Archive by Author : Esdy

Στιγμιότυπα από το Πανελλήνιο Συνέδριο 2025
Με μεγάλη χαρά δημοσιεύουμε το highlights video του Πανελληνίου Συνεδρίου 2025, όπου αποτυπώσαμε στιγμιότυπα από τις συνεδρίες, τις ομιλίες και την αλληλεπίδραση των συνέδρων. Συνδυάζοντας τα άρθρα καταγραφής σημαντικών συνεδριών, τις φωτογραφίες και τα βίντεο (on demand), παραθέτουμε τα πλήρη πρακτικά του συνεδρίου, για όσους επιθυμούν να επανέλθουν σε ομιλίες ή συνεδρίες ή να παρακολουθήσουν για πρώτη φορά αυτές που έχασαν κατά την πυκνή ροή των εργασιών τον Δεκέμβριο. Στο βίντεο συμπεριλήφθηκαν αυτή τη φορά και δηλώσεις από τον Πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής, καθ. Κώστα Αθανασάκη, τον Πρόεδρο της Επιστημονικής Επιτροπής, καθ. Κυριάκο Σουλιώτη, την Πρόεδρο της Επιτροπής Αξιολόγησης και Βράβευσης Εργασιών, καθ. Ελπίδα Πάβη και τον Ηλία Κυριόπουλο, Μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου. [embed]https://youtu.be/qztgWLcwc1g[/embed]
Read More
Κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες στην Ελλάδα: οι απαραίτητοι μετασχηματισμοί για μια επιτυχή υποδοχή – Σ.Τ.
Το πάρα πολύ σύγχρονο θέμα των κυτταρικών και γονιδιακών θεραπειών στην Ελλάδα συζητήθηκε την τελευταία ημέρα του συνεδρίου. Οι θεραπείες αυτές, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα CAR-T cells, σηματοδοτούν μια αλλαγή παραδείγματος στην αντιμετώπιση των αιματολογικών κακοηθειών, ενώ ήδη αναπτύσσονται in vitro CAR-T θεραπείες για συμπαγείς όγκους κι άλλες νόσους, δήλωσε ο συντονιστής της στρογγυλής τράπεζας, κ. Γιώργος Καπετανάκης, πρόεδρος της ΕΛΛ.Ο.Κ.
Η πρόοδος αυτή δημιουργεί κάποιες προκλήσεις αλλά και μοναδικές ευκαιρίες για τα συστήματα υγείας, καθώς απαιτεί εξελιγμένες υποδομές, κατάλληλη οργάνωση νοσοκομείων, εξειδικευμένη εκπαίδευση, αλλά και μηχανισμούς αποζημίωσης που αντικατοπτρίζουν την πραγματική αξία αυτών των θεραπειών. Όπως επισήμανε ο κ. Καπετανάκης, η Ελλάδα έχει κάνει ήδη πάρα πολλά βήματα για την ενσωμάτωσή τους, με την πρόσφατη ανακοίνωση για τη δημιουργία του Σχήματος Μεταβατικής Αποζημίωσης και τη λειτουργία πιστοποιημένων κλινικών μονάδων. Ωστόσο, για την πλήρη ετοιμότητα απαιτείται μια συντονισμένη, πολυδιάστατη προσέγγιση που υπερβαίνει το οικονομικό και ρυθμιστικό επίπεδο, δήλωσε ο κ. Καπετανάκης και κάλεσε τους ομιλητές να εξετάσουν τη συνολική έννοια της ετοιμότητας και τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα μπορεί να διασφαλίσει έγκαιρη, ασφαλή και βιώσιμη πρόσβαση στις κυτταρικές - γονιδιακές θεραπείες. [gallery columns="4" link="file" size="medium" ids="12658,12660,12661,12664,12659,12662,12657"] Λαμβάνοντας πρώτος τον λόγο, ο κ. Βασίλης Κουτσιουρής, Διευθυντής της Γενικής Γραμματείας Στρατηγικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Υγείας, ανέλαβε να παρουσιάσει τον ρόλο του Ταμείου Μεταβατικής Αποζημίωσης στη χρηματοδότηση των καινοτόμων φαρμακευτικών σκευασμάτων. Όπως δήλωσε ο κ. Κουτσιουρής, σκοπός του ταμείου είναι η διασφάλιση της πρόσβασης σε φάρμακα προηγμένων θεραπειών (ATMP) και σε φάρμακα του συστήματος προτεραιότητας του ΕΜΑ (PRIME). Το Ταμείο θα έχει χρηματοδότηση 50 εκ. ευρώ για το 2026, ενώ την αξιολόγηση της ένταξης φαρμάκων στο Ταμείο θα πραγματοποιεί μια 7μελής επιτροπή από μέλη της ΕΑΑΦΑΧ και της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης και ο χρόνος παραμονής των φαρμάκων στο Ταμείο θα είναι 24 έως 60 μήνες. Στη συνέχεια, ο κ. Κουτσιουρής παρουσίασε τα κριτήρια αξιολόγησης των φαρμάκων για την ένταξή τους στο Ταμείο Μεταβατικής Αποζημίωσης, όπως για παράδειγμα να έχουν συμπεριληφθεί στην προηγούμενη ετήσια αναφορά της Σάρωσης Ορίζοντα του ΕΟΠΥΥ και να υπάρχει αίτημα από ιατρό για την αναγκαιότητα χορήγησης της θεραπείας σε δικαιούχο περίθαλψης. Παρουσίασε επίσης τρεις ενότητες δεικτών που θα χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων της θεραπείας, οι οποίες θα εστιάζουν, αντιστοίχως, στην αποτελεσματικότητα, στην ασφάλεια και στην ανάλωση πόρων της θεραπείας. Πρόσθεσε ότι, στην περίπτωση που η αίτηση αφορά προηγμένες (κυτταρικές - γονιδιακές) θεραπείες των οποίων η χορήγηση προϋποθέτει πιστοποίηση κέντρων με κατάλληλη ιατροτεχνική υποδομή και κατάρτιση, η χορήγηση θα πρέπει αποδεδειγμένα να είναι δυνατόν να ξεκινήσει σε ένα τουλάχιστον κέντρο στη χώρα. Τέλος, ο κ. Κουτσιουρής παρουσίασε τα οφέλη από το Ταμείο Μεταβατικής Αποζημίωσης: δημιουργία ενός ξεχωριστού καναλιού χρηματοδότησης για προηγμένες θεραπείες, έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες, θεσμοθετημένη διαπραγμάτευση, ενίσχυση των κινήτρων επένδυσης των φαρμακευτικών εταιρειών, δημιουργία πλαισίου ενθάρρυνσης της φαρμακευτικής καινοτομίας, βελτίωση της υγείας των ασθενών και της χρήσης των πόρων του ΕΣΥ, συμβολή στον εξορθολογισμό της φαρμακευτικής δαπάνης και συμβολή στη βιωσιμότητα του ΕΣΥ. Κατόπιν, η κ. Βασιλική-Κωνσταντίνα Γκογκοζώτου, φαρμακοποιός, Μη Εκτελεστική Πρόεδρος του ΕΟΠΥΥ και Πρόεδρος της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων, κλήθηκε από τον συντονιστή να σχολιάσει την ανάγκη για προβλεψιμότητα και δίκαιη κατανομή του κινδύνου μεταξύ κράτους και εταιρειών. Η κ. Γκογκοζώτου υπογράμμισε αρχικά τη μεγάλη πρόκληση που δέχθηκε το Ταμείο Καινοτομίας, καθώς όφειλε να λειτουργήσει ως «πιλότος» για τη διαχείριση αυτών των ιδιαίτερων φαρμάκων, τα οποία έχουν τεράστια πιθανή αξία σε θεραπευτικούς όρους, αν πραγματικά αποδώσουν, αλλά και υπερβολικά υψηλό κόστος σε νομισματικούς όρους. Όπως είπε η ομιλήτρια, στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης βασίστηκαν αρχικά σε υπεύθυνες δηλώσεις των εταιρειών σχετικά με την αποτελεσματικότητα, καθώς δεν υπήρχαν στοιχεία από τα νοσοκομεία. Πλέον, το Ταμείο Καινοτομίας θα παρακολουθεί την πορεία μιας θεραπείας βάσει ενός συμφωνητικού το οποίο θα έχει συνταχθεί σύμφωνα με συγκεκριμένα στοιχεία που έχει προτείνει αρχικά η εταιρεία. Αν το προϊόν ανταποκριθεί στις προσδοκίες, τότε η συμφωνία θα είναι η καλύτερη δυνατή για την εταιρεία, η οποία θα έχει τις λιγότερες επιστροφές, ενώ αν το προϊόν δεν επιτύχει τους στόχους του, τότε η εταιρεία δεν θα αποζημιώνεται όπως θα επιθυμούσε. Όπως υπογράμμισε η κ. Γκογκοζώτου, για το κράτος είναι σημαντικό να γνωρίζει ποιες καινοτόμες θεραπείες υπερέχουν ξεκάθαρα έναντι των υφιστάμενων θεραπειών, καλύπτουν ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες, και δεν παρέχουν απλώς ελπίδες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επομένως, επιθυμία του κράτους είναι να έχει ο ασθενής εγκαίρως τα καινοτόμα σκευάσματα, αλλά να τα έχει επιτυχημένα, δηλαδή το αποτέλεσμα να του προσφέρει το προσδόκιμο επιβίωσης και την ποιότητα ζωής που αναμένει. Στη συνέχεια, ο συντονιστής κάλεσε τον κ. Σπύρο Αποστολόπουλο, Διοικητή του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «Αττικόν», ενός από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία στην Ελλάδα που εφαρμόζει ήδη κυτταρικές θεραπείες, να μιλήσει για το πόσο ώριμες είναι σήμερα οι ελληνικές νοσοκομειακές υποδομές να εξυπηρετήσουν τους ασθενείς που χρειάζονται καινοτόμες θεραπείες. Ο κ. Αποστολόπουλος υπογράμμισε πως οι θεραπείες αυτές δεν αποτελούν απλώς μια νέα προσθήκη στο θεραπευτικό οπλοστάσιο, αλλά ένα συνολικό επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονται πλέον οι σοβαρές ασθένειες. Η χώρα μας έχει κάνει σημαντικά βήματα, από τις πρώτες αποζημιώσεις έως την πιστοποίηση μονάδων και την ανάπτυξη σχετικών διαδικασιών, όμως η πλήρης ετοιμότητα απαιτεί κάτι βαθύτερο: μια συντονισμένη εθνική στρατηγική, καλύτερη οργάνωση, επενδύσεις σε υψηλού επιπέδου υποδομές και ενίσχυση των ανθρώπινων πόρων. Σήμερα, δήλωσε ο ομιλητής, παρατηρείται σημαντική υστέρηση σε όλες τις κατηγορίες θεραπειών σε σχέση με τις ανάγκες του πληθυσμού. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται αναθεώρηση του πλαισίου προηγμένων θεραπειών (ATMP), δημιουργία εθνικού μητρώου κυτταρικών και γονιδιακών θεραπειών, επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και των κλινικών δοκιμών και ύπαρξη εξειδικευμένων επιτροπών αξιολόγησης. Σε ό,τι αφορά την οικονομική βιωσιμότητα και την αποζημίωση, ο κ. Αποστολόπουλος δήλωσε πως, παρότι οι κυτταρικές θεραπείες έχουν υψηλό αρχικό κόστος, προσφέρουν σημαντική μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση, χάρη στην αποφυγή των πολλαπλών κύκλων θεραπείας, τις μειωμένες νοσηλείες και κυρίως την πιθανότητα μόνιμης ύφεσης της νόσου. Επιπλέον, οι συμβάσεις βάσει κλινικής έκβασης και οι πολυετείς συμφωνίες αποπληρωμής σε διάστημα τριών έως πέντε ετών μειώνουν τη δημοσιονομική πίεση του συστήματος και εκτιμάται ότι η συνολική μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση για το σύστημα υγείας μπορεί να φτάσει το 30%, δημιουργώντας μια ισορροπία ανάμεσα στην καινοτομία και τη δημοσιονομική σταθερότητα. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ζήτηση για καινοτόμες θεραπείες θα συνεχίσει να αυξάνεται, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα εθνικό σύστημα πραγματικών δεδομένων (real-world evidence), διαλειτουργικότητα των φορέων (νοσοκομείων, μητρώων, ΕΟΠΥΥ και ερευνητικών κέντρων) και ψηφιακή παρακολούθηση (ιχνηλασιμότητα) κάθε θεραπείας, από την παραγωγή έως το τελικό αποτέλεσμα. Ο κ. Αποστολόπουλος ολοκλήρωσε την εισήγησή του τονίζοντας ότι οι κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες μπορούν να αποτελέσουν ένα νέο στρατηγικό πυλώνα για τη χώρα μας, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο καινοτομίας για τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Η σύνδεση με ευρωπαϊκά δίκτυα αριστείας και διεθνή ερευνητικά κέντρα μπορεί να ενισχύσει ακόμα περισσότερο την εθνική τεχνογνωσία και να επιταχύνει την ανάπτυξη στον τομέα αυτό. Το σημαντικότερο όμως, υπογράμμισε ο κ. Αποστολόπουλος, είναι η ενίσχυση της ισότιμης πρόσβασης σε όλη τη χώρα καθώς, με συντονισμένη προσπάθεια, οι προηγμένες θεραπείες δεν θα αποτελούν προνόμιο μόνο των λίγων, αλλά δικαίωμα για κάθε πολίτη της χώρας. Τέλος, ο κ. Καπετανάκης κάλεσε τον κ. Γιώργο Τσιακαλάκη, Διευθυντή Market Access & Εταιρικών Υποθέσεων της Bristol Myers Squibb Ελλάδας, να παρουσιάσει τις πιο κρίσιμες κατά την άποψή του προκλήσεις στην προαγωγή των κυτταρικών θεραπειών και τι σημαίνουν αυτές για την ετοιμότητα της Ελλάδας να ενταχθεί έγκαιρα σε αυτή την τεχνολογία. Ο κ. Τσιακαλάκης τόνισε αρχικά ότι η εθνική ετοιμότητα για τις προηγμένες θεραπείες θα πρέπει να αφορά όχι μόνο τις ήδη διαθέσιμες θεραπείες, αλλά κι αυτές που θα διατεθούν μέσα στα επόμενα χρόνια και αναφέρθηκε στις πάνω από 500 κλινικές μελέτες που διεξάγονται αυτή την στιγμή, οι οποίες αναμένεται να οδηγήσουν σε προηγμένες θεραπείες για τους συμπαγείς όγκους, τα αυτοάνοσα νοσήματα, την καρδιακή ανεπάρκεια ή τη νόσο του Πάρκινσον. Αναφερόμενος στη συνέχεια στην πολυπλοκότητα της ανάπτυξης αυτών των θεραπειών, ο κ. Τσιακαλάκης υπογράμμισε πως δεν πρόκειται απλώς για νέα φάρμακα, αλλά για θεραπείες με μια εντελώς νέα βιολογική συμπεριφορά, για την ανάπτυξη των οποίων απαιτούνται συνήθως πάνω από 15 χρόνια κλινικής έρευνας και δαπάνες ύψους 2 δισ. κατά μέσον όρο στο σκέλος της ανάπτυξης. Επιπλέον, πρόκειται για απολύτως εξειδικευμένες θεραπείες. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο ομιλητής, ουσιαστικά κάθε ασθενής αποτελεί μία ξεχωριστή παρτίδα παραγωγής, με πάνω από 200 κρίσιμα ποιοτικά check points, τα οποία είναι φαρμακευτικά, αλλά και βιολογικά, γενετικά ή κυτταρικά. Τέλος, δεδομένου ότι οι θεραπείες αυτές αποτελούν ζωντανό βιολογικό υλικό, δεν υφίσταται η έννοια του αποθέματος, γιατί απαιτούνται εξαιρετικά πολύπλοκες συνθήκες συντήρησης και ο χρόνος εκτός συντήρησης δεν υπερβαίνει τα μερικά λεπτά. Σήμερα, δήλωσε ο κ. Τσιακαλάκης, υπάρχει μια ομάδα χωρών (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία Ισπανία) στις οποίες προβλέπεται πλήρης ενσωμάτωση των προηγμένων θεραπειών, με την εφαρμογή ενός μοντέλου αποζημίωσης βασισμένου σε performance-based agreements και ενός εθνικού συστήματος συλλογής δεδομένων. Μέσα στα επόμενα δύο με τρία χρόνια, η Ελλάδα θα μπορούσε να συγκαταλέγεται σε αυτήν την ομάδα χωρών, χάρη στο σχήμα μεταβατικής αποζημίωσης και στην τεχνοκρατική και επιστημονική εμπειρία της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, επισήμανε ο κ. Τσιακαλάκης καταλήγοντας, για ένα επιτυχημένο σχήμα μεταβατικής αποζημίωσης απαιτούνται: μια fast-track διαδικασία ένταξης, τιμολόγηση με τους ισχύοντες όρους, ελκυστικοί όροι αποζημίωσης (με τον μηχανισμό του clawback εκτός συζήτησης) και συμφωνίες επίδοσης/εκβάσεων βάσει βέλτιστων πρακτικών. Συζήτηση Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, ο κ. Καπετανάκης κάλεσε τους ομιλητές να σχολιάσουν ποια θεωρούν την πλέον ρεαλιστική μόνιμη αρχιτεκτονική αποζημίωσης για την Ελλάδα, η οποία θα διασφαλίζει ταυτόχρονα την πρόσβαση, τη διαφάνεια και τη δημοσιονομική ισορροπία. Η κ. Γκογκοζώτου απάντησε πως πλέον εισερχόμαστε σε μια εποχή όπου δεν θα μιλάμε για φαρμακευτική δαπάνη αλλά για δαπάνες υγείας και πως το Ταμείο Καινοτομίας σε 10 χρόνια, ναι μεν θα λαμβάνει χρηματοδότηση, αλλά επίσης θα ανατροφοδοτεί αυτήν τη χρηματοδότηση μέσα από τα οφέλη και τις μειώσεις στις δαπάνες υγείας. Πρόσθεσε ότι τα αμέσως επόμενα χρόνια θα πρέπει να μετρηθούν οι εξοικονομήσεις που θα έχει το υπόλοιπο σύστημα από την ένταξη των καινοτόμων θεραπειών, προκειμένου να μπορεί να γίνει σωστή αξιολόγηση. Ο κ. Κουτσιουρής σχολίασε ότι στην Ελλάδα, κατά παράδοση, δεν συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε με έναν ορίζοντα 10 ετών και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να αλλάξει και συνέχισε λέγοντας ότι οι πολύ σημαντικοί ευρωπαϊκοί κανονισμοί που υπάρχουν πλέον τόσο για τη φαρμακευτική νομοθεσία όσο και για τα δεδομένα και την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και ο ψηφιακός μετασχηματισμός στην υγεία, δημιουργούν έναν ευρωπαϊκό χώρο δεδομένων ο οποίος θα επιταχύνει τις εξελίξεις τα επόμενα χρόνια. Ο κ. Αποστολόπουλος κατά κάποιον τρόπο προσγείωσε τη συζήτηση, λέγοντας πως οι πόροι δεν είναι ανεξάντλητοι και πως αν δεν κεφαλαιοποιήσουμε αυτά τα οποία έχει ήδη κατακτήσει το σύστημα υγείας, θα καταλήξουμε να κάνουμε μια χαοτική συζήτηση προσδοκιών. Διευκρίνισε πως νέοι πόροι μπορούν να προέλθουν πρωτίστως μέσα από τη γενική φορολογία, εφόσον η κοινωνία συμφωνήσει να συνεισφέρει για την ικανοποίηση των προσδοκιών. Διαφορετικά, τόνισε ο κ. Αποστολόπουλος, δεν μιλάμε για κατανομή αλλά για ανακατανομή των πόρων, τόσο των οικονομικών όσο και των ανθρώπινων. Θα πρέπει το σύστημα υγείας να ξαναδιαβάσει τις ανάγκες του ελληνικού πληθυσμού, τις δυνατότητες που δίνονται στην κεντρική διοίκηση των οργανισμών, ιδίως των μεγάλων νοσοκομείων, και τους πόρους τους οποίους καταναλώνουμε ή στους οποίους πρέπει να επενδύσουμε και να υπάρξουν δεσμεύσεις, συγκλίσεις και συγχωνεύσεις σε θέματα ιατρικής αιχμής. Επίσης θα πρέπει να υπάρξει κατηγοριοποίηση των νοσοκομείων, γιατί δεν μπορεί ένα νοσοκομείο το οποίο προσφέρει κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες να είναι στην ίδια κατηγορία με ένα νοσοκομείο το οποίο προσφέρει μόνο γενικές υπηρεσίες υγείας. Με την κατηγοριοποίηση και τη διασύνδεση, ιδίως την ψηφιακή διασύνδεση των δεδομένων, θα ξεπηδήσουν πάρα πολλές επιλογές, που θα απελευθερώσουν, όχι μόνο την υιοθέτηση περισσότερων θεραπειών και τη δημιουργία πιο εξειδικευμένων κέντρων, αλλά και μια πιο υγιή κατανομή των πόρων σε σχέση με τις ανάγκες του ελληνικού πληθυσμού, κατέληξε ο κ. Αποστολόπουλος. Λαμβάνοντας τελευταίος τον λόγο, ο κ. Τσιακαλάκης σχολίασε ότι οι πόροι πάντοτε είναι πεπερασμένοι, παράλληλα όμως διεξάγεται και μια συζήτηση σχετικά με την προτεραιοποίηση των αναγκών. Συνέχισε λέγοντας ότι ο διάλογος για τους όρους των συμφωνιών θα πρέπει κάποτε να ολοκληρωθεί, γιατί όσο καθυστερεί η νομοθέτηση, τα καινοτόμα προϊόντα παραμένουν κατά κάποιον τρόπο αιχμάλωτα σε ένα ενδιάμεσο στάδιο, καθώς δεν ακολουθούν τη συμβατική διαδικασία αξιολόγησης και διαπραγμάτευσης, αλλά ούτε και το αναμενόμενο νέο νομοθετικό πλαίσιο – για το οποίο ο κ. Τσιακαλάκης εξέφρασε την ελπίδα ότι θα είναι έτοιμο έως τις αρχές του επόμενου έτους. Παραδέχθηκε ότι ο καθορισμός ενός ελκυστικού πλαισίου αποζημίωσης, συνδεδεμένου με συγκεκριμένες εκβάσεις, είναι εξαιρετικά πολύπλοκος και τόνισε ότι η Πολιτεία και οι φαρμακευτικές εταιρείες θα πρέπει να χτίσουν μια σχέση εμπιστοσύνης ως προς την παρακολούθηση των εκβάσεων. Υπενθύμισε, τέλος, ότι σύντομα θα πρέπει να διεξαχθεί επίσης η συζήτηση σχετικά με τους όρους εξόδου από το Ταμείο Καινοτομίας και το κατά πόσο οι νέες θεραπείες θα μπορέσουν στη συνέχεια να ενταχθούν στον κεντρικό προϋπολογισμό του φαρμάκου. Ο κ. Καπετανάκης έκλεισε τη στρογγυλή τράπεζα με την αισιόδοξη παρατήρηση ότι η ζωηρή αυτή συζήτηση δεν θα είχε νόημα ύπαρξης, αν δεν είχαμε σημειώσει τόσο σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια στην αφομοίωση της καινοτομίας. Read More
Ταμεία καινοτομίας και συμφωνίες ελεγχόμενης εισόδου – Σ.Τ.
