Archive by Author : Esdy

29 Ιαν
Θεματική ενότητα: Εμβόλια – Πολιτικές για την αύξηση της κάλυψης και χρηματοδοτικές προοπτικές
Ο εμβολιασμός αποτελεί βασικό πυλώνα πρόληψης και δημόσιας υγείας, αλλά και μια κρίσιμη επένδυση που ενισχύει τη βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας. Η κοινωνική διάσταση των εμβολίων συζητήθηκε σε δύο συνεχόμενες συνεδρίες, όπου διατυπώθηκαν τεκμηριωμένες προτάσεις για ρεαλιστικές και αποδοτικές στρατηγικές αφενός για την ενίσχυση της εμβολιαστικής κάλυψης του ενήλικου πληθυσμού αφετέρου για τη βιώσιμη χρηματοδότηση των προγραμμάτων εμβολιασμού.
Τεκμηριωμένες πολιτικές για τη βελτίωση της συμμετοχής των ενηλίκων στον εμβολιασμό
Οι εμβολιασμοί αποτελούν ένα από τα αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα μέτρα δημόσιας υγείας, καθώς χάρη σε αυτούς έχουν περιοριστεί, ελεγχθεί ή ακόμα και εκριζωθεί αρκετά λοιμώδη νοσήματα και σώζονται κάθε χρόνο εκατομμύρια ζωές παγκοσμίως. Η επιτυχία ωστόσο των εμβολίων έχει οδηγήσει, με την πάροδο του χρόνου, σε μειωμένη αντίληψη του κινδύνου εκ μέρους των πολιτών και ως εκ τούτου σε μειωμένη αποδοχή και αύξηση της αμφισβήτησης της αξίας των εμβολίων και των εμβολιασμών, με σημαντικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, τόνισε η συντονίστρια της συνεδρίας κ. Ιωάννα Παυλοπούλου, Καθηγήτρια Παιδιατρικής - Λοιμωξιολόγος στο Ε.Κ.Π.Α. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των εμβολίων που απευθύνονται σε ενήλικες. Εντούτοις, παρά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων αυτών, υπογράμμισε η κ. Παυλοπούλου, τα ποσοστά της εμβολιαστικής κάλυψης στον πληθυσμό των ενηλίκων υπολείπονται κατα πολύ των ποσοστών στον πληθυσμό των παιδιών και των εφήβων. Αυτό το κενό μεταξύ της επιθυμητής κάλυψης του ενήλικου πληθυσμού και της πραγματικότητας έχει σημαντικές επιπτώσεις, ατομικές και στη δημόσια υγεία. [gallery columns="4" size="medium" link="file" ids="12505,12499,12500,12501,12502,12503,12504"] Ο εμβολιασμός ενηλίκων ως εργαλείο για τη βιωσιμότητα του Συστήματος Υγείας Στη χώρα μας, τα δεδομένα από τις νοσηλείες λόγω ιογενών λοιμώξεων του αναπνευστικού στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός κατά το διάστημα Μάιος 2023 - Ιούνιος 2025, ανέφερε η Καθηγήτρια Πνευμονολογίας κ. Παρασκευή Κατσαούνου, δείχνουν πως η μετά-COVID περίοδος χαρακτηρίζεται από την επαναφορά και εποχική διακύμανση των κλασικών αναπνευστικών ιών, όπως της γρίπης και του RSV, παράλληλα με τη συνεχιζόμενη παρουσία του SARS-CoV-2. Τονίζοντας τη μεγάλη σημασία της αποτύπωσης και της ακριβούς ταυτοποίησης των ιών, η Καθηγήτρια επισήμανε πως η θνητότητα των ασθενών με λοίμωξη RSV εντός της διετίας αυτής, παρότι επρόκειτο για ασθενείς με συννοσηρότητες, ήταν αρκετά υψηλή, ανερχόμενη σε περίπου 16%. Η ομάδα ασθενών με RSV που παρουσιάζουν την υψηλότερη θνητότητα, συνέχισε, είναι οι ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), ενώ επιπλέον, ακόμη κι αυτοί που επιβιώνουν εμφανίζουν περαιτέρω επιδείνωση της αναπνευστικής τους λειτουργίας, ποσοστό της οποίας δεν αναστρέφεται μετά την αποδρομή της παρόξυνσης. Στη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, οι