυση των ευρημάτων και την ευαισθητοποίηση, περιλαμβάνουν τη δημιουργία και προβολή ενός ντοκιμαντέρ, διεπιστημονικές συνεργασίες, καθώς και τη σύνταξη δύο εκθέσεων που θα στοχεύουν σε παρεμβάσεις πολιτικής.

Για να επιτευχθεί ο στόχος της μετάβασης σε ένα διαπολιτισμικά επαρκές μοντέλο περιγεννητικής φροντίδας, απαιτείται θεσμική ενίσχυση της επικοινωνίας, υιοθέτηση μιας ασθενοκεντρικής, ενήμερης όσον αφορά το ψυχικό τραύμα προσέγγισης που αναγνωρίζει τη διασταύρωση των ανισοτήτων, καθώς και ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ νοσοκομείων, κοινωνικών υπηρεσιών, του εθελοντικού τομέα και των κοινοτήτων για την υποστήριξη των ψυχοκοινωνικών και οικονομικών αναγκών των γυναικών. Η συνύπαρξη στο πλαίσιο της υγείας απαιτεί θεσμική και κοινωνική ευθύνη, τόνισε η κ. Στουρνάρα. Σκοπός του έργου MotHers είναι η κοινωνική μετατόπιση, η ενίσχυση δηλαδή της φροντίδας ως δικαιώματος και η ανάδειξη των μεταναστριών ως ενεργών υποκειμένων στη συνδιαμόρφωση ενός πιο δίκαιου συστήματος υγείας.