Η πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες με τρόπο που θα διασφαλίζει τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του συστήματος αποτελεί ένα φλέγον, ιδιαίτερα επίκαιρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα.
Στη Στρογγυλή Τράπεζα με τίτλο «Ταμεία καινοτομίας και συμφωνίες ελεγχόμενης εισόδου: μπορούν να διασφαλίσουν γρήγορη και αποδοτική πρόσβαση στην καινοτομία;», την οποία συντόνισε ο Καθηγητής Πολιτικής Υγείας κ. Κυριάκος Σουλιώτης συζητήθηκαν όλες οι εξελίξεις και οι προκλήσεις για την ίδρυση του Ταμείου Καινοτομίας στη χώρα μας, που πλέον είναι προ των πυλών. [gallery link="file" size="medium" ids="12640,12636,12637,12638,12641,12639"] Το Ταμείο Καινοτομίας και οι Συμφωνίες Ελεγχόμενης Εισόδου είναι ένα θέμα εν εξελίξει που βρίσκεται σήμερα υπό εντατική διαβούλευση ανάμεσα στους δρώντες στο σύστημα υγείας, ανέφερε ο κ. Σουλιώτης. Η πρόοδος που έχει ήδη σημειωθεί είναι σημαντική και παρά το γεγονός πως υπάρχουν ακόμη πολλά ανοικτά ζητήματα, βρισκόμαστε πλέον ένα βήμα πιο κοντά στη διασφάλιση της απρόσκοπτης πρόσβασης των ασθενών της χώρας σε κρίσιμης σημασίας προηγμένες θεραπείες, όπως συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες αποτελεί ζήτημα κεντρικής σημασίας για κάθε εθνική φαρμακευτική πολιτική, υπογράμμισε η Σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα Στρατηγικού Σχεδιασμού στο Υπουργείο Υγείας κ. Κορίνα Διαμαντόγιαννη. Για να μπορούν ωστόσο να έχουν οι ασθενείς πρόσβαση σε προηγμένες θεραπείες, απαιτείται ένα αξιόπιστο πλαίσιο, με συγκεκριμένες δράσεις και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, το οποίο θα οδηγήσει στην πρόσβαση διασφαλίζοντας παράλληλα τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του συστήματος. Ένα από τα εργαλεία για να επιτευχθεί αυτό είναι το Ταμείο Καινοτομίας, το οποίο, μετά την εξαγγελία για την ίδρυσή του από τον πρωθυπουργό στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και την ανακοίνωση του ποσού χρηματοδότησης που ανέρχεται σε 50 εκατομμύρια ευρώ, σχεδιάζεται αυτή τη στιγμή, με προγραμματισμένη έναρξη εντός του 2026. Ήδη έχουν ξεκινήσει συναντήσεις εργασίας στο Υπουργείο Υγείας με μία άτυπη ομάδα εργασίας με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, ανέφερε η κ. Διαμαντόγιαννη, τονίζοντας ότι είναι πολύ σημαντικό πως για πρώτη φορά στους εμπλεκόμενους φορείς εκπροσωπούνται οι επιμέρους εταιρείες και όχι μόνο μέσω των συνδέσμων τους. Οι συναντήσεις γίνονται σε σχεδόν εβδομαδιαία βάση και συζητούνται όλα τα θέματα προκειμένου να υπάρξει μια συμφωνία επί της αρχής για όλες τις φάσεις του Ταμείου, δηλαδή την είσοδο, την παραμονή και την έξοδο, καθώς κάθε φάση έχει διαφορετικά ζητήματα που πρέπει να συζητηθούν και να συμφωνηθούν προτού ξεκινήσει. Πρόθεση της πολιτείας είναι να ενσωματώσει όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στη διαμόρφωση αυτής της μεταρρύθμισης και το Ταμείο να λειτουργήσει όσο το δυνατόν πιο ομαλά γίνεται από την έναρξή του. Όσον αφορά στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, η οποία είναι επίσης πολύ σημαντική καθώς τίποτα δεν μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς να έχει νομοθετηθεί πρώτα, δήλωσε η ομιλήτρια, προετοιμάζεται αυτή τη στιγμή η σχετική διάταξη, η οποία προγραμματίζεται να ενσωματωθεί στο επόμενο νομοσχέδιο του Υπουργείου τον Ιανουάριο του 2026, στη συνέχεια θα ακολουθήσει η υπουργική απόφαση και κατόπιν το Ταμείο θα είναι έτοιμο να ξεκινήσει. Επισημαίνοντας πως όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς -συμπεριλαμβανομένης της φαρμακοβιομηχανίας- θα έχουν τη δυνατότητα να δουν τη διάταξη προτού κατατεθεί, η κ. Διαμαντόγιαννη ολοκλήρωσε την τοποθέτησή της λέγοντας πως σήμερα βρισκόμαστε ουσιαστικά ένα βήμα πριν από την έναρξη λειτουργίας. Από τη θεωρία που είχε ξεκινήσει πιο παλιά, παρατήρησε, περάσαμε στην πράξη με κάποια βήματα που έγιναν την προηγούμενη χρονιά και πλέον φτάσαμε στην υλοποίηση, προς μεγάλη ικανοποίηση κάθε φορέα χάραξης πολιτικής. Ενδεχομένως, επειδή πρόκειται για κάτι καινούργιο και μπορεί στην πορεία να παρουσιαστούν ανάγκες για τροποποίηση, να είναι καλό να γίνει μια γενική εξουσιοδοτική διάταξη νόμου ώστε να υπάρχει ευελιξία και να μπορούν να γίνουν αλλαγές σε επίπεδο υπουργικής απόφασης, πρότεινε ο κ. Σουλιώτης. Επιπλέον, πρόσθεσε, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη πως το όλο θέμα σχετίζεται και με το Horizon Scanning. Για να είναι βιώσιμο αυτό το σχήμα και σε βάθος χρόνου, θα πρέπει αν υπάρχουν μεταφερόμενα ποσά ή υπολειπόμενα ποσά να μεταφέρονται στον επόμενο χρόνο. Διότι, αν λειτουργήσει το 2026, εξήγησε ο κ. Σουλιώτης, το 2027 θα έχουμε τους ασθενείς που θα μπουν κάποια στιγμή εντός του 2026 συν τους καινούργιους. Επομένως, η χρηματοδότηση θα πρέπει να βαίνει αυξανόμενη. Ένα σημαντικό εργαλείο για να μπορέσει να λειτουργήσει το Ταμείο Καινοτομίας και μάλιστα άμεσα, ανέφερε η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Φαρμάκου στη Γενική Διεύθυνση Οργάνωσης και Σχεδιασμού Υπηρεσιών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., κ. Χαρά Κανή, είναι οι συμφωνίες ελεγχόμενης εισόδου, δηλαδή συμφωνίες οι οποίες θα πληρώνονται με βάση το αποτέλεσμα. Μια τέτοιου είδους συμφωνία, εξήγησε, έχει τέσσερις φάσεις. Σε πρώτη φάση, εξετάζεται αν το προϊόν είναι κατάλληλο για το Ταμείο Καινοτομίας. Αφενός πρέπει να πληρούνται τα γενικότερα κριτήρια, αφετέρου πρέπει να γίνει ένας έλεγχος καταλληλότητας υπό την έννοια ότι στο Ταμείο Καινοτομίας μπαίνει ένα προϊόν το οποίο αναμένεται να έχει θετικό δείκτη κόστους-αποτελεσματικότητας. Εφόσον υπάρχουν αβεβαιότητες, τόσο όσον αφορά στα κλινικά δεδομένα όσο και αβεβαιότητες οι οποίες έχουν προκύψει μέσα από την Αξιολόγηση Τεχνολογιών Υγείας (ΑΤΥ / HTA), συνέχισε, θα πρέπει να συλλεχθούν πρόσθετα δεδομένα. Το δεύτερο στάδιο περιλαμβάνει ουσιαστικά την ειδική επιτροπή που θα αποτελείται από μέλη της Επιτροπής Αξιολόγησης και Αποζημίωσης Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (ΕΑΑΦΑΧ) και μέλη της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης, η οποία θα διαπραγματευθεί μία συμφωνία συλλογής δεδομένων, και πάλι με βάση τις αβεβαιότητες ως αποτέλεσμα της ΑΤΥ. Σύμφωνα με τη διαδικασία, εξήγησε η κ. Κανή, αφού αναφέρει το HTA τις αβεβαιότητες και την ανάγκη συλλογής δεδομένων, ο κάτοχος άδειας κυκλοφορίας προτείνει τα δεδομένα που θα συλλεχθούν, ακολουθεί εσωτερικά ένας έλεγχος ανάμεσα στις δύο επιτροπές σχετικά με κατά πόσο είναι δυνατόν και πόσο εύκολο είναι να συλλεχθούν αυτά τα δεδομένα και στη συνέχεια καταλήγουμε σε μια τελική συμφωνία και υπογράφεται το συμφωνητικό, που είναι ουσιαστικά ένα πρωτόκολλο συλλογής δεδομένων. Το τρίτο στάδιο είναι να συμφωνηθεί πώς θα αξιολογηθούν αυτά τα δεδομένα και πότε θα τελειώσει ουσιαστικά η παραμονή του φαρμάκου στο Ταμείο Καινοτομίας. Και αφού συλλεχθούν τα δεδομένα στις πραγματικές συνθήκες και γίνει η αξιολόγησή τους, το τελευταίο στάδιο είναι μια επιπλέον αξιολόγηση από την ΕΑΑΦΑΧ που ουσιαστικά πλέον εντάσσει και τα πραγματικά δεδομένα, τα στοιχεία για τα οποία υπήρχαν αβεβαιότητες, και δηλώνει αν έχουν επιλυθεί ή όχι, ώστε να μπορούμε να προχωρήσουμε μετά σε μια πλήρη διαπραγματευτική διαδικασία. Για να μπορέσουν να γίνουν όλα αυτά, θα χρειασθεί ενδεχομένως μια ειδική δομή IT για τη συλλογή των δεδομένων ή μια ειδική εφαρμογή, επισήμανε η κ. Κανή. Όσον αφορά στη συλλογή των δεδομένων, αυτό που έχει αποφασιστεί από το Υπουργείο είναι να εφαρμοσθεί ουσιαστικά η πρακτική του NICE, που λειτουργεί με αντίστοιχα συστήματα και χρησιμοποιεί ως βάση συλλογής των αρχικών δεδομένων το αντίστοιχο σύστημα προέγκρισής του, και επιπλέον να συλλέγονται και στοιχεία μέσω του Ατομικού Ηλεκτρονικού Φακέλου Υγείας (ΑΗΦΥ). Τέλος, ανέφερε κλείνοντας η ομιλήτρια, είναι πολύ βασικό να καθοριστεί και να αποφασιστεί μια στρατηγική διαχείρισης για τις περιπτώσεις που λείπουν δεδομένα, που δεν έχουν συμπληρωθεί δηλαδή είτε από τους θεράποντες ιατρούς είτε από τα νοσοκομεία. Η συμπλήρωση των δεδομένων από τους ιατρούς θα πρέπει να είναι υποχρεωτική, δεν θα πρέπει να γίνεται σε εθελοντική βάση, πρότεινε ο κ. Σουλιώτης. Δεν μπορεί να λειτουργεί ένα ολόκληρο σύστημα, προκαλώντας τόσο μεγάλες δαπάνες, υπό την αίρεση ότι οι γιατροί θα συμμορφωθούν στους κανόνες. Παρουσιάζοντας την άποψη της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης, ο κ. Βασίλειος Κουράφαλος, Προϊστάμενος του Τμήματος Παρακολούθησης Θεραπευτικών Μέσων & Αξιοποίησης Ελέγχων στη Διεύθυνση Φαρμάκου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανέφερε πως η σημαντική αυτή πρωτοβουλία για την είσοδο νέων θεραπειών στην αποζημίωση δημιουργεί ουσιαστικά ένα ευνοϊκό περιβάλλον για προϊόντα που είναι πραγματικά καινοτόμα, δηλαδή θεραπείες που προσφέρουν πραγματικό όφελος σε σχέση με τις υπάρχουσες. Εάν έχουν αντίστοιχο θεραπευτικό αποτέλεσμα, εξήγησε, φυσικά δεν συζητιέται να ενταχθούν σε τέτοιο καθεστώς. Σύμφωνα με την οπτική της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης, για όσο διάστημα παραμένει το φάρμακο στο Ταμείο Καινοτομίας θα πρέπει να πληρώνει τουλάχιστον τις νομοθετημένες εκπτώσεις που προβλέπονται. Η αξιολόγηση των δεδομένων με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία θα πρέπει να είναι συνεχής (ενδεχομένως από το πρώτο έτος και πιο συχνά), ενώ επιπλέον, κατά την είσοδο ενός φαρμάκου στο Ταμείο Καινοτομίας, θα πρέπει να υπάρχει και μια δέσμευση της εταιρείας ότι σε περίπτωση που τα αποτελέσματα είναι χειρότερα από τα αναμενόμενα ή χρειασθεί να αποσυρθεί το φάρμακο, θα πρέπει να δώσει κάποιες πρόσθετες επιστροφές. Δεν γίνεται ένα φάρμακο να έχει ενταχθεί στο Ταμείο Καινοτομίας, να έχει εισαχθεί σε ένα ευνοϊκό περιβάλλον και μετά από λίγο να αποσυρθεί για λόγους ασφάλειας, εξήγησε ο ομιλητής. Επομένως, θα πρέπει να υπάρχει δέσμευση ότι, εάν υπάρχει αρνητικό αποτέλεσμα είτε ως προς τα κλινικά δεδομένα είτε ως προς την ασφάλεια, η εταιρεία θα αποδώσει πρόσθετες επιστροφές στο κράτος. Από εκεί και πέρα, ανάλογα με το τελικό αποτέλεσμα και την αξιολόγηση που θα γίνει από την ΕΑΑΦΑΧ, θα πρέπει να καθοριστεί και το συμφωνητικό με το οποίο θα ενταχθεί στην αποζημίωση και το ύψος των επιστροφών που θα έχει, για το οποίο φυσικά χρειάζεται να υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση. Καθώς το ισχύον πλαίσιο της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης προβλέπει ότι οι εταιρείες καταβάλλουν όλες τις πρόσθετες οφειλές που προβλέπονται για τα φάρμακα που αποζημιώνονται, αν τυχόν υπάρχει βούληση από την πλευρά της πολιτείας και των εταιρειών για σχετική απαλλαγή από όλα αυτά, αυτό θα πρέπει να προβλεφθεί νομοθετικά, κατέληξε ο κ. Κουράφαλος. Εκφράζοντας την αισιοδοξία της ότι με τη συνεργασία όλων η εφαρμογή του Ταμείου Καινοτομίας θα είναι επιτυχής, η κ. Βίκυ Οικονόμου, Διευθύντρια Κυβερνητικών και Στρατηγικών Υποθέσεων & Υποστήριξης Ασθενών, Interim Market Access Director στην Johnson & Johnson, δήλωσε τη βαθιά ικανοποίηση της φαρμακευτικής εταιρείας Johnson & Johnson για τη συμμετοχή της στην ομάδα εργασίας που έχει δημιουργηθεί στο Υπουργείο Υγείας για τη διαμόρφωση του νέου πλαισίου. Είναι πάρα πολύ θετικό το γεγονός πως έχει ήδη θεσμοθετηθεί ένα ξεχωριστό ποσό χρηματοδότησης της σημαντικής αυτής πρωτοβουλίας για το 2026, συμπλήρωσε, προκειμένου τα προϊόντα αυτά -που μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και σε ίαση συγκεκριμένων νόσων- να μπορέσουν να είναι προσβάσιμα στους Έλληνες ασθενείς. Η φαρμακοβιομηχανία έχει καταθέσει τις προτάσεις της στο πλαίσιο των συζητήσεων της ομάδας εργασίας του Υπουργείου σχετικά με τα τρία σημεία, εισόδου, παραμονής και εξόδου, συνέχισε η κ. Οικονόμου, εξηγώντας πως από τη πλευρά των εταιρειών είναι πολύ σημαντικό να διασφαλιστεί η πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες. Ωστόσο, τόνισε, χωρίς ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο θα καθορίζεται και η τιμή με την οποία θα εισαχθεί κάθε συγκεκριμένο φάρμακο στο Ταμείο Καινοτομίας, δεν θα μπορέσει να εξασφαλιστεί η είσοδος των φαρμάκων αυτών στην ελληνική αγορά. Το συγκεκριμένο αυτό πλαίσιο θα επιτρέψει ουσιαστικά να μπει το προϊόν σε μία συμφωνία ελεγχόμενης πρόσβασης, με μία τιμή η οποία δεν θα βαρύνεται από τις υποχρεωτικές εκπτώσεις όγκου, το γνωστό rebate, το οποίο κάνει το πλαίσιο να μην είναι καθόλου προβλέψιμο. Αυτός είναι και ο λόγος, εξήγησε, που όλες οι συμφωνίες ελεγχόμενης πρόσβασης που υπάρχουν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και λειτουργούν δεν επιβαρύνονται από διαφορετικές εκπτώσεις. Θα υπάρχουν συμφωνίες για συγκεκριμένους δείκτες τους οποίους θα παρακολουθούμε και με βάση τους οποίους θα βλέπουμε τις τυχόν εκπτώσεις οι οποίες θα συμφωνηθούν να δοθούν στο κράτος. Αυτό είναι ένα βασικό σημείο του τρέχοντος διαλόγου με το Υπουργείο, πρόσθεσε η κ. Οικονόμου, αναφέροντας πως η πρόταση της εταιρείας για τις συμφωνίες ελεγχόμενης πρόσβασης είναι ότι η συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει μια συγκεκριμένη έκπτωση με βάση τις εκβάσεις και να μην υπάρχει οποιαδήποτε άλλη έκπτωση ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Το σημαντικό σε αυτή τη φάση, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή της η ομιλήτρια, είναι ότι υπάρχει άψογη συνεργασία με το Υπουργείο και με βάση αυτή τη συνεργασία αισιοδοξούμε πως βρεθεί μια κοινή λύση. Τη σκυτάλη έλαβε ο κ. Μπάμπης Τζανάκης, Director Government Affairs - Greece & Cyprus στην Gilead, ο οποίος ξεκίνησε την ομιλία του συγχαίροντας το Υπουργείο για τη σημαντική πρωτοβουλία που ανέλαβε και την ταχύτητα με την οποία προχωρά στην εφαρμογή της. Η ανάγκη που οδηγεί τη χώρα μας στην υλοποίηση του Ταμείου Καινοτομίας, παρατήρησε, είναι η ίδια που οδήγησε και άλλες χώρες να κινηθούν σε παρόμοια σχήματα: η ανάγκη για την όσο το δυνατόν πιο άμεση εισαγωγή πολλά υποσχόμενων θεραπειών στο σύστημα ώστε να γίνουν προσβάσιμες στους ασθενείς. Η πρόκληση σχετικά με τις θεραπείες αυτές είναι πως υπάρχει μια αβεβαιότητα ως προς τα δεδομένα τους και γι’ αυτό εισάγονται στα συστήματα με συμφωνίες ελεγχόμενης εισόδου όπως αυτές που επιχειρείται να υιοθετηθούν και στη χώρα μας, εξήγησε ο κ. Τζανάκης. Η Ελλάδα έχει σήμερα μια χρυσή ευκαιρία να προχωρήσει ένα βήμα μπροστά, εισάγοντας με ορθολογικό τρόπο τέτοιες θεραπείες στο σύστημα υγείας της. Η εξασφάλιση ξεχωριστού προϋπολογισμού αποτελεί μια σημαντική απάντηση στο θέμα της χρηματοδότησης, είπε ο ομιλητής, υπάρχουν ωστόσο αρκετές ακόμη προκλήσεις για τις οποίες θα πρέπει να βρεθούν οι κατάλληλες λύσεις, όπως για παράδειγμα η ανάγκη να υπάρχει ένα καλό change management, η έλλειψη εμπειρίας στην καταγραφή δεδομένων πραγματικού χρόνου με ένα συστηματικό τρόπο, αλλά και η αβεβαιότητα κατά πόσο έχει η χώρα μας τη δυνατότητα (capacity) να εφαρμόσει το νέο πλαίσιο στην πράξη. Η πρόθεση να εκμεταλλευτούμε στο μέγιστο τα υφιστάμενα συστήματα που διαθέτουμε ώστε να μην επιβαρύνουμε το σύστημα περισσότερο είναι ασφαλώς θετική, επισήμανε ο κ. Τζανάκης, ωστόσο δεν θα πρέπει να επωμισθούν οι γιατροί μόνοι τους το βάρος της εφαρμογής, αλλά ενδεχομένως θα πρέπει να υποστηριχθούν στο data management από εξωτερικούς συνεργάτες, ειδικούς στη διαχείριση δεδομένων. Δηλώνοντας πεπεισμένος πως ο διάλογος της φαρμακοβιομηχανίας με το Υπουργείο θα έχει καλή κατάληξη, ο ομιλητής τόνισε πως σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να προχωρήσουμε με προσοχή και να είμαστε ρεαλιστές. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει πως οι συμφωνίες ελεγχόμενης εισόδου δεν είχαν την καλύτερη πορεία μέχρι σήμερα, εξήγησε, καθώς πολλά συστήματα ξεκίνησαν πολύ δυναμικά να τις υιοθετήσουν, βλέποντας όμως τις απαιτήσεις σε πόρους υπαναχώρησαν. Το κλειδί για να πετύχει η χώρα μας σε αυτό το πείραμα είναι η συνεργασία που έχουμε εγκαταστήσει, υπογράμμισε ο κ. Τζανάκης. Σχολιάζοντας το ζήτημα της διαχείρισης των δεδομένων, ο κ. Σουλιώτης ανέφερε πως η επιμέλεια από πλευράς των ιατρών στην καταγραφή των δεδομένων είναι αυτονόητη υποχρέωση, όταν ουσιαστικά ζητάμε από τον φορολογούμενο πολίτη να δώσει 50 εκατομμύρια. Επιπλέον, πρόσθεσε, ο πρόσθετος φόρτος εργασίας είναι πολύ διαχειρίσιμος, καθώς δεν αφορά μεγάλους όγκους ασθενών. Ασφαλώς, με την ευκαιρία αυτή θα μπορούσε να εγκατασταθεί ένα σύστημα διαχείρισης δεδομένων στα μεγάλα νοσοκομεία, το οποίο ούτως ή άλλως είναι απαραίτητο, ώστε να γίνεται και έλεγχος της ποιότητας και της εγκυρότητας των δεδομένων. Η επένδυση αυτή είναι αμελητέα μπροστά στο διακύβευμα το οποίο συζητείται, παρατήρησε ο κ. Σουλιώτης δίνοντας στη συνέχεια τον λόγο στον κ. Αγοραστό. Ο κ. Γιάννης Αγοραστός, Προϊστάμενος Υπηρεσιών του Αιγινητείου Νοσοκομείου, παρουσίασε μία πρόταση εφαρμογής των Συμφωνιών Ελεγχόμενης Εισόδου (ΣΕΕ) για φάρμακα στην Ελλάδα, η οποία αναπτύχθηκε από το Εργαστήριο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Η αναγκαιότητα για την εκπόνηση της πρότασης αυτής, εξήγησε, προκύπτει από το σύνθετο, δυναμικό πλαίσιο της φαρμακευτικής περίθαλψης στη χώρα και παράλληλα τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζει η φαρμακευτική αγορά, με τη δημόσια δαπάνη να υπολείπεται του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Στόχοι της μελέτης που εκπονήθηκε είναι η βελτίωση της πρόσβασης των ασθενών σε νέες θεραπείες -στην ουσία η γεφύρωση του χάσματος από την έγκριση έως την πρόσβαση των ασθενών σε αυτή- η διαχείριση του οικονομικού κινδύνου και αύξηση της αποδοτικότητας της δαπάνης και η διαχείριση της αβεβαιότητας, η οποία αναλύεται σε επίπεδο συγκριτικής αποτελεσματικότητας, σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας και διαχείρισης επιπτώσεων στον προϋπολογισμό. Το πεδίο εφαρμογής της πρότασης εστιάζει σε νέα, πρωτότυπα φάρμακα τα οποία πληρούν συσσωρευτικά τρία κριτήρια: α) με βάση τα διαθέσιμα τεκμήρια παρουσιάζουν υψηλή πιθανότητα να αντιμετωπίσουν ακάλυπτες ή μη επαρκώς καλυπτόμενες ιατρικές ανάγκες, β) χαρακτηρίζονται από αβεβαιότητα ως προς την κλινική αποτελεσματικότητα ή/και τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας ή/και την επίπτωση στον προϋπολογισμό και γ) δεν αποζημιώνονται ακόμη στην ελληνική αγορά. Στο πεδίο αυτό εφαρμογής των Συμφωνιών Ελεγχόμενης Εισόδου εμπίπτουν συνεπώς τα φάρμακα που εντάσσονται στο Ταμείο Καινοτομίας ή Σχήμα Μεταβατικής Αποζημίωσης. Η προτεινόμενη διαδικασία βασίζεται στη μελέτη βέλτιστων διεθνών πρακτικών και παράλληλα είναι μια συγκεκριμένη διαδικασία έξι σταδίων που περιλαμβάνει τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Ως πρώτο βήμα θεωρείται η υποβολή μιας πρότασης για την υλοποίηση μιας συμφωνίας ελεγχόμενης εισόδου, που μπορεί να γίνει είτε από την Επιτροπή Αξιολόγησης Φαρμάκων ή την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης κατά την τυπική διαδικασία αξιολόγησης του φακέλου είτε από τους κατόχους άδειας κυκλοφορίας στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τους όρους τιμολόγησης και αποζημίωσης του φαρμάκου. Επίσης, γίνεται υποχρεωτικά για όλα τα φάρμακα που αιτούνται την ένταξή τους στο Ταμείο Καινοτομίας, περίπτωση κατά την οποία η συμφωνία είναι υποχρεωτικά Performance-Based Risk Sharing Agreement, δηλαδή συμφωνία με βάση την επίδοση. Επόμενο βήμα, συνέχισε ο κ. Αγοραστός, είναι η αξιολόγηση της καταλληλότητας για τη σύναψη μιας συμφωνίας, που βασίζεται στην εκτίμηση μιας σειράς από παραμέτρους, όπως είναι η αναμενόμενη αξία που θα προσδώσει η επιπλέον συλλογή δεδομένων, το άμεσο κόστος και ο διοικητικός φόρτος από αυτή, το κόστος ευκαιρίας δηλαδή η αναμενόμενη απώλεια υγείας του πληθυσμού από οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πρόσβαση, η δυνατότητα αναθεώρησης μιας απόφασης και ο βαθμός στον οποίο η συλλογή δεδομένων είναι εφικτή. Σε αυτό το βήμα προτείνεται η όλη διαδικασία να γίνεται από την ΕΑΑΦΑΧ, ή μελλοντικά, εφόσον συσταθεί, από τον Οργανισμό Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας. Το τρίτο κρίσιμης σημασίας βήμα είναι η επιλογή του είδους της συμφωνίας και η διαπραγμάτευση των όρων αυτής μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών. Σε αυτό το στάδιο, η πρόταση είναι να εμπλέκονται κυρίως οι Επιτροπές ΑΤΥ και Διαπραγμάτευσης και ο κάτοχος άδειας κυκλοφορίας, ενώ επικουρικά μπορεί να έχουν συμβουλευτικό ρόλο στελέχη του οικοσυστήματος, όπως της ΕΚΑΠΥ, της ΗΔΙΚΑ, αρμόδιων τμημάτων του Υπουργείου Υγείας, εκπρόσωποι ασθενών, κλινικοί εμπειρογνώμονες και μέλη άλλων Επιτροπών των οποίων το αντικείμενο επηρεάζει την υλοποίηση μίας Συμφωνίας Ελεγχόμενης Εισόδου (ΣΕΕ). Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης σχετικά με τη συμφωνία θα αποτυπώνεται στη μορφή ενός νομικού κειμένου αποζημίωσης, διαδικασία στην οποία θα εμπλέκεται κυρίως η ομάδα εργασίας για την υλοποίηση των συμφωνιών σε συνεργασία με τον κάτοχο άδειας κυκλοφορίας. Το κείμενο της συμφωνίας προτείνεται να αποτελείται από δύο ενότητες -κατά τα πρότυπα άλλων οργανισμών, όπως το Cancer Drug Fund ή το Innovative Medicine Fund της Αγγλίας- δηλαδή το οικονομικό σκέλος, όπου οι λεπτομέρειες θα είναι εμπιστευτικές, και το τεχνικό μέρος που μπορεί να είναι δημόσια διαθέσιμο για λόγους κοινωνικής λογοδοσίας και διαφάνειας. Το προτελευταίο βήμα αφορά στην παρακολούθηση της υλοποίησης της συμφωνίας αναφορικά με την ποιότητα και την πληρότητα των δεδομένων, για την οποία προτείνεται να συσταθεί μια επιτροπή, και στην αναθεώρηση της συμφωνίας εφόσον είναι αναγκαίο, ενώ το έκτο βήμα της πρότασης περιλαμβάνει την εκκαθάριση των οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από την ανάλυση των δεδομένων, την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και την ενημέρωση με τη μορφή μιας τελικής έκθεσης των αρμόδιων για τη λήψη αποφάσεων οργάνων αναφορικά με τα αποτελέσματα της ΣΕΕ. Η διαδικασία είναι σημαντικό να είναι ανατροφοδοτούμενη, τόνισε ο κ. Αγοραστός, ώστε να μπορούν να γίνονται βελτιώσεις. Ολοκληρώνοντας την παρουσίασή του, ο ομιλητής παρέθεσε ορισμένες συστάσεις για την επιτυχή υλοποίηση των ΣΕΕ στην Ελλάδα, όπως την πιλοτική εφαρμογή κάποιων επιλεγμένων συμφωνιών στην αρχή, την προσαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου, τον εκτεταμένο διάλογο και τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης, την αξιοποίηση διεθνών βέλτιστων πρακτικών, την επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό και στην ανάπτυξη κατάλληλων δομών και συνεργασιών, την αξιοποίηση υπαρχουσών υποδομών και ασφαλώς τη διασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης. Συζήτηση Τις αρχικές τοποθετήσεις των ομιλητών ακολούθησε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση, όπου ο κ. Σουλιώτης έθεσε στο πάνελ κάποια διευκρινιστικά ερωτήματα. Απαντώντας στην ερώτηση κατά πόσο αυτού του είδους οι συμφωνίες είναι συμβατές με την καθημερινότητα σε ένα νοσοκομείο, ο κ. Αγοραστός ανέφερε πως η τρέχουσα εμπειρία δείχνει ότι οι καινοτόμες θεραπείες αλλάζουν στην ουσία και τον τρόπο παροχής της φροντίδας, καθώς όλο το περιβάλλον κινείται προς τη διαχείριση της νόσου με ημερήσιες θεραπείες, κλινικές εγχύσεις, χορήγηση θεραπειών χωρίς μακράς διάρκειας πλέον νοσηλείες. Επομένως, αλλάζουν συνολικά την οπτική και το πλαίσιο παροχής της φροντίδας, μετασχηματίζοντας ουσιαστικά και τα νοσοκομεία και τον τρόπο παροχής υπηρεσιών υγείας. Αναμφίβολα οι νέες τεχνολογίες οδηγούν και το σύστημα σε αντίστοιχες προσαρμογές, συμφώνησε ο κ. Σουλιώτης, ρωτώντας στη συνέχεια τον κ. Τζανάκη πού βρίσκεται η συζήτηση σχετικά με τη βαρύτητα των κριτηρίων στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης των συμφωνιών. Η συζήτηση δεν έχει φτάσει στην τελική φάση, επομένως δεν έχει τεθεί ακόμη στο τραπέζι το συγκεκριμένο θέμα, απάντησε ο κ. Τζανάκης. Το γεγονός ωστόσο ότι έχουμε έναν χωριστό, διακριτό προϋπολογισμό και ότι η πολιτεία αναγνωρίζει ότι χρειάζεται να κάνει ελκυστικό το περιβάλλον για την είσοδο της καινοτομίας είναι ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Η αναγνώριση της αξίας και η προβλεψιμότητα αποτελούν τις βασικές αρχές που θα διευκολύνουν τις εταιρείες για την εισαγωγή αυτών των φαρμάκων, υπογράμμισε. Η κ. Οικονόμου εξέφρασε την πεποίθησή της, πως από τη στιγμή που υπάρχει συνεργασία, θα βρεθεί η χρυσή τομή ώστε να μπορέσουν να έλθουν οι θεραπείες αυτές στην Ελλάδα. Σε τέτοιες θεραπείες η προβλεψιμότητα είναι κρίσιμη, συνέχισε η κ. Οικονόμου, επομένως θέλουμε η τιμή με την οποία το προϊόν μπαίνει σε ένα Ταμείο Καινοτομίας να είναι η τιμή χωρίς εκπτώσεις, χωρίς rebate, να την συμφωνούμε σε μία συμφωνία ελεγχόμενης εισόδου. Ένα άλλο πολύ σημαντικό ζήτημα, ανέφερε ο κ. Σουλιώτης, είναι η διασφάλιση ότι οι ασθενείς σε περίπτωση που δεν επέλθει κάποια συμφωνία θα συνεχίσουν να λαμβάνουν τη θεραπεία που έχει κριθεί απαραίτητη. Γι’ αυτό τον λόγο, έχει προταθεί ότι, αν κάποιος είναι σε θεραπεία με ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συμφωνίας και τελικά δεν επέλθει συμφωνία μετά την έξοδο από το Ταμείο, οι εταιρείες να υποχρεούνται να συνεχίσουν να παρέχουν τη θεραπεία στον ασθενή που την έχει ξεκινήσει με τους όρους που έχουν συμφωνηθεί για το Ταμείο, παρατήρησε, καλώντας τον κ. Κουράφαλο να αναφέρει την οπτική της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης. Αναμφίβολα, κάθε εταιρεία πιστεύει πραγματικά ότι μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς με κάθε νέο της φάρμακο, είπε ο κ. Κουράφαλος. Ωστόσο, σε περίπτωση που τα κλινικά αποτελέσματα δεν είναι το ίδιο καλά με τις μελέτες, πρέπει να υπάρχει σαφής δέσμευση των εταιρειών ότι θα μπουν στο καθεστώς που είναι και οι υπόλοιπες θεραπείες. Γιατί όταν έχει μάθει ο κόσμος ότι υπάρχει μια θεραπεία, ένα ορφανό φάρμακο, ανεξάρτητα από το πόσο καλά ή μέτρια αποτελέσματα έχει, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν εναλλακτικές αισθάνεται ότι υπάρχει ελπίδα. Οπότε, θα πρέπει η εταιρεία να δεσμευθεί ότι θα συνεχίσει να το παρέχει, με τις εκπτώσεις που υπάρχουν για τα υπόλοιπα φάρμακα, όπως ισχύει και για όλα τα υπόλοιπα ορφανά φάρμακα που είναι τώρα στην αποζημίωση. Η αλήθεια ειναι πως αν το προϊόν μίας εταιρείας δεν επιφέρει τα αποτελέσματα που η ίδια υποστηρίζει ότι επιφέρει, δεν μπορεί να υποστηρίξει μετά ότι αδικείται, σχολίασε ο κ. Σουλιώτης, καθώς έχει περάσει από μια διαδικασία αξιολόγησης με πραγματικά δεδομένα και απόλυτη αντικειμενικότητα, το αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορεί στη συνέχεια να αμφισβητηθεί. Όλοι γνωρίζουμε ότι τα «ηρωικά» φάρμακα, δηλαδή τα φάρμακα τα οποία αλλάζουν τη φυσική πορεία της νόσου, είναι τρία με πέντε στη δεκαετία, ανέφερε η κ. Κανή. Η δημιουργία του Ταμείου ουσιαστικά δημιουργεί ένα προστατευμένο περιβάλλον που καλεί αυτά τα φάρμακα να αποδείξουν την αξία τους, επομένως βοηθάει το κράτος και τον φορέα φυσικά, δηλ. το ασφαλιστικό ταμείο, να γίνει αγοραστής και όχι πληρωτής. Ένα προϊόν το οποίο θα έχει 100% αποτελεσματικότητα, σαφώς πρέπει να έχει ένα price premium, εξήγησε η ομιλήτρια, ενώ ένα προϊόν που θα αποδειχθεί πως έχει 10% ποσοστό ανταπόκρισης και 10% αποτελεσματικότητα πρέπει να έχει την αντίστοιχη επιστροφή. Το Ταμείο Καινοτομίας θα δώσει προστιθέμενη αξία στη χώρα, όχι μόνο γιατί προσελκύει και θέλει να προσελκύσει προϊόντα που θα αλλάξουν τη φυσική πορεία νόσων, αλλά και επειδή προσφέρει επίσης τεχνογνωσία, ειδικότερα για τα φαρμακευτικά προϊόντα προηγμένης θεραπείας (ATMP), και μπορεί να λειτουργήσει έμμεσα και ως ένας μοχλός πίεσης για τη διεξαγωγή κλινικών μελετών στη χώρα. Η ενίσχυση της κλινικής έρευνας στη χώρα μπορεί να ωφελήσει πολλαπλώς το οικοσύστημα της υγείας, συμφώνησε ο κ. Σουλιώτης, ρωτώντας την κ. Διαμαντόγιαννη αν το Υπουργείο Υγείας θεωρεί πως τον επόμενο χρόνο θα είναι σε θέση να συζητάει τα πεπραγμένα του πρώτου έτους του Ταμείου Καινοτομίας. Ήδη έχει γίνει πολύ μεγάλη πρόοδος, σε συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, απάντησε η κ. Διαμαντόγιαννη. Είναι εμφανές, και από τη συγκεκριμένη συνεδρία, ότι γίνεται προσπάθεια από όλους ώστε να επιτευχθεί κατά το δυνατόν συμφωνία στα βασικά θέματα επί της αρχής πριν ξεκινήσει η λειτουργία του Ταμείου. Απομένουν να ολοκληρωθούν κάποια περαιτέρω βήματα και κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες για να ξεκινήσει πλέον η λειτουργία σε λίγες μόλις εβδομάδες ή και μήνες. Επομένως στο Υπουργείο Υγείας επικρατεί αισιοδοξία ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Όσον αφορά το γεγονός ότι ένα σύστημα πρέπει να αναγνωρίζει και να επιβραβεύει την αξία, συμπλήρωσε, ας μην ξεχνάμε πως το Ταμείο Καινοτομίας έρχεται σε συνέχεια ενός άλλου έργου που ουσιαστικά υλοποιείται αυτή τη στιγμή για την Αξιολόγηση Τεχνολογιών Υγείας, δύο έργα τα οποία είναι ξεχωριστά αλλά συνδέονται μεταξύ τους. Read More
ΧΑΠ: Πολιτικές για την έγκαιρη διάγνωση και την αντιμετώπιση – Συνεδρία
Η ΧΑΠ, μία από τις κυριότερες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας στην Ελλάδα και διεθνώς, αποτέλεσε το θέμα μιας πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησης, με συντονίστρια την κ. Μάριον Κοντογιάννη, δημοσιογράφο υγείας.