πιο αποτελεσματικές και παράλληλα οι πιο φθηνές θεραπείες, στις οποίες είναι απαραίτητο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση, παρατήρησε η κ. Κατσαούνου, είναι μη φαρμακευτικές, όπως η πνευμονική αποκατάσταση, η διακοπή του καπνίσματος και ο αντιγριπικός εμβολιασμός. Αναφερόμενη στον πνευμονιόκοκκο, η Καθηγήτρια παρατήρησε πως δεν προκαλεί μόνο πνευμονία, αλλά και διεισδυτική νόσο, μηνιγγίτιδα και βακτηριαιμία και, σύμφωνα με τα δεδομένα, είναι ιδιαίτερα θανατηφόρος και στη χώρα μας. Ο εμβολιασμός με τα ήδη διαθέσιμα εμβόλια κατά του πνευμονιόκοκκου δεν βοηθάει μόνο στην πρόληψη της νοσηρότητας και της θνητότητας, τόνισε η κ. Κατσαούνου, αλλά συμβάλλει και στο να μειωθεί η μικροβιακή αντοχή, η οποία αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα. Μιλώντας για την επίδραση του καπνίσματος στο ανοσοποιητικό, η ομιλήτρια είπε πως είναι αρκετά υποτιμημένη, καθώς υπάρχουν αρκετές μελέτες που δείχνουν πως οι καπνιστές, ακόμα και οι νεότεροι, έχουν πολύ μειωμένη άμυνα, ενώ επιπλέον το κάπνισμα φαίνεται να αφήνει αποτύπωμα στο DNA ακόμα και μετά τη διακοπή του καπνίσματος. Το κάπνισμα είναι παράγοντας αυξημένου κινδύνου για τις λοιμώξεις του αναπνευστικού και δυστυχώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΔΥ, η εικόνα στη χώρα μας όσον αφορά στο κάπνισμα είναι τραγική, καθώς 38% των Ελλήνων εξακολουθούν να χρησιμοποιούν καπνικά προϊόντα. Η μείωση της συχνότητας πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Ευρώπη, οφείλεται σε δύο βασικές διαφορές: Η πρώτη έχει σχέση με το κάπνισμα, που στην Αμερική έχει μειωθεί σε κάτω του 10%, ενώ στην Ευρώπη είναι κατά μέσον όρο 24%, και η δεύτερη αφορά στον εμβολιασμό έναντι του πνευμονιόκοκκου, όπου η Ευρώπη υπολείπεται σημαντικά της Αμερικής, με εξαίρεση τη χώρα μας όπου το εμβολιαστικό πρόγραμμα είναι εξαιρετικό. Μετά το καθαρό νερό, ο εμβολιασμός είναι η πιο αποτελεσματική παρέμβαση δημόσιας υγείας στον κόσμο για την πρόληψη ασθενειών και τη διασφάλιση της υγείας, ανέφερε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της η ομιλήτρια. Η επικαιροποίηση του προγράμματος εμβολιασμών και η συνεχής επανάληψη της ανάγκης συνεχούς εμβολιαστικής κάλυψης οφείλει να αποτελεί προτεραιότητα και καθημερινή κλινική πρακτική. Ο εμβολιασμός, μαζί με τη διακοπή του καπνίσματος, αποτελούν τις πιο οικονομικά αποδοτικές παρεμβάσεις για τη δημόσια υγεία, απαιτούν ωστόσο αλλαγή νοοτροπίας. Πηγές πληροφόρησης και εμβολιασμός Οι πηγές πληροφόρησης και ο ρόλος τους στη διαμόρφωση της εμβολιαστικής συμπεριφοράς βρίσκονται στον πυρήνα κάθε σύγχρονης δημόσιας πολιτικής πρόληψης, ανέφερε η Γενική Γραμματέας Δημόσιας Υγείας στο Υπουργείο Υγείας κ. Χριστίνα-Μαρία Κράββαρη. Πρόκειται για ένα ζήτημα βαθύτατα πολιτικό, εξήγησε, καθώς αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος χτίζει εμπιστοσύνη, διαμορφώνει τη συνείδηση της πρόληψης και τελικά προστατεύει τη συλλογική υγεία. Ο εμβολιασμός των ενηλίκων δεν αποτελεί απλώς μια ιατρική πράξη, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης διαδικασίας λήψης αποφάσεων, στην οποία η ποιότητα της πληροφόρησης παίζει πραγματικά καθοριστικό