Τέσσερις ομιλητές, που εκπροσώπησαν την ιατρική κοινότητα, την κοινότητα των ασθενών, τη φαρμακοβιομηχανία και τη Δημόσια Υγεία αντίστοιχα, συζήτησαν για την ανάγκη ανάπτυξης ολοκληρωμένων πολιτικών για την έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση της νόσου, καθώς και για την ανάγκη εκπαίδευσης των επαγγελματιών και ευαισθητοποίησης του πληθυσμού. Παράλληλα, συζητήθηκε ο ρόλος της καινοτομίας και της ψηφιακής υγείας στη βελτίωση της φροντίδας και σχολιάστηκε η κοινωνική διάσταση του προβλήματος. [gallery size="medium" link="file" ids="12625,12629,12623,12626,12624,12627"] Την ιατρική πλευρά του θέματος ανέλαβε να παρουσιάσει ο κ. Στυλιανός Λουκίδης, Καθηγητής Πνευμονολογίας στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. και Πρόεδρος Δ.Σ. της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, ο οποίος υπογράμμισε πως το μεγαλύτερο πρόβλημα στη ΧΑΠ είναι η έγκαιρη διάγνωση και η έγκαιρη ανίχνευση των ασθενών. Η νόσος, είπε ο ομιλητής, παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιάγνωστη, κάτι που μπορεί να οφείλεται τόσο στους ίδιους τους ασθενείς, οι οποίοι υποτιμούν σε μεγάλο βαθμό τα συμπτώματά τους, όσο και στα συστήματα υγείας, τα οποία δεν παρέχουν όλα πρόσβαση σε ειδικές εξετάσεις (όπως η σπιρομέτρηση), αλλά και στους επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι αφενός καθυστερούν να παραπέμψουν και αφετέρου μπορεί να μην έχουν καταλάβει, ακόμα και οι ειδικοί πνευμονολόγοι, τα κριτήρια διάγνωσης της νόσου. Ο κ. Λουκίδης πρόσθεσε πως ο εντοπισμός των ασθενών θα μπορούσε να διευκολυνθεί μέσω στοχευμένου screening, με τη χρήση απλών ερωτηματολογίων που υπάρχουν ήδη, το οποίο να απευθύνεται στα άτομα άνω των 35 ετών που εκτίθενται σε γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ΧΑΠ και που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν συμπτώματα. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην εμπειρία της ομάδας προληπτικού ελέγχου που έχει ιδρύσει η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία εδώ και έξι χρόνια και η οποία πραγματοποιεί ελέγχους σε περιοχές που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε γιατρό. Η εμπειρία αυτή δείχνει πως η πλειοψηφία των ασθενών που εντοπίστηκαν δεν γνώριζαν ότι είχαν τη νόσο, παρόλο που είχαν συμπτώματα, καθώς και ότι εμφάνιζαν σε μεγάλο βαθμό πάρα πολλές συννοσηρότητες. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, επισήμανε ο κ. Λουκίδης, κατά πόσο στην πρόληψη και στην ανίχνευση της ΧΑΠ πρέπει να διαδραματίζει ρόλο μόνο ο ειδικός ή πρέπει να έχουν ρόλο όλες οι ιατρικές ειδικότητες, συμπεριλαμβανομένων των φαρμακοποιών, που στην Ελλάδα επιτελούν έναν ιδιαίτερο κοινωνικό ρόλο. Όσο πιο έγκαιρα διαγνώσουμε τη νόσο και όσο πιο έγκαιρα παρέμβουμε, τόσο καλύτερη θα είναι η έκβαση, κατέληξε ο κ. Λουκίδης. Τον λόγο έλαβε στη συνέχεια ο κ. Δημήτρης Κοντοπίδης, ο οποίος, ως εκπρόσωπος των ασθενών, υπογράμμισε ότι οι συνέπειες της νόσου στην εργασία, στις κοινωνικές σχέσεις και στις δραστηριότητες έχουν ως αποτέλεσμα να χάνει ο ασθενής την αυτοπεποίθησή του και να παραμελεί την αυτοφροντίδα του, κάτι που οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο. Οι προσπάθειες βελτίωσης της ποιότητας ζωής, τόνισε ο κ. Κοντοπίδης, κινούνται γύρω από πέντε άξονες:- την ασθένεια αυτή καθαυτή: η ιατρική αντιμετώπιση περιλαμβάνει μια σειρά από παρεμβάσεις, στις οποίες ο καλύτερος σύμβουλος είναι ο πνευμονολόγος.
- το περιβάλλον: η ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε επηρεάζει την υγεία μας και την υγεία των πνευμόνων – η παγίδα είναι ότι πολλές φορές τα μικροσωματίδια της ατμοσφαιρικής ρύπανσης δεν είναι ορατά. Επιπλέον, η εσωτερική ρύπανση (όπως αυτή που προέρχεται από την καύση ξύλου), οι κλιματικές συνθήκες, η υγρασία και η παρουσία πολλών μικροβίων σε μια αίθουσα με συνωστισμό επιδεινώνουν τη δύσπνοια.
- τις συνήθειες του ασθενούς: η διατροφή και η άσκηση και συγκεκριμένα η αναπνευστική αποκατάσταση μέσα από εξατομικευμένα προγράμματα, που ευτυχώς έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται και στη χώρα μας, μπορούν να βελτιώσουν την αναπνευστική λειτουργία και το προσδόκιμο ζωής.
- τη σχέση του ασθενούς με την τεχνολογία και την ψηφιακή υγεία: η αυτοπαρακολούθηση της υγείας μέσω ηλεκτρονικών συσκευών και εφαρμογών (π.χ. σπιρόμετρα τσέπης) μπορεί να συμβάλει πολύ στη βελτίωση της υγείας, προϋποθέτει όμως μια κάποια εγγραμματοσύνη υγείας και τεχνολογική εξοικείωση εκ μέρους του ασθενούς, καθώς και προσβασιμότητα και συνδεσιμότητα.
- τα κοινωνικά δίκτυα: οι συλλογικότητες και οι ομάδες ενδυνάμωσης παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες, καθώς και πολύτιμη ψυχολογική υποστήριξη στον ασθενή.

Πώς λειτουργεί η μετανάστευση; – Συνεδρία
Η απόφαση ενός ατόμου να μεταναστεύσει αποτελεί ουσιαστικά μία επένδυση στο παρόν και το μέλλον όχι μόνο του ίδιου του μετανάστη, αλλά συχνά όλης του της οικογένειας και τις περισσότερες φορές λαμβάνεται αφού έχουν σταθμισθεί οι κίνδυνοι και τα οφέλη.
Στη συνεδρία «Πώς λειτουργεί η μετανάστευση; Η μετανάστευση ως κοινωνική διαδικασία και παράγοντας συνδιαμόρφωσης στην υγεία, την εργασία, την εκπαίδευση και τη συνύπαρξη», που συντόνισε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας κ. Θοδωρής Γεωργακόπουλος, αναλύθηκε και συζητήθηκε το φαινόμενο της μετανάστευσης και τονίστηκε η ανάγκη ενίσχυσης της ορατότητας, αναγνώρισης και σεβασμού των αναγκών και ανθρώπινων δικαιωμάτων των μεταναστών και των προσφύγων, οι οποίοι σήμερα αντιμετωπίζονται συχνά ως αριθμοί και όχι ως πραγματικοί άνθρωποι. [gallery link="file" size="medium" ids="12606,12611,12610,12612,12608,12609"] Περιγράφοντας τους βασικούς μηχανισμούς που διέπουν το φαινόμενο της μετανάστευσης, ο κ. Θεόδωρος Φούσκας, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Δημόσιας Υγείας της Σχολής Δημόσιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, εξήγησε το πώς κανείς παίρνει την απόφαση να μεταναστεύσει είτε μόνος του είτε από κοινού με άλλα μέλη της οικογένειάς του, αξιολογώντας προηγουμένως τους κινδύνους αλλά και τις ευκαιρίες που μπορεί να συνδέονται με αυτή του την απόφαση. Οι περισσότερες θεωρίες αντιμετωπίζουν τη μετανάστευση ως μια στρατηγική βιοπορισμού συχνότερα όλης της οικογένειας, καθώς στον πυρήνα της απόφασης βρίσκονται πολλές φορές τα άτομα που μένουν πίσω. Η νεοκλασική προσέγγιση, συνέχισε ο ομιλητής, εξηγεί την απόφαση του ατόμου να μεταναστεύσει με κριτήριο τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας που θα έχει, τη χρησιμότητα δηλαδή αυτής της επιλογής του. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, οι μεταναστευτικές ροές ανάμεσα σε δύο χώρες οφείλονται σε μετακινήσεις για τις οποίες έχει σταθμιστεί το κόστος και το όφελος αυτής της απόφασης. Οι χώρες προέλευσης είναι συνήθως αδύναμες οικονομικά και παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές στις αμοιβές και τις συνθήκες διαβίωσης, την ασφάλεια, την ελευθερία, την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγεία, με τις χώρες υποδοχής. Η απόφαση επομένως ενός ανθρώπου να μεταναστεύσει μπορεί να επηρεάζεται από το ιστορικό της οικογένειας ή ακόμη και της κοινότητας στην οποία ζει. Οι πρώτοι που μεταναστεύουν είναι συνήθως άτομα με λιγότερες άμεσες οικογενειακές υποχρεώσεις, νεότερης ηλικίας, και η απόφαση για μετανάστευση συνδέεται συχνά με οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές στη χώρα καταγωγής. Η απόφαση για μετανάστευση ενός ατόμου αποτελεί συχνά μία αντίδραση της οικογενειακής ομάδας σε ενδεχόμενους κινδύνους όταν στη χώρα καταγωγής δεν υπάρχει κράτος πρόνοιας και, σύμφωνα με κλασικούς μελετητές της μετανάστευσης, ο μετανάστης λαμβάνει την απόφαση μετακίνησής του από κοινού ουσιαστικά με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Η μετανάστευση ενέχει κινδύνους και το αποτέλεσμά της δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι επιτυχές, συνιστά ωστόσο έναν αποτελεσματικό τρόπο για να διαφοροποιήσει μία οικογένεια τις πηγές εισοδήματός της. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η οικογένεια μπορεί να αποταμιεύσει πόρους και να αντιμετωπίσει προβλήματα διαβίωσης, ανεργίας, εκπαίδευσης, υγείας κ.ά. Στις αναδυόμενες οικονομίες, στις οποίες η πρόσβαση σε κεφάλαια είναι δύσκολη, ορισμένες οικογένειες επιλέγουν να στείλουν κάποια μέλη τους στο εξωτερικό για να στηρίξουν οικονομικά και ενδεχομένως να χρηματοδοτήσουν κάποια νέα οικονομική δραστηριότητα της οικογένειας στη χώρα καταγωγής. Επομένως, η αποταμίευση των εσόδων του μέλους που έχει μεταναστεύσει μπορεί να είναι σωτήρια για όλη την οικογένειά του. Η οικογενειοκεντρική προσέγγιση της μετανάστευσης αντιλαμβάνεται τη μετανάστευση ως μία κοινωνική διαδικασία, θεωρώντας την έναν από τους τρόπους αντίδρασης της ομάδας όταν βιώνει ραγδαία οικονομική αλλαγή και η μισθωτή εργασία στη χώρα καταγωγής είναι ένα αβέβαιο μέσο βιοπορισμού. Στη μετανάστευση, ιδιαίτερη σημασία έχουν επίσης τα δίκτυα των μεταναστών, οι προϋπάρχουσες κοινότητες στις χώρες υποδοχής που μπορούν να επιταχύνουν ή να διευκολύνουν τη μετακίνηση, αλλά και την προσαρμογή των μεταναστών στις νέες συνθήκες. Ο δεσμός μεταξύ των μεταναστών, εξήγησε ο ομιλητής, διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της πολιτισμικής τους ταυτότητας, την υποστήριξή τους και τη μείωση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν. Σε μακρο-επίπεδο, ανέφερε ολοκληρώνοντας την αρχική του τοποθέτηση ο κ. Φούσκας, η απόφαση μετανάστευσης συνδέεται αφενός με την ασφάλεια της ζωής των μεταναστών σε ορισμένες χώρες αφετέρου με τις τεράστιες πολλές φορές διαφορές μεταξύ των χωρών καταγωγής και υποδοχής όσον αφορά τόσο τις δυνατότητες κοινωνικής προστασίας, την ασφάλιση, τις αμοιβές και τις συντάξεις, όσο και τη δυνατότητα απασχόλησης, ιδιαίτερα σε οικονομίες με παρατεταμένη υψηλή ανεργία νέων ή/και αδυναμία απασχόλησης των ατόμων άνω των 50 ετών. Συνδιαμόρφωση σημαίνει πως διαμορφώνουμε κάτι μαζί, από κοινού, παρατήρησε η κ. Νίκη Συκαρά, Γενική Διευθύντρια της ΜΚΟ SAMS Ελλάς, ωστόσο αυτό είναι κάτι που στην παρούσα φάση στην Ελλάδα δεν συμβαίνει και είναι πολύ δύσκολο να συμβεί όταν δεν δίνεται η δυνατότητα στους φορείς της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και στους ίδιους τους μετανάστες και πρόσφυγες, να συνεισφέρουν στην επίλυση των ζητημάτων που τους αφορούν. Σε ένα ευνομούμενο κράτος, τόνισε η ομιλήτρια, θα ήταν εύλογο να συμπεράνει κανείς πως οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να έχουν συστήσει κάποιες επιτροπές με τα ηγετικά μέλη των κοινοτήτων τους, οι οποίες θα μπορούσαν να τους εκπροσωπήσουν. Η SAMS, που το 2025 έκλεισε 10 χρόνια στην Ελλάδα, εκτός από τις παροχές υγείας και ψυχικής και κοινωνικής υποστήριξης που προσφέρει, λειτουργεί και ως συνήγορος των μεταναστών και των προσφύγων μέσα από διάφορα forums και δράσεις, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Είναι χαρακτηριστικό πως η Ελλάδα δεν αποτελεί μία χώρα όπως πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου υπάρχουν κάποιες επιτροπές οι οποίες προσπαθούν να λειτουργούν ως μοχλός πίεσης και ταυτόχρονα διαμόρφωσης και συνδιαμόρφωσης στα ζητήματα αυτά, αλλά υπάρχουν άλλοι τρόποι πολιτικών και διαχείρισης των θεμάτων αυτών. Στη χώρα μας, κατέληξε η κ. Συκαρά, υπάρχει δυστυχώς διακριτό έλλειμμα όσον αφορά τη θεσμοθετημένη και οργανωμένη επικοινωνία μεταξύ των φορέων στήριξης των μεταναστών και της κεντρικής εξουσίας. Δυστυχώς, οι φωνές των ίδιων των μεταναστών δεν ακούγονται παρά μιλούν άλλοι εξ ονόματός τους, δήλωσε η κ. Νίνη Λομσάτζε, φοιτήτρια Ψυχολογίας και συνήγορος για τα δικαιώματα των μεταναστών στο Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών. Εξηγώντας πως το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών δεν είναι ΜΚΟ, αλλά ένα δευτεροβάθμιο σωματείο που έχει ως σκοπό να χτίζει γέφυρες μεταξύ των μεταναστών και προσφύγων και της ελληνικής κοινωνίας, η κ. Λομσάτζε ανέφερε πως τα μέλη του Φόρουμ αποτελούν 45 μεταναστευτικές και προσφυγικές κοινότητες που βρίσκονται στην Ελλάδα. Το βασικότερο πρόβλημα που υπάρχει στο μεταναστευτικό ζήτημα είναι το ελλιπές νομικό πλαίσιο, επισήμανε η ομιλήτρια, καθώς όταν ένας άνθρωπος έρχεται σε μία χώρα χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα αυτομάτως δεν έχει πρόσβαση σε βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η εργασία, η υγεία και η εκπαίδευση. Στη χώρα μας σήμερα υπάρχει μόνο ένας νόμος, σύμφωνα με τον οποίο ένας άνθρωπος πρέπει να μείνει στην Ελλάδα για 7 έτη χωρίς ελληνικά έγγραφα, να αποδείξει μετά τα 7 αυτά χρόνια ότι παρέμενε παρανόμως στη χώρα χωρίς τα έγγραφα αυτά, να περιμένει στη συνέχεια τουλάχιστον άλλα 3 έτη για να λάβει μία βεβαίωση παραμονής. Όλα αυτά τα χρόνια, ο άνθρωπος αυτός δεν μπορεί να εργασθεί, τουλάχιστον νόμιμα, ούτε μπορεί να έχει πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας ακόμη κι αν αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Επομένως, δεν μπορούμε να μιλάμε για ένταξη ή για δικαιώματα των ανθρώπων αυτών, τη στιγμή που βάσει νόμου δεν διασφαλίζεται όχι η αξιοπρεπής τους διαβίωση, αλλά ούτε καν η επιβίωσή τους. Η μόνη περίπτωση που εκδόθηκε προσωρινός ΑΜΚΑ για τον μεταναστευτικό και προσφυγικό πληθυσμό της χώρας, υπογράμμισε η κ. Λομσάτζε, ήταν προκειμένου να εμβολιασθούν έναντι του Covid και αυτό όχι φυσικά για τη δική τους προστασία, αλλά για να μην διασπείρουν τη νόσο στον ελληνικό πληθυσμό. Επομένως, υπάρχουν λύσεις, αυτό που λείπει είναι η βούληση να αντιληφθούμε το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις, κατανοώντας πως κανένας πρόσφυγας και κανένας μετανάστης δεν είχε ως όνειρο να φύγει από τη χώρα του και να πάει σε μία χώρα όπου θα μένει σε ένα camp, αλλά έφυγε επειδή οι συνθήκες τον υποχρέωσαν. Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια κ. Σοφία Τσαμπίρη, συντονίστρια εδώ και 6 έτη μίας θεραπευτικής ομάδας για μετανάστριες στη ΜΚΟ «Ζωή» (Organizata «Jeta»), συμφώνησε με τον κ. Φούσκα πως η μετανάστευση βιώνεται από το άτομο αλλά αφορά ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα. Παρουσιάζοντας το έργο της ΜΚΟ, η κ. Τσαμπίρη εξήγησε πως οι γυναίκες που συμμετέχουν στη θεραπευτική ομάδα κουβαλούν τις προσδοκίες των γονιών τους, τις απώλειες των γιαγιάδων και των παππούδων τους, τα μοτίβα ανοχής και φόβου που περνούν μέσα από τη σιωπή. Η μετανάστευση αποτελεί ένα κρίσιμο οικογενειακό γεγονός που διαμορφώνει ταυτότητες για γενιές, συνέχισε. Οι γυναίκες της ομάδας παλεύουν συχνά να βρουν τη θέση τους ανάμεσα σε δύο χώρες, μέσα ωστόσο σε αυτή την εσωτερική σύγκρουση υπάρχει η δυνατότητα θεραπείας, καθώς αυτό που αρχικά μοιάζει με σχίσμα μπορεί να μετατραπεί σε γέφυρα ταυτότητας. Η διαγενεαλογική προσέγγιση, ανέφερε η ομιλήτρια, έχει ως στόχο τη θεραπευτική μετάβαση από την ντροπή και την αποκοπή στη συμφιλίωση και την αποδοχή της προσωπικής ιστορίας κάθε ατόμου. Περιγράφοντας τα θεραπευτικά εργαλεία με τα οποία λειτουργεί η ομάδα, όπως η ζωγραφική, η ποίηση, η μυθολογία κ.ά, η κ. Τσαμπίρη επισήμανε πως πολλά μέλη της ομάδας μπόρεσαν να εκφράσουν τις εμπειρίες τους μέσα από αυτά, καθώς η τέχνη μπορεί να μιλάει εκεί που ακόμη η γλώσσα δεν μπορεί. Η ομαδική θεραπεία, υπογράμμισε, λειτουργεί σύμφωνα με τον Yalom ως μικρό κοινωνικό εργαστήριο, όπου αναδύονται οι δυναμικές της συνύπαρξης, η εμπιστοσύνη, ο φόβος, η ταύτιση, η αντοχή, η απελευθέρωση. Αναφερόμενη στις εκθέσεις που διοργάνωσε η ΜΚΟ με τα έργα της ομάδας, η ομιλήτρια παρατήρησε πως τα έργα που δημιούργησαν οι γυναίκες της ομάδας δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά η ψυχική ιστορία κάθε γυναίκας που γίνεται ορατή. Στόχος της ομάδας, κατέληξε η κ. Τσαμπίρη, είναι να μπορέσουν οι συμμετέχουσες να συμφιλιωθούν με τη διαδρομή τους, να ξεπεράσουν τα οδυνηρά τους βιώματα και να αισθανθούν καλά με τη νέα τους ζωή. Η κ. Νεφέλη Στουρνάρα, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο ΕΚΠΑ, παρουσίασε τα ευρήματα και τους στόχους του χρηματοδοτούμενου από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) ερευνητικού προγράμματος MotHers για την περιγεννητική φροντίδα μεταναστριών και προσφυγισσών σε δημόσια νοσοκομεία της Αθήνας, του οποίου είναι επιστημονική υπεύθυνη. Η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η μαιευτική φροντίδα αποτελούν μια κρίσιμη στιγμή ευαλωτότητας, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και ένα κομβικό σημείο συνύπαρξης, ένταξης, συμπερίληψης, εμπιστοσύνης και ισότητας, υπογράμμισε η κ. Στουρνάρα. Η έρευνα MotHers εστιάζει στο πώς οι γυναίκες αυτές πλοηγούνται και διαπραγματεύονται μέσα στους θεσμούς, καθώς στην Ελλάδα λείπουν ποιοτικές μελέτες που να καταγράφουν το βίωμα των μεταναστριών και να αναδεικνύουν τη δράση και την ανθεκτικότητά τους. Η έρευνα υιοθέτησε τη διαθεματική προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη ως άξονες που παράγουν ανισότητες το φύλο, την κοινωνική τάξη, την εθνότητα φυλή και το νομικό καθεστώς. Υπογραμμίζοντας ότι η φροντίδα δεν είναι απλώς μια τεχνική ή ιατρική πράξη, αλλά μια σχέση, η κ. Στουρνάρα εξήγησε πως για να υπάρξει πραγματική φροντίδα, χρειάζεται ενσυναίσθηση, αμοιβαιότητα, αναγνώριση της ευαλωτότητας, σεβασμός της αξιοπρέπειας, διάλογος και όχι μονόλογος, καθώς και αναγνώριση της γυναίκας ως ηθικού υποκειμένου. Σκοπός της MotHers, συνέχισε η ερευνήτρια, δεν είναι μόνο να συγκεντρώσει τις εμπειρίες των συμμετεχουσών γυναικών, αλλά να μετατρέψει τις βιωμένες εμπειρίες σε προτάσεις πολιτικής που θα βελτιώσουν την κοινωνική συνοχή και τα αποτελέσματα υγείας. Η μελέτη έχει ως όραμα να συμβάλει στη διαμόρφωση πολιτικών δημόσιας υγείας, επομένως η έρευνα δεν περιορίζεται στην καταγραφή, αλλά στοχεύει να λειτουργήσει ως χώρος διαλόγου και συν-δημιουργίας γνώσης. Η μεθοδολογία του έργου περιλαμβάνει τη διεξαγωγή τριών ομάδων εστίασης, με την τρίτη ομάδα να αποτελεί τον βασικό χώρο συνδιαμόρφωσης. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει συζητήσεις με μετανάστριες, η δεύτερη περιλαμβάνει συζήτηση για την επίδραση της φροντίδας και τη διαπολιτισμική προσέγγιση με επαγγελματίες υγείας και διοικητικό προσωπικό νοσοκομείων, ενώ η τρίτη περιλαμβάνει εκπρόσωπους του κράτους, ειδικούς δημόσιας υγείας και μετανάστριες και είναι αφιερωμένη στη συζήτηση πολιτικής και πιθανών παρεμβάσεων. Η διαλογική αυτή προσέγγιση αναγνωρίζει τις «μετανάστριες γυναίκες» ως υποκείμενα με φωνή και δικαιώματα, καθιστώντας τις ενεργές συμμετέχουσες στη χάραξη πολιτικής. Τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν για τη διάχυση των ευρημάτων και την ευαισθητοποίηση, περιλαμβάνουν τη δημιουργία και προβολή ενός ντοκιμαντέρ, διεπιστημονικές συνεργασίες, καθώς και τη σύνταξη δύο εκθέσεων που θα στοχεύουν σε παρεμβάσεις πολιτικής. Για να επιτευχθεί ο στόχος της μετάβασης σε ένα διαπολιτισμικά επαρκές μοντέλο περιγεννητικής φροντίδας, απαιτείται θεσμική ενίσχυση της επικοινωνίας, υιοθέτηση μιας ασθενοκεντρικής, ενήμερης όσον αφορά το ψυχικό τραύμα προσέγγισης που αναγνωρίζει τη διασταύρωση των ανισοτήτων, καθώς και ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ νοσοκομείων, κοινωνικών υπηρεσιών, του εθελοντικού τομέα και των κοινοτήτων για την υποστήριξη των ψυχοκοινωνικών και οικονομικών αναγκών των γυναικών. Η συνύπαρξη στο πλαίσιο της υγείας απαιτεί θεσμική και κοινωνική ευθύνη, τόνισε η κ. Στουρνάρα. Σκοπός του έργου MotHers είναι η κοινωνική μετατόπιση, η ενίσχυση δηλαδή της φροντίδας ως δικαιώματος και η ανάδειξη των μεταναστριών ως ενεργών υποκειμένων στη συνδιαμόρφωση ενός πιο δίκαιου συστήματος υγείας. Read More
Επενδύοντας στην υγεία των γυναικών: Προκλήσεις και προοπτικές για το σύστημα υγείας – Σ.Τ.
Το λεγόμενο «gender health gap», δηλαδή το χάσμα στην υγεία λόγω του φύλου, μια από τις πιο υποτιμημένες, αλλά κρίσιμες διαστάσεις της δημόσιας υγείας ανέδειξε η ξεχωριστή συνεδρία που ήταν αφιερωμένη στην υγεία των γυναικών, με συντονίστρια την κ. Παρασκευή Μιχαλοπούλου, Πρόεδρο του Πανελληνίου Συλλόγου Γυναικών με Καρκίνο Μαστού «Άλμα Ζωής».
[gallery link="file" size="medium" ids="12598,12595,12596,12597,12599,12600"] Η συνεδρία κατέδειξε πώς η ποιότητα, η προσβασιμότητα και η ισότητα στη φροντίδα υγείας για τις γυναίκες μπορούν να ενισχυθούν μέσα από τεκμηριωμένες πολιτικές, νέα πρότυπα φροντίδας και ενσωμάτωση της έμφυλης διάστασης σε κάθε επίπεδο του συστήματος υγείας. Πρώτη έλαβε τον λόγο, η κ. Ελευθερία Καραμπλή, από το Εργαστήριο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (LabHTA) της Σχολής Δημόσιας Υγείας, ΠΑΔΑ, η οποία επικεντρώθηκε στον καρκίνο του μαστού. Η ομιλήτρια παρουσίασε τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 2024 και η οποία εξέταζε τις επιπτώσεις της νόσου στις ασθενείς και στις οικογένειές τους, καθώς και τα εμπόδια που περιόριζαν την πρόσβαση στη φροντίδα υγείας. Όπως ανέφερε η κ. Καραμπλή, η έρευνα έδειξε ότι το ποσοστό των γυναικών που είχαν εντοπίσει το πρόβλημα σε κάποιον προληπτικό έλεγχο (και όχι τυχαία ή κατόπιν εμφάνισης συμπτωμάτων) ήταν αυξημένο σε σχέση με προηγούμενη έρευνα του 2014, ενώ υψηλότερο ήταν και στις γυναίκες που είχαν ιδιωτική ασφάλιση. Οι τυχόν καθυστερήσεις στην αναζήτηση γιατρού οφείλονταν στο ότι οι γυναίκες δεν σκέφτηκαν ότι μπορεί να πρόκειται για καρκίνο ή στις πολλές οικογενειακές ή επαγγελματικές υποχρεώσεις. Οι μισές συμμετέχουσες αντιμετώπισαν ένα ή περισσότερα εμπόδια όταν θέλησαν να κλείσουν ραντεβού με γιατρό: λίστες αναμονής, έλλειψη της σχετικής ειδικότητας στον τόπο διαμονής τους, μεγάλη γεωγραφική απόσταση από την υπηρεσία υγείας που χρειάζονταν ή κάποια άλλη δυσκολία. Ενώ η πλειονότητα των βιοψιών και των χειρουργικών επεμβάσεων (61,5%) πραγματοποιούνταν σε ιδιωτικές δομές, οι επόμενες θεραπείες (χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία, ακτινοθεραπεία) ήταν πιο ισότιμα μοιρασμένες μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών νοσοκομείων. Σε ό,τι αφορά την ψυχολογική υποστήριξη, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει πολύ σε σχέση με την έρευνα του 2014, παρατήρησε η κ. Καραμπλή. Περίπου 40% των συμμετεχουσών αναζήτησαν επαγγελματική ψυχολογική υποστήριξη (ποσοστό που συσχετιζόταν με το μορφωτικό επίπεδο), ενώ η μη λήψη της οφειλόταν στο κόστος των επισκέψεων και στις οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις των γυναικών. Παρόλο που το κόστος της θεραπείας καλυπτόταν από την κοινωνική και την ιδιωτική ασφάλιση, 68,5% των συμμετεχουσών κατέβαλαν πληρωμές από την τσέπη τους, οι οποίες ανέρχονταν κατά μέσον όρο στα 4.600 ευρώ και οι οποίες κάποιες φορές προέρχονταν από δανεισμό ή ακόμη και από πώληση περιουσιακών στοιχείων. Η νόσος είχε επιπτώσεις στην εργασιακή κατάσταση των γυναικών, καθώς 58,5% πήραν αναρρωτική άδεια (με αποδοχές), 30,6% πήραν άδεια άνευ αποδοχών και 7,8% παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους. Σημαντικές ήταν οι επιπτώσεις και για το οικογενειακό τους περιβάλλον, καθώς συγγενικά τους πρόσωπα επιστρατεύθηκαν για να τις βοηθήσουν, πολλές φορές εγκαταλείποντας την εργασία τους (25,4%) ή μετακομίζοντας μόνιμα ή προσωρινά από τον τόπο κατοικίας τους (26,4%). Όλα αυτά δημιουργούν μεγάλη οικονομική και ψυχολογική πίεση στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού. Τέλος, η κ. Καραμπλή επισήμανε κάποιες προκλήσεις που αναδεικνύονται για την πολιτική υγείας, όπως η βιωσιμότητα των προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, η χρήση δεικτών για τον μέγιστο χρόνο αναμονής έως τη διάγνωση και τη θεραπεία, η παροχή ολιστικής και διεπιστημονικής φροντίδας, αλλά και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης σε όλα τα στάδια της νόσου, η αντιμετώπιση των γεωγραφικών ανισοτήτων στην πρόσβαση σε φροντίδα υγείας και η διατομεακή συνεργασία για την υποστήριξη των γυναικών με καρκίνο σε όλες τις πτυχές της ζωής τους που επηρεάζονται από τη νόσο (οικογένεια, εργασία, οικονομική κατάσταση). Στη συνέχεια, η κ. Βασιλική Τσιάντου, οικονομολόγος υγείας, Γ.Ν. Τρικάλων και συνεργάτιδα έρευνας Εργαστήριο ΑΤΥ του ΠΑΔΑ, παρουσίασε τα αποτελέσματα μιας βιβλιογραφικής ανασκόπησης που πραγματοποιήθηκε το 2025 σχετικά με τη φροντίδα των καρκίνων που προσβάλλουν τις γυναίκες (καρκίνος του μαστού και γυναικολογικοί καρκίνοι), με σκοπό αφενός να αξιολογήσει τη λειτουργία του ελληνικού συστήματος υγείας και αφετέρου να αναπτύξει τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής για τη βελτίωση αυτής της λειτουργίας. Η κ. Τσιάντου εστίασε σε τέσσερις τομείς. Ξεκινώντας από τα ζητήματα διακυβέρνησης, η ομιλήτρια ανέδειξε τη μεγάλη επιρροή που ασκούν οι πολιτικοί κύκλοι στην πολιτική υγείας, καθώς και την ελλιπή παρακολούθηση, καταγραφή και αξιολόγηση των πολιτικών και των δράσεων, την περιορισμένη διατομεακή συνεργασία και την αποσπασματική συλλογή δεδομένων υγείας. Πρόσθεσε, ωστόσο, πως η αυξημένη συμμετοχή των ενώσεων ασθενών στη λήψη αποφάσεων, η δημιουργία του Εθνικού Αρχείου Νεοπλασιών και η αναμενόμενη εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο ανοίγουν νέες προοπτικές σε αυτόν τον τομέα. Σε ό,τι αφορά τη δημιουργία πόρων, το σύστημα υγείας έρχεται αντιμέτωπο με προκλήσεις όπως οι γεωγραφικές ανισότητες στην κατανομή των πόρων, η έλλειψη ειδικών επαγγελματιών υγείας (παθολογοανατόμων, ακτινοθεραπευτών, ειδικευμένων νοσηλευτών), η απουσία συστήματος ενιαίας καταγραφής του ανθρώπινου δυναμικού και του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, το ελλιπές πλαίσιο συνεχιζόμενης εκπαίδευσης των επαγγελματιών υγείας και η παραμέληση των υποδομών ανακουφιστικής φροντίδας. Στον αντίποδα, ο σχεδιασμός για ανάπτυξη κέντρων μαστού και ολοκληρωμένων κέντρων καρκίνου, η προώθηση της κατ’ οίκον φροντίδας, η λειτουργία κλινικής επιζώντων καρκίνου και η ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών υγείας δημιουργούν κάποια αισιοδοξία για βελτίωση της κατάστασης. Η κ. Τσιάντου συνέχισε με το ζήτημα της χρηματοδότησης, η οποία είναι διαχρονικά ελλιπής στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας και των υποστηρικτικών υπηρεσιών. Η συλλογή δεδομένων και η αξιοποίησή τους μπορεί να συμβάλει σε μια πιο ορθολογική κατανομή των περιορισμένων πόρων, δήλωσε η κ. Τσιάντου, η οποία πρότεινε επίσης μέτρα όπως τη θέσπιση ειδικών φόρων υπέρ της υγείας, τη δημιουργία ταμείων καινοτομίας, την αμοιβή των επαγγελματιών υγείας βάσει αποτελεσμάτων, την παροχή επιδομάτων ή φορολογικών ελαφρύνσεων για τους άτυπους φροντιστές και την αποτελεσματικότερη κάλυψη της ψυχολογικής υποστήριξης και των υπηρεσιών αποκατάστασης. Τέλος, στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, η έρευνα ανέδειξε τις δυσκολίες πρόσβασης σε προσυμπτωματικό έλεγχο, ιδίως για τις γυναίκες που ζουν σε απομακρυσμένες και νησιωτικές περιοχές, τις καθυστερήσεις στην έγκαιρη διάγνωση, την απουσία διεπιστημονικής ομάδας φροντίδας στην ΠΦΥ για την αξιολόγηση του ψυχολογικού και κοινωνικού φορτίου της νόσου, την ανεπαρκή φροντίδα για διατήρηση της γονιμότητας, τις δυσκολίες στην αποκατάσταση του στήθους σε γυναίκες με χαμηλότερο εισόδημα και την ανεπαρκή παροχή ψυχολογικής υποστήριξης, ανακουφιστικής φροντίδας και κατ’ οίκον φροντίδας. Ωστόσο, η ένταξη του εμβολιασμού κατά του HPV στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, η σταδιακή υλοποίηση προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, η δημιουργία ψηφιακών ογκολογικών συμβουλίων με σκοπό τη διασύνδεση των απομακρυσμένων περιοχών με μεγάλα ογκολογικά κέντρα, η δημιουργία ειδικών ομάδων καθοδήγησης ογκολογικών ασθενών στα νοσοκομεία και η χρήση των ψηφιακών εργαλείων για τους ογκολογικούς ασθενείς αναμένεται ότι θα βελτιώσουν την παρεχόμενη φροντίδα. Ολοκληρώνοντας την ομιλία της, η κ. Τσιάντου τόνισε τη σημασία της ευαισθητοποίησης τόσο των γιατρών όσο και του πληθυσμού σχετικά με την πρόληψη, ενώ εξήρε επίσης το έργο των ενώσεων ασθενών, όπως το «Άλμα Ζωής». Δήλωσε, τέλος, ότι το έδαφος έχει πλέον ωριμάσει και εξέφρασε την αισιοδοξία της για το μέλλον. Παίρνοντας με τη σειρά της τον λόγο, η κ. Σοφία Καλανταρίδου, καθηγήτρια μαιευτικής-γυναικολογίας Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., διέτρεξε όλες τις φάσεις της ζωής μιας γυναίκας, υπογραμμίζοντας αρχικά ότι η ενημέρωση και η πρόληψη στις γυναίκες θα πρέπει να ξεκινούν ήδη από την παιδική και εφηβική ηλικία και να συνεχίζονται στη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας και της εμμηνόπαυσης. Η κ. Καλανταρίδου τόνισε πως τα κορίτσια θα πρέπει να ενημερώνονται από νωρίς για την περίοδο και τα προβλήματά της, καθώς και για την αντισύλληψη και τους τρόπους αποφυγής των ανεπιθύμητων κυήσεων, προκειμένου να μη φθάνουμε να χρησιμοποιείται το χάπι της επόμενης ημέρας ως μέθοδος αντισύλληψης. Η ομιλήτρια τόνισε επίσης τη σημασία του εμβολιασμού κατά του ιού HPV, όχι μόνο στα κορίτσια αλλά και στα αγόρια, και έδωσε έμφαση στη σημασία της σωστής ενημέρωσης για την πρόληψη των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων, προκειμένου να αποφευχθούν μετέπειτα επιπλοκές στη γονιμότητα. Τέλος, επισήμανε την αξία της έγκαιρης αντιμετώπισης του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών, το οποίο συνδέεται με εμφάνιση πολλών νοσημάτων σε μεγαλύτερη ηλικία. Αφού αναφέρθηκε στο προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο και την ανεπαρκή φροντίδα του στην Ελλάδα, η κ. Καλανταρίδου πέρασε στην ενήλικη ζωή και στη σημασία της πρόληψης των επιπλοκών στη διάρκεια της κύησης, τονίζοντας εμφατικά ότι η εγκυμοσύνη συνιστά ένα «stress test» για τις γυναίκες, καθώς οι επιπλοκές που θα εμφανίσουν στη διάρκεια της κύησης αποτελούν δείκτη μετέπειτα προβλημάτων, όπως ισχαιμικής καρδιοπάθειας, μεταβολικού συνδρόμου και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Επισήμανε δε, την απουσία μακροχρόνιας παρακολούθησης των γυναικών που εμφάνισαν τέτοιες επιπλοκές. Η ομιλήτρια πρόσθεσε πως η ευρεία πλέον χρήση του ΠΑΠ test και της μαστογραφίας σώζουν ζωές, αλλά παρατήρησε ότι δεν δίνεται η ίδια προσοχή στην πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων στις γυναίκες – ως αποτέλεσμα, μόνο 3% των γυναικών πεθαίνουν από καρκίνο του μαστού, ενώ μία στις δύο πεθαίνει από καρδιαγγειακό νόσημα. Τέλος, αναφερόμενη στην εμμηνόπαυση, η κ. Καλανταρίδου επισήμανε πως παρόλο που αποτελεί μια φυσιολογική κατάσταση, δεν παύει να συνοδεύεται από πολύ σημαντικές μεταβολές, στις οποίες θα πρέπει να δίνεται η δέουσα σημασία, καθώς οι γυναίκες περνούν το ένα τρίτο της ζωής τους στην εμμηνόπαυση. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις συνέπειες της πρώιμης εμμηνόπαυσης και των εξάψεων, οι οποίες συνδέονται με διαταραχή του μεταβολισμού, αγγειακή φλεγμονή, κατάθλιψη και σεξουαλική δυσλειτουργία. Η ομιλήτρια δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις επιπτώσεις που θα έχει η κλιματική αλλαγή στην υγεία των γυναικών, με αύξηση των περιστατικών πρώιμης αδρεναρχής, αποβολών, υπογονιμότητας και πρώιμης εμμηνόπαυσης, και ολοκλήρωσε την ομιλία της υπογραμμίζοντας για μία ακόμη φορά πως η ενημέρωση και η πρόληψη από τα πρώτα χρόνια του σχολείου είναι στρατηγικές που δεν κοστίζουν ιδιαίτερα και που προστατεύουν την υγεία των γυναικών, εξοικονομώντας συγχρόνως πόρους για το σύστημα υγείας. Τέλος, η κ. Ζέφη Δημαδάμα, λέκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και τέως Γενική Γραμματέας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ανέλυσε περισσότερο τις έμφυλες ανισότητες που παρατηρούνται στη φροντίδα υγείας των γυναικών. Η ομιλήτρια επισήμανε ότι ορισμένα θέματα που παραμένουν ταμπού, όπως η έμμηνη ρύση και η εμμηνόπαυση, δεν συζητούνται όσο θα έπρεπε και δεν εξετάζονται επαρκώς οι συνέπειές τους, ενώ τα στερεότυπα που τα περιβάλλουν αναγκάζουν τις γυναίκες να μη φροντίζουν σωστά την υγεία τους, στην προσπάθειά τους να μη φανούν υποδεέστερες των ανδρών και να μην αποκλειστούν από θέσεις εργασίας. Η ομιλήτρια κατέρριψε επίσης το στερεότυπο γύρω από το γεγονός ότι οι γυναίκες ζουν περισσότερα χρόνια, αναφέροντας ότι παρόλο που το προσδόκιμο επιβίωσης είναι πράγματι υψηλότερο για τις γυναίκες από ό,τι για τους άνδρες, τα έτη υγιούς ζωής είναι περίπου ίσα, εξαιτίας των ανισοτήτων που επιβαρύνουν την υγεία των γυναικών, συμπεριλαμβανομένου του καθιερωμένου ρόλου τους ως φροντιστριών των αδύναμων μελών της οικογένειας. Στηλίτευσε επίσης την τάση να υποβαθμίζονται το άγχος ή η κατάθλιψη που μπορεί να νιώθουν οι γυναίκες μετά από τη γέννηση ενός παιδιού ή μια αποβολή και την ευκολία με την οποία χαρακτηρίζονται ως «υπερβολικές» όταν αναφέρουν ενοχλήσεις. Η κ. Δημαδάμα επισήμανε επίσης ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ερευνών για νόσους που πλήττουν εξίσου άνδρες και γυναίκες μελετούν κυρίως το ανδρικό σώμα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες του γυναικείου σώματος και του ορμονικού του περιβάλλοντος – το ίδιο ισχύει και για τις μελέτες ασφάλειας των φαρμάκων. Πρόσθεσε πως είναι λάθος οι προσπάθειες επίλυσης του δημογραφικού ζητήματος να εστιάζουν στην οικογένεια, αγνοώντας την πραγματικότητα που βιώνουν οι γυναίκες, καθώς χωρίς διασφάλιση της οικονομικής ανεξαρτησίας των γυναικών και της πρόσβασής τους σε (μη πανάκριβες) υπηρεσίες υγείας δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν περισσότερες γεννήσεις παιδιών. Τέλος, επισήμανε την απουσία επίσημης, θεσμικής συζήτησης γύρω από το θέμα της κατάψυξης ωαρίων και της δωρεάς ωαρίων και την έλλειψη ενημέρωσης για το τι σημαίνουν οι σχετικές διαδικασίες και ποιες είναι οι συνέπειές τους. Ερχόμενη στο δια ταύτα, η κ. Δημαδάμα σχολίασε ότι η αύξηση της επένδυσης στην υγεία των γυναικών και η μείωση του λεγόμενου «gender health gap» δεν συνιστά μόνο κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και αναγκαιότητα για τον σωστό προγραμματισμό των οικονομικών της υγείας και των πολιτικών υγείας, καθώς το κόστος της αδράνειας είναι μεγάλο: έχει εκτιμηθεί ότι το κόστος της άνισης αντιμετώπισης ανδρών και γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο ανέρχεται σε 1 τρισ. δολάρια ανά έτος, δήλωσε εμφατικά η κ. Δημαδάμα. Συζήτηση Σχολιάζοντας τις εισηγήσεις των ομιλητριών, η συντονίστρια κ. Μιχαλοπούλου παρατήρησε πως η έλλειψη πιστοποιημένων κέντρων μαστού μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικές δαπάνες τις γυναίκες με καρκίνο του μαστού, δεδομένου ότι ο μέσος όρος των χρημάτων που πληρώνει μια γυναίκα είναι 4.600 ευρώ, ενώ στάθηκε και στην ψυχολογική επιβάρυνση των γυναικών και στην ανάγκη απευθείας παραπομπής τους σε ψυχολόγο από τον χειρουργό τους. Η κ. Μιχαλοπούλου σχολίασε επίσης ότι τρία χρόνια μετά από την έναρξη του προγράμματος «Φώφη Γεννηματά» και με πάνω από 900.000 γυναίκες να έχουν λάβει μέρος στο πρόγραμμα, όλος αυτός ο πλούτος δεδομένων δεν έχει αξιολογηθεί και αξιοποιηθεί, κάτι που θα μπορούσε να έχει συμβάλει στη διαμόρφωση πολιτικών, τουλάχιστον στο επίπεδο της διάγνωσης. Τέλος, πρόσθεσε ότι είναι πολύ σημαντικό όλα τα θέματα που τέθηκαν στη συνεδρία να μεταφερθούν στην κοινωνία και, κυρίως, στην ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, ενώ εξίσου σημαντικό είναι να καταλαμβάνουν περισσότερες γυναίκες θέσεις ηγεσίας και να υπάρχουν περισσότερες γυναίκες στη Βουλή και στην κυβέρνηση. Απαντώντας σε ερώτηση από το κοινό σχετικά με τον τοκετό στο σπίτι, η κ. Καλανταρίδου είπε πως είναι κάτι που μπορεί να γίνει, αλλά υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, σε μια κύηση χωρίς επιπλοκές, στην οποία αναμένεται να είναι σχετικά εύκολος ο κολπικός τοκετός. Επισήμανε πως σε μια μεγάλη πόλη στην οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή οι δρόμοι να είναι μποτιλιαρισμένοι, μια επιπλοκή μπορεί να στοιχίσει τη ζωή του μωρού ή της μητέρας και πρόσθεσε πως θα ήταν πολύ καλύτερο να υπάρχει ανεξάρτητη πτέρυγα μέσα σε ένα οργανωμένο νοσοκομείο στην οποία να εφαρμόζεται ο λεγόμενος φυσικός τοκετός, κάτι το οποίο γίνεται με μεγάλη επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Read More
Πολιτικές για τη μακροχρόνια φροντίδα στην Ελλάδα: η ανάγκη ανάδειξης ενός «αόρατου» προβλήματος – Σ.Τ.