ρόλο. Όταν η ενημέρωση είναι έγκυρη, κατανοητή και σταθερή, ενισχύει την εμπιστοσύνη, διευκολύνει την πρόσβαση στην πρόληψη, μετατρέπει πραγματικά τον εμβολιασμό σε συνειδητή πράξη προστασίας, όταν όμως είναι αντιφατική, παραπλανητική, λειτουργεί αποτρεπτικά, δημιουργώντας ανασφάλεια και σύγχυση. Η χώρα μας έχει ένα από τα καλύτερα προγράμματα εμβολιασμού, το οποίο επικαιροποιείται συνεχώς. Μετά την πανδημία της COVID-19, ωστόσο, στη χώρα μας και διεθνώς έχει παρατηρηθεί ένα φαινόμενο που αποσχολεί όλους τους οργανισμούς δημόσιας υγείας, η εμβολιαστική κόπωση των πολιτών. Η πολιτεία οφείλει να δώσει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την κόπωση του πληθυσμού και να σχεδιάσει πολιτικές που αναγνωρίζουν την ψυχική και κοινωνική διάσταση της κόπωσης, επαναφέρουν τον διάλογο στη βάση της εμπιστοσύνης και του σεβασμού και επενδύουν στη σταθερή, ανθρώπινη και αξιόπιστη ενημέρωση. Σήμερα, οι πολίτες εκτίθενται σε μια πληθώρα πηγών ενημέρωσης, ενώ την ίδια στιγμή η ψηφιακή δημοσιότητα έχει δημιουργήσει έναν χώρο στον οποίο συνυπάρχουν επιστημονική γνώση, προσωπικές απόψεις και οργανωμένη παραπληροφόρηση. Αυτή η ανάμειξη μπορεί να θολώσει τα όρια της αξιοπιστίας, ειδικά όταν η πληροφορία παρουσιάζεται με απλουστευτικό τρόπο, τόνισε η ομιλήτρια, αναφέροντας πως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει αναγνωρίσει πλέον την παραπληροφόρηση ως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία. Σε έναν κόσμο που η πληροφορία κυκλοφορεί αδιάκοπα, ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει καθοριστικός. Οι επαγγελματίες υγείας είναι συχνά οι πρώτοι που καλούνται να απαντήσουν στις απορίες των πολιτών και η σχέση που έχουν με τους ασθενείς τους βασίζεται στη συνέχεια και στην προσωπική επαφή, συνεπώς η ενίσχυση των επαγγελματιών με την κατάλληλη εκπαίδευση στην επικοινωνία, επικαιροποιημένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο υλικό, αλλά και άλλα εργαλεία που απαντούν σε δύσκολες ερωτήσεις και απομυθοποιούν καταστάσεις και θεωρίες συνωμοσίας, είναι πολύ σημαντική. Η ενημέρωση γύρω από τον εμβολιασμό δεν μπορεί ωστόσο να στηρίζεται σε αποσπασματικές ενέργειες. Χρειάζεται συντονισμός, ενιαία μηνύματα, σταθερή στρατηγική παρουσίαση των δεδομένων. Η δημιουργία του Γραφείου Αντιμετώπισης της Παραπληροφόρησης στον ΕΟΔΥ, που έχει ήδη αναγγελθεί από το Υπουργείο Υγείας, έχει στόχο να οργανώσει τη θεσμική απάντηση στην παραπληροφόρηση, να ενισχύσει την αξιοπιστία της δημόσιας επικοινωνίας, να προστατεύσει τον πολίτη από επικίνδυνες ανακρίβειες και να ευθυγραμμίσει τη χώρα μας ουσιαστικά με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές. Η επένδυση στην ενημέρωση δεν είναι επικουρική πράξη, κατέληξε η κ. Κράββαρη, είναι κεντρικό στοιχείο κάθε πολιτικής πρόληψης, αποτελεί τον κρίκο που ενώνει την επιστήμη με την κοινωνία και την πολιτική βούληση με την κοινωνική αποδοχή. Πρωτοβάθμια φροντίδα, προσωπικός ιατρός και εμβολιασμός Τη σκυτάλη των ομιλιών έλαβε στη συνέχεια η κ. Ζωή Τσίμτσιου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Υγιεινής, Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η οποία αναφέρθηκε στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, που καθιστούν καίριο τον ρόλο της στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης στους ενήλικες στη χώρα μας. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, εξήγησε η κ. Τσίμτσιου, αποτελεί ένα σταθερό σημείο επαφής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας, ενισχύει τα συστήματα υγείας και μεγιστοποιεί το επίπεδο και τη δίκαιη κατανομή της υγείας και της ευημερίας, συνδυάζοντας τρία αλληλένδετα και συμπληρωματικά στοιχεία: α) τη συνέργεια υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας και βασικών λειτουργιών Δημόσιας Υγείας, β) την αξιοποίηση πολυτομεακής πολιτικής και δράσης για τη διαχείριση του συνόλου των προσδιοριστών της υγείας και γ) την ενδυνάμωση των ατόμων και των κοινοτήτων. Παρουσιάζοντας τα δημοσιευμένα αποτελέσματα μίας μεγάλης μελέτης, που διεξήχθη το 2019 με τη συμμετοχή 1500 ατόμων από 23 διαφορετικά ιατρεία πρωτοβάθμιας φροντίδας σε όλη την Ελλάδα, η κ. Τσίμτσιου εξήγησε πως η παράμετρος που είχε σημαντικά μεγαλύτερη δύναμη να αυξήσει την πιθανότητα εμβολιασμού των ενηλίκων χρηστών υπηρεσιών ΠΦΥ ήταν η σύσταση από τον ιατρό τους, εύρημα που επιβεβαιώθηκε μάλιστα από μία δεύτερη μελέτη, η οποία επιπλέον έδειξε ότι και άλλοι επαγγελματίες υγείας, όπως οι φαρμακοποιοί, έχουν επίσης τη δύναμη να επηρεάζουν τους πολίτες προς τη σωστή κατεύθυνση. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, συνέχισε η ομιλήτρια, το εμβόλιο του COVID από τη μία έφερε στην επιφάνεια αντίδραση στην υποχρεωτικότητα και αμφισβήτηση των θεσμών, από την άλλη στάθηκε αφορμή να μάθει ο ενήλικος πληθυσμός πως ο εμβολιασμός δεν τελειώνει στην παιδική ηλικία. Σύμφωνα με το φάσμα της διστακτικότητας απέναντι στον εμβολιασμό που παρουσίασε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), 30-40% των ατόμων παγκοσμίως αποδέχονται όλα τα εμβόλια, περίπου 30% είναι θετικοί στον εμβολιασμό αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα, επομένως θα πρέπει να ασχοληθούν λίγο περισσότερο μαζί τους οι επαγγελματίες υγείας για να απαντήσουν στις ερωτήσεις τους, 20-30% είναι θετικοί σε κάποια εμβόλια αλλά διστακτικοί σε κάποια άλλα, ένα μικρότερο ποσοστό με πολύ μεγάλο εύρος διεθνώς (2-27%) είναι αρνητικοί στον εμβολιασμό αλλά όχι με απολυτότητα και ένα πολύ μικρό τελικά ποσοστό, κάτω του 2%, είναι αρνητές. Στη χώρα μας, σύμφωνα με μελέτες που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, 4-5 στα 10 άτομα είναι υποστηρικτές του εμβολιασμού, 4 στα 10 άτομα είναι θετικά αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα, ενώ οι αρνητές αποτελούν επίσης ένα πολύ χαμηλό ποσοστό. Καθώς η πανδημία ανέδειξε την αξία τεχνικών επικοινωνίας, όπως της κινητοποιού συνέντευξης, ο ΠΟΥ έχει πλέον αναπτύξει ένα αποδεδειγμένα αποτελεσματικό επικοινωνιακό μοντέλο για την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, ανέφερε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της η κ. Τσίμτσιου. Οι επαγγελματίες υγείας στην ΠΦΥ μπορούν να διαδραματίσουν έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης μέσα από την αύξηση της εγγραμματοσύνης υγείας στους ασθενείς σχετικά με την αξία, την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του εμβολιασμού, κατέληξε η ομιλήτρια, επισημαίνοντας την ανάγκη για εθνικά μητρώα καταγραφής, καθώς και για δημόσιες καμπάνιες ενημέρωσης σχετικά με τα εμβόλια ενήλικων. Μητρώο Εμβολιασμών Ο κ. Κωνσταντίνος Μαθιουδάκης, Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συστημάτων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην Η.ΔΙ.Κ.Α., εστίασε στα εργαλεία που διαθέτει πλέον η χώρα μας για τη μέτρηση και αξιολόγηση της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού, ώστε να μπορεί η πολιτεία να λαμβάνει τεκμηριωμένες αποφάσεις για παρεμβάσεις, σε επίπεδο επικράτειας ή σε επιμέρους περιοχές της χώρας ή πληθυσμούς. Θεσμικά, όλα τα μητρώα εμβολιασμών υλοποιούνται από την Η.ΔΙ.Κ.Α. και αποσκοπούν στην ηλεκτρονική καταγραφή όλων των εμβολίων που προβλέπονται στα εθνικά προγράμματα εμβολιασμών. Τα μητρώα εμβολιασμού που διαθέτει σήμερα η χώρα μας είναι το Μητρώο Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων, το οποίο είναι σε λειτουργία εδώ και περίπου τρεισήμισι έτη, το Μητρώο Εμβολιασμού Ενηλίκων, το οποίο τέθηκε σε λειτουργία στις αρχές του 2025, το Μητρώο Αντιγριπικού Εμβολιασμού και το Μητρώο Εμβολιασμού κατά της COVID που ήταν το πρώτο μητρώο που μπήκε σε παραγωγή με την έναρξη της πανδημίας στο τέλος του 2020. Η σύσταση του Εθνικού Μητρώου Εμβολιασμών θεσμοθετήθηκε ουσιαστικά επισήμως τον Οκτώβριο του 2020, με την υπογραφή της σχετικής ΚΥΑ, η υλοποίησή του ωστόσο ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2022. Παρουσιάζοντας τη διαδικασία που ακολουθείται και την πληροφορία που καταχωρείται στα μητρώα εμβολιασμού, ο κ. Μαθιουδάκης υπογράμμισε πως η υλοποίηση του πρώτου εθνικού μητρώου εμβολιασμού κατά της COVID αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη φορά που εφαρμόσθηκε στη χώρα ένα τέτοιο περίπλοκο και ολοκληρωμένο σύστημα, στο οποίο διαλειτουργούσε ένα πλέγμα διαφορετικών φορέων και συστημάτων. Το Εθνικό Μητρώο Αντιγριπικού Εμβολιασμού, που βρίσκεται πλέον αρκετά χρόνια σε λειτουργία και στο οποίο καταχωρούν τη διενέργεια εμβολίων όχι μόνο οι ιατροί αλλά και οι φαρμακοποιοί, περιέχει σήμερα αρκετά καλά δεδομένα, παρατήρησε ο ομιλητής, τονίζοντας τη σημαντική συμβολή των φαρμακοποιών της χώρας στην ενημέρωση του μητρώου. Η υλοποίηση των μητρώων εμβολιασμού ανηλίκων και ενηλίκων βασίζεται φυσικά στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού που συστήνεται από την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών, συνέχισε. Αναφερόμενος στην αλλαγή της διαδικασίας για το Μητρώο Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων, που συμφωνήθηκε με την Επιτροπή Εμβολιασμών, ο ομιλητής εξήγησε πως η νέα διαδικασία που έχει ήδη υλοποιηθεί στο μητρώο -και θα τεθεί σε παραγωγική λειτουργία στις αρχές του 2026- προβλέπει την απενεργοποίηση της δυνατότητας συνταγογράφησης εμβολίων από το σύστημα της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης και τη δημιουργία συνταγής κατευθείαν από το μητρώο, αυτόματα. Ο γιατρός θα χρησιμοποιεί υποχρεωτικά πλέον το μητρώο εμβολιασμού, καθώς όλες οι κινήσεις σχετικά με τα παιδικά εμβόλια θα πραγματοποιούνται μέσω του μητρώου, ενώ επιπλέον δεν θα είναι δυνατή η συμπληρωτική συνταγογράφηση μέσω του μητρώου μιας επόμενης δόσης εμβολίου αν δεν έχουν καταχωρισθεί οι προηγούμενες δόσεις. Η αλλαγή αυτή απλοποιεί την όλη διαδικασία από τη συνταγογράφηση μέχρι και τη διενέργεια του εμβολίου και, ουσιαστικά, εξασφαλίζει τη συμπλήρωση και πληρότητα του μητρώου, είπε ο κ. Μαθιουδάκης, συμπληρώνοντας πως στόχος τόσο της Η.