Η στρογγυλή τράπεζα που συντόνισε η δημοσιογράφος κ. Νιόβη Αναζίκου είχε ως στόχο την ανάδειξη της ανάγκης διαχείρισης του «αόρατου» προβλήματος της μακροχρόνιας φροντίδας -το βάρος της οποίας επωμίζονται σήμερα στη χώρα μας οι οικογένειες- με ολοκληρωμένες πολιτικές και στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής.
Η μακροχρόνια φροντίδα είναι ανάγκη να αποτελέσει κεντρική προτεραιότητα κοινωνικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια, καθώς το ζήτημα αυτό απασχολεί ήδη έναν μεγάλο αριθμό οικογενειών στην Ελλάδα, αριθμός που εκτιμάται πως θα αυξάνεται όλο και περισσότερο δεδομένης της γήρανσης του πληθυσμού, ανέφερε η κ. Αναζίκου προλογίζοντας τη συζήτηση. [gallery link="file" size="medium" ids="12581,12583,12585,12586,12582,12584"] Ορισμός της μακροχρόνιας φροντίδας και evidence-based ευρωπαϊκές πολιτικές Διευκρινίζοντας πως η μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων αφορά τη μακροχρόνια φροντίδα των ηλικιωμένων ανθρώπων μόνο, η κ. Μαρία Καραγιαννίδου, Ερευνήτρια στο Care Policy and Evaluation Center (CPEC) του Τμήματος Πολιτικών Υγείας του LSE και Λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του LSE, τόνισε πως είναι πολύ σοβαρό για τη χώρα να ορισθεί με σαφήνεια η μακροχρόνια φροντίδα, καθώς ένα σύνηθες λάθος στην Ελλάδα είναι ότι αυτές τις υπηρεσίες περιλαμβάνουν όλο το κομμάτι της αναπηρίας και όλο το ηλικιακό εύρος. Στην Αγγλία, στη Γερμανία, καθώς και στις σκανδιναβικές χώρες, υπάρχει evidence-based policy, δηλαδή οτιδήποτε σχεδιάζεται, οτιδήποτε αλλάζει, μεταμορφώνεται, πάντοτε στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Στην Ελλάδα, για κάποιο λόγο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο κι αυτό αποτελεί ένα τεράστιο έλλειμμα, εξήγησε, αναφέροντας πως η στρατηγική για τη γήρανση που σχεδιάσθηκε από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς –με τη συμμετοχή και του LSE– πριν από δύο ή τρία χρόνια και η οποία περιείχε πολλές τεκμηριωμένες πληροφορίες, δεν λήφθηκε ποτέ υπόψη στη στρατηγική που τελικά διαμορφώθηκε επίσημα από το Υπουργείο. Το θέμα δεν είναι μόνο να παράγεται ακαδημαϊκή γνώση, υπογράμμισε η ομιλήτρια, αλλά και να λαμβάνεται υπόψη. Παρουσιάζοντας τα διάφορα μοντέλα χρηματοδότησης των υπηρεσιών, η κ. Καραγιαννίδου ανέφερε πως οι σκανδιναβικές χώρες χρηματοδοτούν τη μακροχρόνια φροντίδα από τη γενική φορολογία. Στο παρελθόν υπήρχε η τάση στις σκανδιναβικές χώρες να έχουν αποκεντρωμένες υπηρεσίες για τους ηλικιωμένους, βασισμένες κυρίως στους δήμους, σήμερα ωστόσο, επειδή αυξάνεται ο πληθυσμός και οι ανάγκες είναι τεράστιες, αρχίζουν και δημιουργούνται περισσότερες υπηρεσίες στην κοινότητα, ώστε οι άνθρωποι να μένουν στα σπίτια τους με πιο ισχυρή φροντίδα στην κοινότητα. Η Γερμανία, που έχει ως σύστημα χρηματοδότησης την κοινωνική ασφάλιση, έχει κάνει αρκετές μεταρρυθμίσεις, με πιο μεγάλη αυτή που έγινε επί Merkel και στη χρηματοδότηση και στις υπηρεσίες. Το γερμανικό κράτος δίνει επίσης έμφαση στη φροντίδα στην κοινότητα, παρέχοντας με κάποια κριτήρια ένα επίδομα (cash benefit) περίπου 1100 ευρώ στις οικογένειες των ανθρώπων που χρειάζονται φροντίδα. Η Αγγλία έχει και αυτή κυρίως υπηρεσίες στην κοινότητα. Το αγγλικό σύστημα βασίζεται στο "means testing", δηλαδή γίνεται μια πολύ αυστηρή αξιολόγηση όχι μόνο με βάση την αναπηρία που έχει ο ηλικιωμένος και τη μη δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης, αλλά και με βάση τα οικονομικά του χαρακτηριστικά. Ένα πολύ ενδιαφέρον σύστημα με πολύ πιο δομημένες υπηρεσίες, που επίσης δίνει έμφαση στις υπηρεσίες κοινότητας και τη φροντίδα στο σπίτι παρά σε οίκους ευγηρίας, είναι το σύστημα της Ιαπωνίας -η οποία αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο αναφορικά με τη γήρανση και την επιβάρυνση- όπου εφαρμόζεται ένας συνδυασμός κοινωνικής ασφάλισης και γενικής φορολογίας για τη χρηματοδότηση του συστήματος. 50% προέρχεται από την κοινωνική ασφάλιση, την οποία πληρώνουν οι πολίτες άνω των 40 ετών, και το υπόλοιπο από τη γενική φορολογία, 25% από τα έσοδα του κράτους και 25% από τα έσοδα των δήμων. Υπάρχουν ασφαλώς αυστηρά κριτήρια στο ποιος δικαιούται τελικά τη φροντίδα, υπάρχει όμως πολύ ισχυρή φροντίδα στην κοινότητα και δίνεται στήριξη και στο σπίτι, ενώ ανά διετία υπάρχει αξιολόγηση της αναπηρίας των ηλικιωμένων. Σε κάθε μία από τις χώρες αυτές, ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζεται ή ανανεώνεται και επικαιροποιείται το σύστημα σχετίζεται πάντοτε με επιστημονικά και ακαδημαϊκά δεδομένα, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην Ελλάδα, επανέλαβε η ομιλήτρια. Στη χώρα μας, το μόνο εργαλείο που υπάρχει σήμερα για την αποτύπωση των αναγκών του πληθυσμού και την εκτίμηση της επιβάρυνσης του πληθυσμού είναι η ευρωπαϊκή μελέτη SHARE. Στην πραγματικότητα όμως ο ελληνικός πληθυσμός είναι πιο επιβαρυμένος, επομένως είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν και άλλου τύπου πολύ διαφορετικές έρευνες για την ακριβέστερη αποτύπωση των αναγκών. Σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της στρατηγικής για τη γήρανση που σχεδιάστηκε από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς σε Έλληνες πολίτες μέσης ηλικίας, περίπου 50 ετών, η πρώτη επιλογή των συμμετεχόντων όταν ρωτήθηκαν τι φροντίδα θα ήθελαν για τους δικούς τους γονείς και για τον εαυτό τους ήταν να έχουν έναν φροντιστή στο σπίτι, ενώ όταν ρωτήθηκαν σχετικά με τη χρηματοδότηση της μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα, η απάντηση ήταν ότι πρέπει να γίνεται με οικονομικά κριτήρια. Φαίνεται λοιπόν ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα, οι πολίτες, είναι πιο μπροστά από τους πολιτικούς κι αυτούς που σχεδιάζουν τις υπηρεσίες, δήλωσε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της η κ. Καραγιαννίδου. Επένδυση στην κατ’ οίκον φροντίδα Ο ορισμός της μακροχρόνιας φροντίδας είναι πολύ σημαντικός, συμφώνησε ο κ. Ζαφείρης Βάλβης, εμπειρογνώμων στα οικονομικά της μακροχρόνιας φροντίδας. Στις εκθέσεις γήρανσης που γίνονται κάθε τρία χρόνια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο και εκεί δίνεται ένας πολύ συγκεκριμένος ορισμός, τον οποίον όλοι οι ακαδημαϊκοί ουσιαστικά ακολουθούν. Είναι η παροχή φροντίδας σε άτομα με δυσκολία αυτοεξυπηρέτησης στις δραστηριότητες καθημερινής ζωής. Μπορεί να συνυπάρχουν ιατρικά θέματα, αλλά το κύριο σημείο είναι ότι έχουν δυσκολία αυτοεξυπηρέτησης. Η δυσκολία εκτίμησης των αναγκών μακροχρόνιας φροντίδας δεν είναι μόνο ελληνική, συνέχισε ο κ. Βάλβης, είναι πανευρωπαϊκή. Η μεγάλη πρόκληση που καλούνται οι χώρες να αντιμετωπίσουν οφείλεται σε δύο λόγους: ο πρώτος είναι η γήρανση του πληθυσμού και ο δεύτερος η μειωμένη προσφορά φροντιστών. Αν και μέχρι σήμερα τους ηλικιωμένους φρόντιζαν συνήθως τα παιδιά τους στο σπίτι, πλέον έχουν σημειωθεί τρεις μεγάλες αλλαγές: πρώτον, πολλοί ηλικιωμένοι στο μέλλον δεν θα έχουν παιδιά, γιατί έχει μειωθεί πάρα πολύ η γεννητικότητα, δεύτερον, όσοι έχουν παιδιά έχουν λιγότερα και τρίτον, οι γυναίκες εργάζονται, επομένως δεν μπορούν να έχουν τον ρόλο που είχαν παλιότερα. Επιπλέον, υπάρχει και η κινητικότητα στην εργασία, άρα τα παιδιά δεν μένουν πάντα στην ίδια περιοχή με τους γονείς. Το να πούμε ότι υπάρχουν ένα εκατομμύριο άτομα σε ανάγκη φροντίδας δεν βοηθάει κανέναν στο να φτιάξει πολιτικές, γιατί δεν έχουν όλοι τις ίδιες ανάγκες φροντίδας, παρατήρησε ο ομιλητής, περιγράφοντας στη συνέχεια την καινοτόμο μεθοδολογία που προτάθηκε για την ακριβή αποτύπωση των αναγκών με βάση μία πολύ αναλυτική μελέτη στην οποία συμμετείχε ο ίδιος και η οποία δημοσιεύθηκε στο Journal of Long Term Care. Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, εξήγησε, η δυσκολία αυτοεξυπηρέτησης ταξινομήθηκε σε πέντε επίπεδα και υπολογίστηκε ότι σήμερα υπάρχουν στην Ελλάδα περίπου 677.000 άτομα άτομα άνω των 65 ετών που βρίσκονται σε κάποιο επίπεδο ανάγκης φροντίδας. Από τους 677.000 αυτούς ανθρώπους, 180.000 ανήκουν στα σοβαρά επίπεδα δυσκολίας αυτοεξυπηρέτησης, άλλοι 120.000 έχουν αρχίσει να έχουν δυσκολία και χρήζουν φροντίδας, και οι υπόλοιποι έχουν ανάγκη φροντίδας μόνο για τις δουλειές του σπιτιού και για μετακινήσεις εκτός σπιτιού. Στη συνέχεια, με διάφορους μεσοσταθμικούς συντελεστές, υπολογίστηκε πόση ώρα φροντίδας χρειάζεται κάθε μία από τις κατηγορίες, ώστε να εκτιμηθεί πόσα χρήματα και πόσους φροντιστές χρειαζόμαστε. Συνολικά υπολογίστηκε πως η χώρα μας χρειάζεται 187.000 φροντιστές, με εργασία 8 ωρών που είναι εργασία πλήρους απασχόλησης, -είτε είναι άτυποι είτε είναι επαγγελματίες, είτε πληρώνονται είτε όχι- ενώ για την κάλυψη των αναγκών του πιο αδύναμου πληθυσμού, στα επίπεδα 4 και 5, εκτιμήθηκε πως χρειάζονται περίπου 105.000 φροντιστές. Οι εκτιμήσεις αυτές, κατέληξε ο κ. Βάλβης, προσφέρουν μία εικόνα των αναγκών, στην οποία μπορεί να στηριχθεί στη συνέχεια η πολιτεία για να εκτιμήσει τον προϋπολογισμό που θα απαιτηθεί για την κάλυψή τους. Η εικόνα της μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα Η ρίζα του προβλήματος στη χώρα μας βρίσκεται στο ότι η μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων μοιράζεται ανάμεσα σε τρία υπουργεία, το Υπουργείο Υγείας, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και το Υπουργείο Εσωτερικών, που δεν ασχολείται ιδιαίτερα ωστόσο με τη μακροχρόνια φροντίδα παρ’ όλο που έχει κι αυτό δομές, ανέφερε ο Ψυχολόγος, Δρ Γεροντολογίας κ. Κωστής Προύσκας. Αν έχουμε καταφέρει ως χώρα να έχουμε δύο διεθνείς οργανισμούς, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τον ΟΟΣΑ, να προσπαθούν να ξετυλίξουν το κουβάρι μας -είπε χαρακτηριστικά-, αυτό δείχνει και την απουσία της πολιτικής βούλησης. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι ότι δεν υπάρχει κεντρικός συντονιστής στη μακροχρόνια φροντίδα στη χώρα, άρα δεν υπάρχει κοινό νομοθετικό πλαίσιο ούτε κοινό σύστημα χρηματοδότησης, ενώ ένα επιπλέον πρόβλημα είναι η έλλειψη φροντιστών. Από άποψη δομών, παρατήρησε ο κ. Προύσκας, η πρώτη δομή της χώρας είναι η οικογένεια. Άρα λοιπόν έχουμε την οικογενειακή φροντίδα και όλες οι συζητήσεις που γίνονται έχουν να κάνουν με την υποστήριξη και την εκπαίδευση των φροντιστών ώστε να παρατείνουμε το διάστημα που οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας που χρειάζονται φροντίδα θα παραμείνουν στο σπίτι. Στη χώρα μας, υπάρχει σήμερα επίσης τεράστιο ζήτημα με την πιστοποίηση των φροντιστών, καθώς και ένα ζήτημα οικονομικής στήριξης, καθώς οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν σύνταξη γήρατος εξαιρούνται από το επίδομα ετέρου προσώπου και αυτό αυτόματα σημαίνει μεγαλύτερη δυσκολία για την οικογένεια. Και βεβαίως υπάρχει το πρόβλημα ότι δεν υπάρχει κανενός είδους θεσμοθέτηση στην αξιολόγηση των αναγκών, κάτι το οποίο αποτελεί βασικό ζήτημα κεντρικής πολιτικής. Αν δεν καταφέρουμε να φτιάξουμε αυτές τις πέντε κατηγορίες φροντίδας που αναφέρθηκαν, εξήγησε ο ομιλητής, η συζήτηση δεν μπορεί να προχωρήσει. Οι δομές που υπάρχουν στην κοινότητα για να βοηθούν την οικογένεια είναι οι διάφορες κοινοτικές δομές, οι συμβουλευτικοί σταθμοί για την άνοια, τα ιατρεία, η τηλεψυχιατρική, τα κέντρα ημέρας, τα Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων (ΚΗΦΗ), τα καινούργια Κέντρα Ημέρας Ολοκληρωμένης Φροντίδας (ΚΗΟΦ), κάποια εκ των οποίων έχουν προκηρυχθεί και κάποια αναμένεται να προκηρυχθούν από το Υπουργείο Ψυχικής Υγείας, καθώς και το πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» και οι κινητές μονάδες. Ο αριθμός των δομών είναι ωστόσο μικρός και δεν επαρκεί για την υποστήριξη των οικογενειών, ενώ επιπλέον υπάρχει θέμα με τη χρηματοδότηση και τη συνέχεια της χρηματοδότησής τους. Στο κομμάτι της κλειστής φροντίδας, το Υφυπουργείο Ψυχικής Υγείας έχει τις μονάδες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης για την άνοια και τα ψυχογηριατρικά οικοτροφεία. Οι μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, που είναι υπό την εποπτεία του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής, έχουν το μεγαλύτερο μέρος των κλινών, γύρω στις 15.000-17.000 κλίνες, οι οποίες καλύπτουν όλο το φάσμα της εξυπηρέτησης των αναγκών αυτού του πληθυσμού. Στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για την Άνοια συζητήθηκε η ανάγκη ίδρυσης μονάδων εξειδικευμένης φροντίδας ηλικιωμένων, με έμφαση στην άνοια, στην αποθεραπεία, στα χρόνια προβλήματα γήρατος, στην αποκατάσταση κ.λπ., αλλά και στην ανακουφιστική φροντίδα, για την οποία επίσης δεν έχουμε δομές ως χώρα. Όσον αφορά στις δομές και τα θεραπευτήρια χρονίως πασχόντων, είναι επίσης ελάχιστα, με μικρό αριθμό κλινών. Συνολικά, η χώρα μας δεν έχει περισσότερες από 20.000 κλίνες στη μακροχρόνια φροντίδα, υπογράμμισε ο κ. Προύσκας. Επιπλέον, στην κλειστή φροντίδα υπάρχουν θέματα διαβάθμισης, αλλά και χρηματοδότησης, τεράστιο ζήτημα εξεύρεσης φροντιστών και νοσηλευτών, εκπαίδευσης των ελεγκτών, αλλά και εκπαίδευσης και πιστοποίησης των διευθυνόντων αυτών των μονάδων, καθώς και ένα τεράστιο ζήτημα στίγματος. Δυστυχώς, εξήγησε ο κ. Προύσκας, τα μέσα ενημέρωσης εστιάζουν στις λίγες άσχημες περιπτώσεις μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων και κανένας δεν συζητάει, για παράδειγμα, πόσο σημαντική δουλειά έγινε από τις δομές την περίοδο του κορωνοϊού, όταν κλείσαμε τις δομές πολύ πριν βγουν οδηγίες από την Περιφέρεια και από το Υπουργείο Υγείας. Το σύστημα της μακροχρόνιας φροντίδας είναι στη χώρα μας κατακερματισμένο, χωρίς διασύνδεση δομών και υπηρεσιών και χωρίς ένα πρόσωπο αναφοράς ή ένα θεσμικό όργανο, που θα μπορούσε να μιλήσει για όλα τα προβλήματα του χώρου, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του ο ομιλητής. Συζήτηση Στην ερώτηση της κ. Αναζίκου ποιο μοντέλο θα μπορούσε να στηρίξει χρηματοδοτικά αυτή τη στιγμή τη μακροχρόνια φροντίδα στη χώρα μας, ο κ. Βάλβης απάντησε πως η χρηματοδότηση δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο κράτος. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, πλην της Γερμανίας, εξήγησε, έχουν μεικτό σύστημα, λαμβάνοντας υπόψη τα εισοδήματα του ατόμου που βρίσκεται σε ανάγκη φροντίδας. Δεν είναι μόνο η Ελλάδα που έχει πρόβλημα, η μακροχρόνια φροντίδα είναι ένας καινούργιος ουσιαστικά τομέας και πολλές χώρες έχουν πρόβλημα στο να την ορίσουν και να την προσδιορίσουν. Το μοντέλο χρηματοδότησης, πάντως, σε όσες χώρες εφαρμόζεται, που είναι κυρίως οι σκανδιναβικές, η Ολλανδία και τώρα τελευταία η Ιταλία, είναι μεικτό. Λαμβάνει υπόψη τα εισοδήματα και τη σύνθεση του νοικοκυριού. Αν μένεις μόνος σου και έχεις χαμηλά εισοδήματα, δικαιούσαι περισσότερες ώρες, περισσότερα χρήματα, περισσότερες παροχές. Ένα παρόμοιο σύστημα είναι μάλλον μονόδρομος και για τη χώρα μας. Το κράτος μας θα πρέπει να επικεντρωθεί, όπως όλα τα κράτη κάνουν, στον πιο ευάλωτο και από άποψη δυνάμεων, φυσικών και οικονομικών και σύνθεσης νοικοκυριού. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει εθνικός συντονιστής στην Ελλάδα, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, και γίνεται μια προσπάθεια να υπάρχει ένας συντονισμός των υπηρεσιών, συμπλήρωσε ο κ. Βάλβης. Παρά την ύπαρξη εθνικού συντονιστή, παρατήρησε η κ. Καραγιαννίδου, ένα από τα βασικά προβλήματα στη χώρα μας είναι η έλλειψη συντονισμού των υπουργείων. Δεν αρκεί να υπάρχει εθνικός συντονιστής. Για να υπάρξει ένας πραγματικά εφαρμόσιμος σχεδιασμός για τη μακροχρόνια φροντίδα, θα πρέπει εκείνοι που εμπλέκονται να είναι ειδικοί στο αντικείμενο και να το γνωρίζουν εις βάθος και οι πολιτικές θα πρέπει να είναι evidence-based, δηλαδή αυτό που γίνεται πράξη στις υπηρεσίες θα πρέπει να συνδέεται με τα δεδομένα. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει αυτό στην Ελλάδα. Στην Ολλανδία, όπως και στη Γερμανία, συνέχισε, λαμβάνεται υπόψη ο φροντιστής. Όταν πληρώνει κανείς την κοινωνική ασφάλιση και συγκεκριμένα τον φόρο κοινωνικής ασφάλισης για τη μακροχρόνια φροντίδα, αν έχει παιδιά, πληρώνει λιγότερο φόρο από κάποιον που δεν έχει παιδιά για τη μακροχρόνια φροντίδα του όταν θα είναι ηλικιωμένος, καθώς το σύστημα λαμβάνει υπόψη ότι η οικογένεια θα πάρει ένα μερίδιο της ευθύνης. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να εφαρμοστεί και στη χώρα μας. Δεν μπορεί να το αναλάβει εξ ολοκλήρου το κράτος, δεν μπορεί να το αναλάβει εξ ολοκλήρου η οικογένεια. Θα πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία και σίγουρα κάποια κοινωνικο-οικονομικά κριτήρια για το μερίδιο της ευθύνης που θα πρέπει να αναληφθεί, επομένως θα πρέπει να πάμε σε μια μεικτή προσέγγιση. Δυστυχώς, ανέφερε ο κ. Προύσκας, το κόστος της μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα το καλύπτει σήμερα αποκλειστικά η οικογένεια, χωρίς κανενός είδους ενίσχυση. Οι οικογένειες αυτές χρειάζονται βοήθεια, υποστήριξη, ακόμα και κατεύθυνση για το πού μπορεί να αναζητήσουν φροντιστές ώστε να κρατήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τους ανθρώπους τους στο σπίτι. Γιατί ούτως ή άλλως, οι δομές δεν επαρκούν, οι κλίνες δεν επαρκούν και υπάρχει έλλειψη σε αμειβόμενους φροντιστές. Η χώρα μας δεν έχει κουλτούρα φροντίδας. Δεν γίνονται παρεμβάσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που θα μπορούσαν να αλλάξουν τη νοοτροπία των νεότερων ώστε να αποφασίσουν να σπουδάσουν αυτό το επάγγελμα. Αυτή τη στιγμή δαπανώνται χρήματα χωρίς κριτήρια και δυστυχώς δεν τα παίρνουν αυτοί που πραγματικά τα χρειάζονται, αλλά αυτοί που κάνουν πρώτοι την αίτηση, παρατήρησε ο κ. Προύσκας. Read More
Κλιματική αλλαγή, περιβάλλον, οικονομία και υγεία – Σ.Τ.
Διαθέτουμε σήμερα, πληθώρα δεδομένων για τις απειλές που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και το ντόμινο επιπτώσεων που έχει σε όλους τους τομείς της ζωής μας, το ζητούμενο ωστόσο είναι να μπορέσουμε να μεταφράσουμε την επιστημονική τεκμηρίωση σε πολιτικές και σε προσεγγίσεις που μπορούν πραγματικά να προάγουν και να προστατέψουν την υγεία και την κοινωνική ευημερία.
[gallery columns="4" link="file" ids="12567,12592,12568,12569,12570,12572,12574,12573"] Στη στρογγυλή τράπεζα που συντόνισε ο Επικεφαλής του Τμήματος Περιβαλλοντικών Οικονομικών του ΙΟΒΕ, κ. Ηλίας Ντεμιάν, και στην οποία συμμετείχαν τέσσερις κορυφαίοι ειδικοί με διεθνή ακτινοβολία, παρουσιάστηκε μια ενδελεχής εικόνα των πολυδιάστατων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στο περιβάλλον, την οικονομία και την υγεία και τονίστηκε η ανάγκη για ολοκληρωμένες στρατηγικές πρόληψης και υιοθέτησης μιας διατομεακής στρατηγικής, όπου κάθε απόφαση θα αξιολογείται εκ των προτέρων όσον αφορά τις επιπτώσεις της στην υγεία και στο περιβάλλον. Η κλιματική κρίση αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την υγεία στον αιώνα που διανύουμε, ανέφερε προλογίζοντας τη συνεδρία ο κ. Ντεμιάν. Σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη του Αστεροσκοπείου Αθηνών που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα για τέσσερις συνολικά καλοκαιρινές περιόδους, από το 2018 μέχρι το 2022, οι καύσωνες αυξάνουν τον κίνδυνο νοσηλείας κατά 50%. Επιπλέον, τα φαινόμενα καταιγίδων σκόνης που εμφανίζονται κυρίως την άνοιξη και το φθινόπωρο που βρέχει, επιβαρύνουν επίσης πάρα πολύ την υγεία, κυρίως σε ανθρώπους με άσθμα, ΧΑΠ, αλλά και κολπική μαρμαρυγή, ενώ η επιβάρυνση από μικροσωματίδια στην ατμοσφαιρική ρύπανση αυξάνει τον κίνδυνο νοσηλείας κατά περίπου 20%. Στο κομμάτι της οικονομίας, από την άλλη, η κλιματική αλλαγή συνδέεται με μειωμένη παραγωγικότητα, με σημαντικές επιπτώσεις για τους κλάδους του πρωτογενούς τομέα, τον κλάδο της υγείας, τον κλάδο του τουρισμού, αλλά και για τα ίδια τα νοικοκυριά. Τα αποτελέσματα μίας πρόσφατης μελέτης του ΙΟΒΕ, επισήμανε ο κ. Ντεμιάν, έδειξαν πως, σε ένα κακό σενάριο εξέλιξης της κλιματικής κρίσης, η αλλαγή στον τρόπο που δαπανά το νοικοκυριό το εισόδημά του για να μπορέσει να καλύψει τα ζητήματα υγείας και τα ζητήματα ασφάλισης εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής εκτιμάται πως θα μειώσει το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας κατά περίπου 16 δισεκατομμύρια. Καινοτόμα συστήματα μετασχηματισμού για την αειφόρο διάδραση μεταξύ φύσης, οικονομίας και κοινωνίας Η κλιματική αλλαγή και η κατάρρευση των οικοσυστημάτων φέρνουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις σε όλα τα συστήματα, οι οποίες αθροίζονται σε μία πολύ μεγάλη, σύνθετη κρίση που πλέον φαίνεται ότι γίνεται μόνιμη. Το έργο του Alliance of Excellence for Research and Innovation on Aephoria (AE4RIA) εστιάζει στη δημιουργία καινοτόμων συστημάτων μετασχηματισμού για την αειφόρο διάδραση μεταξύ της φύσης, της οικονομίας και της κοινωνίας, με στόχο να βρεθούν λύσεις στα πολύπλοκα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα παγκοσμίως, ανέφερε η κ. Φοίβη Κουντούρη, Καθηγήτρια στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ, Επικεφαλής της Έκθεσης των Ηνωμένων Εθνών για την Παγκόσμια Βιώσιμη Ανάπτυξη, Πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ενώσεων Οικονομολόγων Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων, Πρόεδρος του Παγκόσμιου Κόμβου Κλίματος του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ και Διευθύντρια του Δικτύου AE4RIA. Η αποκωδικοποίηση της διάδρασης αυτής είναι πολύ σημαντική, εξήγησε, καθώς βάσει αυτής θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τα μονοπάτια προς την αειφορία. Το βέβαιο είναι ότι, αντί να περιμένουμε να αντιμετωπίσουμε την καταστροφή, θα πρέπει να επενδύσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται στην πρόληψη και την προσαρμογή. Η πρόληψη αφορά το να προσπαθήσουμε να μειώσουμε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και η προσαρμογή να κάνουμε παρεμβάσεις ώστε να είμαστε λιγότερο ευάλωτοι στους κινδύνους των ακραίων καιρικών φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Το 2015, στον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, 193 χώρες συμφώνησαν και υπέγραψαν για την επίτευξη 17 στόχων και 169 υποστόχων έως το 2030, εκ των οποίων τέσσερις αφορούν το περιβάλλον, οκτώ την κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της υγείας, τέσσερις αφορούν την οικονομία και ο τελευταίος στόχος αφορά τη συνεργασία για την εφαρμογή. Ωστόσο, ενώ η επιστήμη, τα δεδομένα, η τεχνολογία και οι οικονομικοί πόροι για την εφαρμογή των στόχων αυτών υπάρχουν, ο μέσος όρος εφαρμογής τους παγκοσμίως βρίσκεται στο 20%, με τα κράτη να αναφέρουν ως κύριο αίτιο την ελλιπή καθοδήγηση. Περιγράφοντας την επιχειρησιακή δομή που αναπτύχθηκε για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού και την επιτάχυνση της εφαρμογής των στόχων, η κ. Κουντούρη ανέφερε πως πρέπει να ακολουθηθούν τρία στάδια, το πρώτο εκ των οποίων είναι η συνεχής παρακολούθηση και αξιολόγηση, ώστε να γνωρίζει κάθε χώρα πού ακριβώς βρίσκεται σε σχέση με τους στόχους, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει έναν συνδυασμό τεχνολογίας, πολιτικών και χρηματοοικονομικών και δημοσιονομικών εργαλείων, ώστε να γνωρίζει κάθε χώρα τι αλλαγές πρέπει να κάνει ώστε να φτάσει στην αειφορία. Στο πλαίσιο αυτό, συνέχισε η Καθηγήτρια, δημιουργήθηκε ένα μοντέλο που ονομάζεται digital twin (ψηφιακό δίδυμο) και το οποίο περιλαμβάνει, σε στρώματα, τη φύση -τα συστήματα της φύσης- τις υποδομές, την οικονομία και την κοινωνία. Η μελέτη αυτού του four-layer digital twin μάς δίνει τις απαιτούμενες αλλαγές για κάθε ένα από τα συστήματα και, στη συνέχεια, στο τρίτο στάδιο, όλα αυτά εισάγονται σε ένα κοινωνικοοικονομικό μοντέλο, το οποίο δίνει απάντηση σε δύο ερωτήσεις: από πού θα έρθουν τα χρήματα για τις αλλαγές που απαιτούνται και πώς θα προστατευθούν οι ευάλωτοι πληθυσμοί. Το πλαίσιο αυτό, το οποίο χρησιμοποιείται σήμερα από το UNFCCC, τον παγκόσμιο οργανισμό κάτω από τα Ηνωμένα Έθνη που διαχειρίζεται την κλιματική αλλαγή, δημιουργεί ένα digital global commons, όπου συγκεντρώνονται όλα τα δεδομένα και όλα τα μοντέλα για όλα τα συστήματα που μπορούν να απεικονισθούν, είτε είναι εντός αγοράς είτε εκτός αγοράς, όπως το περιβάλλον, η υγεία, η κοινωνική ευημερία. Στη συνέχεια, αυτό το digital commons δίνει αποτελέσματα, εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι. Γιατί εν τέλει, τόνισε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της η κ. Κουντούρη, η επιστήμη είναι σημαντικό να έχει άμεση σχέση με τη χάραξη πολιτικών και να δίνεται σε όλους εκείνους που την χρειάζονται. Επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη δημόσια υγεία: ανάγκη για ολοκληρωμένες πολιτικές πρόληψης Τη σκυτάλη έλαβε ο κ. Άγις Τσουρός, Διεθνής Σύμβουλος Πολιτικής και Διπλωματίας της Υγείας, Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Παρατηρητηρίου για τις Πολιτικές και την Οργάνωση Δημόσιας Υγείας του Ιδρύματος Μποδοσάκη, πρώην Διευθυντής Πολιτικής και Διακυβέρνησης για την Υγεία και Ευεξία στον ΠΟΥ Ευρώπης και Εντεταλμένος Καθηγητής Παγκόσμιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, ο οποίος ξεκίνησε την τοποθέτησή του αναφέροντας πως η κλιματική αλλαγή αποτελεί σήμερα τον ισχυρότερο παράγοντα κινδύνου για την υγεία, τις ανισότητες και τη γεωπολιτική αστάθεια. Πέρα από τις γνωστές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στην υγεία που σχετίζονται με τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως αναπνευστικά, καρδιαγγειακά, θερμοπληξίες, λοιμώξεις κ.λπ., συνέχισε ο κ. Τσουρός, υπάρχει και μία κατηγορία επιπτώσεων οι οποίες δεν είναι τόσο γνωστές και αφορούν, για παράδειγμα, την επίδραση στην ανάπτυξη των παιδιών, τις επιπλοκές στην κύηση, την ενεργειακή φτώχεια και θνησιμότητα από ψύχος, τις αλλεπιδράσεις με αυτοάνοσα νοσήματα, την αποσταθεροποίηση του μικροβιώματος, την επιτάχυνση χρόνιων νοσημάτων, διαταραχές ύπνου, αλλεργίες και ούτω καθεξής. Επιπτώσεις, ωστόσο, υφίστανται και τα συστήματα υγείας, αφενός δομικές επιπτώσεις κάτω από την πίεση των καταστροφών που προκαλεί η κλιματική αλλαγή, αφετέρου λειτουργικές λόγω της αυξημένης προσέλευσης του πληθυσμού για θέματα που αφορούν χρόνια ιδίως νοσήματα και όχι μόνο. Οι κλιματικές επιπτώσεις επιβαρύνουν δυσανάλογα τις πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, υπογράμμισε ο ομιλητής. Εάν στην εξίσωση της κλιματικής κρίσης και των επιπτώσεών της στην υγεία δεν ληφθεί υπόψη η οπτική της δημόσιας υγείας και των ανισοτήτων, τόνισε, δεν γίνεται ουσιαστικά αντιληπτό τι σημαίνει πραγματικά για τον πλανήτη η κλιματική κρίση σε σχέση με την υγεία. Στο ζήτημα αυτό υπάρχουν τρεις συνιστώσες, εξήγησε. Η πρώτη αποκαλείται διαφορική έκθεση, που σημαίνει πως άνθρωποι οι οποίοι ζουν σε διαφορετικές συνθήκες θα βιώσουν την κλιματική κρίση, τα ακραία φαινόμενα, διαφορετικά. Η δεύτερη ονομάζεται διαφορική ευαλωτότητα και σημαίνει πως ο ηλικιωμένος, αυτός που πάσχει από χρόνια νοσήματα, αυτός που ζει μέσα στη φτώχεια, θα βιώσει διαφορετικά την κλιματική κρίση από εκείνον που μένει σε μια πλούσια συνοικία και έχει πρόσβαση στις καλύτερες υπηρεσίες. Και η τρίτη είναι η διαφορική ανθεκτικότητα, που σημαίνει πως κάποιοι άνθρωποι, λόγω του ότι έχουν τα μέσα, την πρόσβαση, τις γνώσεις και το υποστηρικτικό περιβάλλον, θα βιώσουν την κρίση πολύ καλύτερα από εκείνους οι οποίοι δεν έχουν αυτή την ανθεκτικότητα. Το αφήγημα της υγείας τα τελευταία 30-40 χρόνια έχει αλλάξει ριζικά και προϋποθέτει ότι πρέπει να μάθουμε να εργαζόμαστε με διαφορετικούς τρόπους, καθώς όλα τα ζητήματα και οι απειλές που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία απαιτούν τη συνεργασία διαφόρων τομέων, διεπιστημονικότητα και την ενεργό συμμετοχή των πολιτών. Η κλιματική αλλαγή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ένα μονοδιάστατο πρόβλημα, παρατήρησε ο Καθηγητής, επομένως απαιτείται αλλαγή της προσέγγισης στη δημόσια υγεία. Η αλλαγή αποτελεί λέξη κλειδί στη διακυβέρνηση για την υγεία. Δυστυχώς, στη χώρα μας, ενώ υπάρχουν επιστήμονες, ινστιτούτα, αλλά και πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης, οι πόροι δεν επενδύνται σε βιώσιμες λειτουργίες και όταν τελειώνει η χρηματοδότηση τελειώνουν και οι δράσεις. Για να αντιμετωπισθεί με σοβαρότητα η κλιματική κρίση, υπογράμμισε ο κ. Τσουρός, απαιτούνται μηχανισμοί συν-σχεδιασμού, συγχρηματοδότησης, συν-λογοδοσίας, συν-μέτρησης, απαιτούνται βιώσιμες δομές και λειτουργίες, ασφαλώς εθνικά σχέδια και πολιτική δέσμευση στο ανώτατο επίπεδο, αλλά και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, δημιουργία δηλαδή ανθεκτικότητας στην κοινότητα. Φυσικά απαιτείται και το δίδυμο της ανθεκτικότητας, που είναι το κοινωνικό κράτος, κατέληξε ο ομιλητής. Εάν δεν φροντίσουμε -μαζί με την προστασία εκείνων που θα έχουν περισσότερο ανάγκη- να έχουμε δημιουργήσει και τις κατάλληλες δομές κοινωνικής προστασίας, για μία ακόμη φορά θα υποφέρουν οι πολλοί και θα επιβιώσουν εκείνοι