ΔΙ.Κ.Α., όσο και της Επιτροπής Εμβολιασμών και της πολιτικής ηγεσίας είναι οι αλλαγές αυτές να επεκταθούν στην πορεία και στο μητρώο εμβολιασμών ενηλίκων. Επισημαίνοντας πως όλες οι καταχωρίσεις που γίνονται και στα τέσσερα μητρώα εμβολιασμού καταλήγουν τελικά στο My Health, τον Ηλεκτρονικό Φάκελο Υγείας, ο κ. Μαθιουδάκης υπογράμμισε πως η ενημέρωση των μητρώων αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα, που απαιτεί διαρκή αγώνα και συνεργασία ώστε η αναγκαιότητά της να γίνει αντιληπτή από όλη την κοινωνία. Ο ρόλος των φαρμακοποιών στον εμβολιασμό ενηλίκων Οι φαρμακοποιοί, με εφαλτήριο το αντιγριπικό εμβολιασμό τον οποίο διανεργούν εδώ και τρία χρόνια, ακόμα και χωρίς ιατρική συνταγή, για το σύνολο του ενήλικου πληθυσμού, έχουν συμβάλει σημαντικά στην πρόληψη και την προστασία της δημόσιας υγείας, ανέφερε κατά την έναρξη της ομιλίας του ο Γενικός Γραμματέας του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου κ. Εμμανουήλ Κατσαράκης. Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο πλούσια προγράμματα εμβολιασμού, απαιτείται ωστόσο μεγαλύτερη προσπάθεια ώστε να έχουμε καλύτερα ποσοστά ανταπόκρισης. Εντούτοις, παρατηρείται μια κόπωση, η οποία σχετίζεται με τη διστακτικότητα, την αμφιβολία, την αμφισβήτηση, ακόμα και με την αναβλητικότητα μέρους του πληθυσμού να εμβολιασθεί. Ο φαρμακοποιός μπορεί, με τεκμηριωμένο τρόπο, να ενισχύσει τον εμβολιασμό ενηλίκων και να υποστηρίξει τις πολιτικές υγείας. Το δίκτυο των φαρμακείων της Ελλάδας είναι αρκετά πυκνό, καθώς υπάρχουν 10.750 φαρμακεία, που είναι ορθά κατανεμημένα ανά την επικράτεια και μπορούν να συμβάλουν πολύπλευρα σε στρατηγικές και δράσεις για τη δημόσια υγεία. Το δίκτυο αυτό αποτελεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας, καθώς το φαρμακείο είναι συχνά η πιο συχνή και εύκολα προσβάσιμη επαφή με το σύστημα υγείας για τον ενήλικο πληθυσμό, καθιστώντας το ιδανικό περιβάλλον για ενημέρωση και υλοποίηση εμβολιασμού. Πλέον, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από τα εμβόλια ενηλίκων γίνεται με ταυτοποίηση με το ΑΜΚΑ του ασφαλισμένου στο φαρμακείο, κάτι το οποίο έχει αυξήσει κατακόρυφα την εμβολιαστική κάλυψη, αν και δεν έχουν επιτευχθεί ακόμη τα επιθυμητά επίπεδα κάλυψης 70-75% σε όλες τις ομάδες κινδύνου. Για να υπάρξουν καλύτερα αποτελέσματα την επόμενη χρονιά, θα πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά, ανέφερε ο ομιλητής. Θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στους φαρμακοποιούς, οι οποίοι παράλληλα με τον αντιγριπικό εμβολιασμό διενεργούν και το σύνολο των εμβολίων για τους ενήλικες, να καταχωρούν στο Εθνικό Μητρώο τις πράξεις διενέργειας εμβολιασμού για όλα τα εμβόλια ενηλίκων και όχι μόνο