που τα έχουν όλα. Τα θέματα της κοινωνικής ανισότητας άπτονται πάρα πολύ της κλιματικής αλλαγής, συμφώνησε ο κ. Ντεμιάν. Η στρατηγική που έχει η Ελλάδα για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας διυπουργικής επιτροπής για τα θέματα της κλιματικής αλλαγής και της προσαρμογής, δεν γνωρίζουμε ωστόσο ακόμα κατά πόσο έχει ξεκινήσει να δουλεύει. Το κλιματικό εκθεσίωμα στην Ανατολική Μεσόγειο: Υγεία, ανισότητες και οικονομικό κόστος της αδράνειας Μιλώντας για την υπερβάλλουσα θνησιμότητα που σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή και παρουσιάζοντας δεδομένα σε παγκόσμια κλίμακα, ο κ. Δημοσθένης Σαρρηγιάννης, Διευθυντής και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Τμήματος Χημικών Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ανέφερε πως η νότια Ευρώπη είναι η δεύτερη και η πιο σημαντικά επηρεασμένη περιοχή από την κλιματική αλλαγή μετά από τη νοτιοανατολική Ασία στο συγκεκριμένο θέμα, με την Ευρώπη να είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος παγκοσμίως. Η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή θερμαίνονται σχεδόν με διπλάσιο ρυθμό από τον παγκόσμιο μέσο όρο, με περισσότερους καύσωνες, λειψυδρία και ρύπανση, και έως 1 εκατ. πρόωρους θανάτους ανά έτος από ατμοσφαιρική ρύπανση. Για την Ελλάδα, τα σενάρια υψηλών εκπομπών δίνουν αύξηση μέσης θερινής θερμοκρασίας >4οC μέχρι το τέλος του αιώνα, με 12‑πλάσια αύξηση των ημερών καύσωνα σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη και η Αθήνα. Οι εκτιμήσεις αυτές έχουν πολύ μεγάλη σημασία, παρατήρησε ο Καθηγητής, καθώς υπερβαίνουν τα όρια ανθεκτικότητας του σημερινού συστήματος, όχι μόνο υγείας, αλλά διαβίωσης στη χώρα. Σύμφωνα με τη συστημική προσέγγιση, οι συνέπειες της αλλαγής του κλίματος για να φτάσουν να έχουν επιπτώσεις στην υγεία περνούν από τα μονοπάτια έκθεσης. Τα κύματα καύσωνα, η επιδείνωση της ποιότητας του αέρα, τα έντονα καιρικά φαινόμενα, η επιδείνωση της ποιότητας του νερού και των τροφίμων, οι μετακινήσεις πληθυσμών, οι αλλαγές στους μολυσματικούς παράγοντες δεν γίνονται από μόνα τους· γίνονται μέσα σε ένα πλαίσιο περιβαλλοντικό, αλλά και θεσμικό, με αλλαγές της χρήσης γης, των οικοσυστημάτων, των υποδομών κ.λπ., καθώς και μέσα σε ένα κοινωνικό και συμπεριφορικό πλαίσιο, που έχει να κάνει με τα κοινωνικο-δημογραφικά στοιχεία του πληθυσμού, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, τις υποδομές, την εκπαίδευση, τους κοινωνικούς αποκλεισμούς και διαχωρισμούς και τη διαφορική πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, που δυστυχώς ακόμα συμβαίνει. Όλα αυτά μαζί δημιουργούν ένα πολύπλοκο δυσεπίλυτο σύστημα που αποκαλείται «κλιματικό εκθεσίωμα». Ο μηχανισμός επίλυσής του βασίζεται σε έναν συνδυασμό της απλότητας και της πολυπλοκότητας, ανέφερε ο κ. Σαρηγιάννης, απαιτείται δηλαδή ο εναγκαλισμός της πολυπλοκότητας των πραγματικών φαινομένων ώστε να βρεθούν οι απλούστερες λύσεις που μπορούν να οδηγήσουν στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Το σενάριο «μη προσαρμογής», να μην κάνουμε δηλαδή τίποτα, σημαίνει ένα συνολικό πρόσθετο κόστος στην υγεία της τάξης των 1,2 με 1,8 δισ. ετησίως μέχρι το 2050. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το κόστος των ακραίων καιρικών φαινομένων μέχρι το 2050 θα είναι της τάξης του 1,7 με 2 δισ., ενώ αντίστοιχα το κόστος από επιπτώσεις στην παραγωγικότητα και την εργασία υπολογίζεται γύρω στο 1,1 με 1,5 περίπου δισεκατομμύρια ετησίως. Το συνολικό πραγματικό κόστος αδράνειας ανέρχεται σε περίπου 5,7 δισεκατομμύρια ετήσιο πρόσθετο κόστος έως το 2050 σε υγεία, υποδομές, εργασία και απώλειες παραγωγικότητας, ενώ μακροπρόθεσμα, έως το τέλος του αιώνα, οι εκτιμήσεις δείχνουν πιθανή επιβάρυνση της τάξης παραπάνω από 100 δισ. μόνο στον τομέα της υγείας και στις κοινωνικές δαπάνες. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα, οι εκτιμήσεις αυτές είναι εξαιρετικά δυσοίωνες για την επιβίωσή μας, παρατήρησε ο ομιλητής. Η πρόταση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ) είναι να ενσωματωθεί η έννοια του κλιματικού εκθεσιώματος όχι μόνο στις πολιτικές της υγείας, αλλά σε όλες τις πολιτικές, και να δημιουργηθεί ένα Εθνικό Παρατηρητήριο Κλιματικού Εκθεσιώματος και Υγείας, με ενοποίηση των δεδομένων. Το ΕΙΕ μπορεί να προσφέρει υποστήριξη ανάλυσης τεχνολογιών υγείας, οικονομικών αξιολογήσεων και στρατηγικών ανθεκτικότητας, ενώ επιπλέον χάρη στη διεπιστημονική φύση του μπορεί να λειτουργήσει ως σύνδεσμος με ευρωπαϊκές και παγκόσμιες πρωτοβουλίες. Η κλιματική κρίση είναι ήδη κρίση υγείας και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ανέφερε κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Σαρηγιάννης. Το εκθεσίωμα, ιδωμένο μέσα από την οπτική της κλιματικής αλλαγής, μας δίνει την ποσοτική γλώσσα, τον μηχανισμό για να μεταφράσουμε τις εκθέσεις σε διαφορετικούς παράγοντες σε φορτίο νόσου και σε χρήματα, προσφέροντας τελικά μια δυνατότητα για τεκμηριωμένη ιεράρχηση παρεμβάσεων και πόρων. Το κόστος της αδράνειας είναι πάρα πολύ σημαντικό, δυσβάσταχτο, ενώ η στοχευμένη προσαρμογή μπορεί να προσφέρει σημαντικό υγειονομικό, κοινωνικο-οικονομικό, αλλά και πολιτικό, με την έννοια της λειτουργίας της κοινωνίας μας, όφελος, αν βασιστεί σε δεδομένα εκθεσιώματος. Δημόσια υγεία και το κοινωνικό κόστος του άνθρακα Δυστυχώς, το βασικό υπόδειγμα το οποίο χρησιμοποιείται στη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή και προσδιορίζει μεταξύ άλλων και το μέγεθος της ζημιάς που εκτιμούμε πως προέρχεται από την κλιματική αλλαγή στην ανθρωπότητα, λαμβάνει ελάχιστα υπόψη αυτές τις επιπτώσεις στην υγεία, παρατήρησε ο κ. Ανδρέας Παπανδρέου, Καθηγητής Περιβαλλοντικών Οικονομικών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το κοινωνικό κόστος του άνθρακα -ο πιο σημαντικός ίσως αριθμός που κανένας δεν γνωρίζει- είναι ουσιαστικά μια μέτρηση της ζημιάς που θεωρούμε ότι προέρχεται από μία εκπομπή αερίου θερμοκηπίου. Η μέτρηση αυτή χρησιμοποιείται ευρέως για την ανάλυση κόστους-οφέλους των επιπτώσεων των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και επηρεάζει όλες τις αποφάσεις, τις επενδυτικές, στο επίπεδο του δημοσίου, αλλά και τη διαμόρφωση πολιτικών για πολιτικές που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στις εκπομπές αερίου θερμοκηπίου. Επιπλέον, αν μια χώρα θέλει να φορολογήσει τον άνθρακα ώστε να λαμβάνει υπόψη τη ζημιά και να δημιουργήσει κίνητρο στην οικονομία ώστε να μεταβάλει το ενεργειακό σύστημα σε πιο καθαρές μορφές ενέργειες, το κοινωνικό κόστος του άνθρακα βοηθάει στον προσδιορισμό του πόσος πρέπει να είναι ο φόρος άνθρακα. Το κοινωνικό κόστος του άνθρακα χρησιμοποιείται επίσης από επιχειρήσεις όταν σχεδιάζουν την πολιτική τους, στον βαθμό που θέλουν να κάνουν απανθρακοποίηση ή να ευαισθητοποιηθούν απέναντι στις κλιματικές αλλαγές. Με απλά λόγια, όσο μεγαλύτερο είναι το κοινωνικό κόστος του άνθρακα, άρα η ζημιά που προκαλεί μια εκπομπή αερίου θερμοκηπίου, τόσο περισσότερα μέτρα θα πάρουμε για να αποφύγουμε την κλιματική αλλαγή. Αυτό υπολογίζεται μέσα από τα «υποδείγματα ολοκληρωμένης αξιολόγησης» και το κεντρικό στοιχείο των υποδειγμάτων είναι κάποιες συναρτήσεις ζημιάς, που υπολογίζουν τη ζημιά στην κοινωνία από μια παραπάνω εκπομπή. Οι συναρτήσεις αυτές βασίζονται σε εμπειρικές μελέτες σε πολλές διαστάσεις και εκτιμούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες μετατρέπονται σε νομισματικά μεγέθη σε μια προσπάθεια να καταγραφούν όλες οι ζημιές στους ανθρώπους -και στην οικονομία και στη φύση- σε ένα κοινό μέτρο, οπότε να μπορούμε να συγκρίνουμε τις ζημιές. Μέχρι πρόσφατα, οι μελέτες για τις συναρτήσεις ζημιάς γίνονταν από οικονομολόγους χωρίς τη συμμετοχή ερευνητών δημόσιας υγείας, ωστόσο η έρευνα από επιδημιολόγους και άλλους επαγγελματίες δημόσιας υγείας που θα ενημερώνει τις συναρτήσεις ζημιάς μπορεί να επηρεάσει πάρα πολύ την κλιματική πολιτική. Παρουσιάζοντας σχηματικά πώς λειτουργούν τα ολοκληρωμένα υποδείγματα αξιολόγησης, ο κ. Παπανδρέου ανέφερε πως δείχνουν, παραδείγματος χάρη, με ποιον τρόπο η αύξηση του πληθυσμού, η αύξηση του βιωτικού επίπεδου ή η αυξημένη οικονομική δραστηριότητα οδηγεί σε αυξημένες εκπομπές και πώς αυτές επηρεάζουν με τη σειρά τους το κλιματικό σύστημα. Ωστόσο, επισήμανε ο ομιλητής, αν και οι συναρτήσεις ζημιάς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλα τα δεδομένα που διαθέτουμε για τις πιθανές ζημιές που θα προκληθούν από την κλιματική αλλαγή, μέχρι σήμερα τα περισσότερα υποδείγματα αναφέρονταν στα ζητήματα υγείας πολύ έμμεσα και χωρίς πραγματικές εκτιμήσεις, κάτι που εξηγεί μερικώς γιατί οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην υγεία είναι σχετικά μικρές σε σύγκριση με άλλους τομείς. Ένα από τα μοναδικά υποδείγματα το οποίο αναφέρεται ρητά στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και έχει ουσιαστικά συναρτήσεις ζημιάς που σχετίζονται με την υγεία είναι το υπόδειγμα FUND, όπου μία πρώτη προσέγγιση δείχνει ότι η συμβολή των επιπτώσεων της ζημιάς στην υγεία στο κοινωνικό κόστος, δηλαδή στη ζημιά που προκαλεί η κλιματική αλλαγή συνολικά στην κοινωνία, ανέρχεται σε 8,7%. Η πραγματική υγειονομική ζημιά από την κλιματική αλλαγή είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που έχει καταγραφεί, υπογράμμισε ο κ. Παπανδρέου. Ένα από τα παράδοξα της οικονομικής ανάλυσης και το βασικό πρόβλημα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την επίπτωση στην υγεία είναι ότι ο τρόπος που αποτιμούμε τη ζημιά είναι η διάθεση πληρωμής για να αποφύγουμε επιπτώσεις στην υγεία μας. Προφανώς οι πλουσιότερες χώρες έχουν πολύ περισσότερα χρήματα, παρατήρησε. Αν οι χώρες που είναι πιο ευάλωτες είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα -ακριβώς επειδή δεν έχουν και τα μέσα και να προστατευτούν- θα άλλαζε πολύ η εικόνα της ζημιάς που προκαλεί η κλιματική αλλαγή. Συζήτηση Στη συζήτηση που ακολούθησε, στο ερώτημα του κ. Ντεμιάν σχετικά με τις προϋποθέσεις που θα μας επέτρεπαν να εισάγουμε σε ένα υπόδειγμα το κομμάτι της υγείας, με πιο συγκεκριμένα δεδομένα και προσεγγίσεις, ο κ. Παπανδρέου απάντησε πως απαιτείται πολύ ευρύτερη διεπιστημονική συνεργασία, στην οποία θα πρέπει να συμμετέχουν ειδικοί σε θέματα δημόσιας υγείας, ιατροί και οικονομολόγοι, ειδικοί σε θέματα τροφίμων, ειδικοί σε θέματα κοινωνικού αποκλεισμού, που να μπορούν ουσιαστικά να προτείνουν μέτρα προσαρμογής στις νέες συνθήκες, αλλά και ειδικοί στα θέματα ενέργειας, που θα μπορούν να αποτυπώσουν τις επιπτώσεις που θα έχει η ενεργειακή μετάβαση στην υγεία. Ουσιαστικά, παρατήρησε, το κλειδί για την καλύτερη κατανόηση των επιπτώσεων στην υγεία είναι η συστημική διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία στην πράξη ακόμη δεν υπάρχει παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει. Στη χώρα μας, καλώς ή κακώς, έχουμε μάθει να δουλεύουμε και σε επίπεδο σχεδιασμού και αξιολόγησης πολιτικών με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ανέφερε ο συντονιστής της συζήτησης και ρώτησε τον κ. Σαρηγιάννη πόσο εύκολα θα μπορούσαμε να ενσωματώσουμε το εκθεσίωμα στον νέο τρόπο που θα γίνονται οι πολιτικές. Πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουν οι επαγγελματίες της υγείας ότι υπάρχει κλιματική και περιβαλλοντική αλλαγή και να μάθουν να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν προβλήματα που απορρέουν από αυτή, απάντησε ο κ. Σαρηγιάννης. Θα πρέπει επίσης η Δημόσια Υγεία και η Πρωτοβάθμια Φροντίδα να ενισχυθούν ώστε να παρακολουθούν έγκαιρα αυτές τις επιπτώσεις και, ασφαλώς, οι ίδιες οι δομές υγείας να γίνουν κλιματικά ανθεκτικές, με σχέδια έκτακτης ανάγκης, ενεργειακά αποδοτικές υποδομές και τη δυνατότητα να συνεχίζουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους ακόμα και κατά τη διάρκεια μελλοντικών κρίσεων. Όσον αφορά στο μεθοδολογικό κομμάτι της ενσωμάτωσης, συνέχισε, είναι βασικό να υιοθετηθεί η προσέγγιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας: η υγεία σε όλες τις πολιτικές. Απαιτείται μια διατομεακή στρατηγική, ώστε κάθε απόφαση να αξιολογείται εκ των προτέρων όσον αφορά τις επιπτώσεις στην υγεία και στο περιβάλλον, και απαιτείται ολοκληρωμένη επιτήρηση, με μηχανισμούς προειδοποίησης και διασύνδεση περιβαλλοντικών δεδομένων με δεδομένα υγείας σε πραγματικό χρόνο. Όλα αυτά είναι εφικτά, αλλά πρέπει να υπάρχουν δείκτες για να αξιολογούνται άμεσα, ώστε να λαμβάνονται αποφάσεις. Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και τα big data analytics μπορούν επίσης να βοηθήσουν σημαντικά στην όλη προσπάθεια και βεβαίως πολύ σημαντικό είναι και το ρυθμιστικό πλαίσιο. Χρειάζεται να γίνει αναμόρφωση κανονισμών και μελετών επιπτώσεων, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η συνδυαστική έκθεση σε πολλές απειλές, που σημαίνει κάθε νέα πολιτική, κάθε έργο, βιομηχανική εγκατάσταση, αστικό σχέδιο, να αξιολογείται ως προς τον συνολικό περιβαλλοντικό και υγειονομικό αντίκτυπό του και όχι για κάθε έναν ρύπο χωριστά, έτσι ώστε να έχουμε παρεμβάσεις που να θωρακίζουν. Ασφαλώς θέλουμε να έχουμε καινοτομία και οικονομική ανάπτυξη, κατέληξε ο κ. Σαρηγιάννης, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να θωρακίζεται και η δημόσια υγεία. Σημαντικό ρόλο στη θωράκιση της δημόσιας υγείας μπορεί επίσης να διαδραματίσει η τοπική πρωτοβουλία, πρόσθεσε ο κ. Τσουρός, αναφέροντας πως σε μία αξιολόγηση που κλήθηκε προ διετίας να κάνει για λογαριασμό του Π.Ο.Υ. των Αραβικών Κρατών σχετικά με το τι γίνεται σε τοπικό επίπεδο στις χώρες του Περσικού Κόλπου, εντυπωσιάστηκε από τις πρωτοβουλίες που είχαν πάρει τοπικά, ορισμένοι δήμοι, μαζί με μία πολύ ισχυρή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, για να δημιουργήσουν πόλεις ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή. Αυτό που πρέπει να αντιληφθούμε όλοι όταν μιλάμε για δημόσια υγεία, τόνισε ο κ. Τσουρός, είναι πως η υγεία δημιουργείται στη γειτονιά, εκεί που ζεις, στο σπίτι σου, στο πράσινο, στην ποιότητα του περιβάλλοντος και του αέρα που αναπνέεις. Είναι ένα θέμα που θα πρέπει να απασχολεί κάθε δήμαρχο, κάθε διοικητή μονάδας ή υπηρεσίας, κάθε διοικητή μιας ΔΥΠΕ. Πρέπει να πάρουμε το μέλλον στα χέρια μας και, ευαισθητοποιημένοι από όλη αυτή την απίστευτη επιστημονική τεκμηρίωση, να πείσουμε ακόμη και τους πιο δύσπιστους ότι πρόκειται για τη βιωσιμότητα του αύριο για όλους μας. Read More