για το αντιγριπικό. Δεν αρκεί να συνταγογραφείται ένα εμβόλιο, πρέπει και να καταχωρείται, εξήγησε, ώστε να μην χάνονται δεδομένα. Οι προτάσεις του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, συνέχισε ο κ. Κατσαράκης, περιλαμβάνουν τη θεσμική κατοχύρωση του φαρμακείου ως σταθερού πυλώνα του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών Ενηλίκων, με σαφείς αρμοδιότητες, πρωτόκολλα συνεργασίας με τον προσωπικό ιατρό και τις δομές ΠΦΥ και υποχρεωτική καταγραφή όλων των εμβολιασμών, την ενσωμάτωση υπενθυμίσεων εμβολιασμού στα λογισμικά φαρμακείων, βάσει ηλικίας, χρονίων νοσημάτων και ιστορικού εμβολιασμού ώστε κάθε επίσκεψη στο φαρμακείο να γίνεται ευκαιρία πρόληψης, τη δημιουργία ενός εθνικού συστήματος δεικτών εμβολιασμού ενηλίκων ανά περιφέρεια και ομάδα κινδύνου, στο οποίο οι φαρμακοποιοί θα έχουν πρόσβαση, με στόχο να αξιοποιηθεί η υψηλή πυκνότητα των περίπου 100 φαρμακείων ανά 100.000 κατοίκους για στοχευμένες παρεμβάσεις σε κάθε γειτονιά, καθώς και την παροχή κινήτρων από τον ΕΟΠΥΥ προς τους επαγγελματίες υγείας για τις πράξεις του εμβολιασμού στο φαρμακείο. Το ζήτημα της διστακτικότητας και της αύξησης της αποδοχής των εμβολιασμών δεν είναι κάτι απλό, απαιτεί πολυεπίπεδη αντιμετώπιση, σχολίασε η κ. Παυλοπούλου. Χρειάζεται ενίσχυση και εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, καθώς και συστηματική προσπάθεια ενημέρωσης εκ μέρους της Πολιτείας για την αξία των εμβολιασμών. Η πολιτεία θα πρέπει επίσης να επενδύσει στην υγειονομική παιδεία του πληθυσμού της χώρας, να μαθαίνουν οι πολίτες από μικρή ηλικία, από το σχολείο, πώς να αξιολογούν σωστά τη διαδικτυακή πληροφορία.Τα εμβόλια ως κοινωνική υποδομή: Πολιτικές για τον εμβολιασμό και προοπτικές χρηματοδότησης
Βάσει της τελευταίας έκθεσης του ΟΟΣΑ, η χώρα μας κατέχει υψηλότερη θέση από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες στην εμβολιαστική κάλυψη του παιδικού πληθυσμού, ανέφερε προλογίζοντας τη συζήτηση ο συντονιστής της συνεδρίας κ. Κυριάκος Σουλιώτης. Παρά το άρτιο ωστόσο εμβολιαστικό πρόγραμμα και τον διακριτό προϋπολογισμό που διαθέτουμε για τον εμβολιασμό, ο οποίος αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, οι προκλήσεις παραμένουν, καθώς στους ενήλικες η κατάσταση δεν είναι ίδια, ενώ επιπλέον η πανδημική κρίση προκάλεσε κλυδωνισμούς στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Σύμφωνα με μία έρευνα, 30% των Ελλήνων δεν γνωρίζουν ότι το εμβολιαστικό πρόγραμμα περιλαμβάνει και εμβόλια για τον ενήλικο πληθυσμό και νομίζουν ότι ο εμβολιασμός αφορά μόνο τα παιδιά, ενώ επιπλέον, 30% των πολιτών δηλώνουν ότι δεν πιστεύουν ότι απειλούνται από κάποιο νόσημα το οποίο αντιμετωπίζεται με εμβόλιο. Κάποιοι συμπολίτες μας προφανώς αισθάνονται άτρωτοι, είπε ο κ. Σουλιώτης, δίνοντας τον λόγο στον Πρόεδρο του ΕΟΦ, κ. Σαπουνά. [gallery link="file" size="medium" ids="12510,12508,12507,12512,12509"] Η άποψη του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Η χώρα μας είχε πράγματι πάρα πολύ καλά ποσοστά στην κάλυψη του παιδιατρικού πληθυσμού, συμφώνησε ο κ. Σπύρος Σαπουνάς, παρά το γεγονός ότι αντικειμενικά υπάρχουν δυσκολίες, καθώς δεν υπάρχουν εθνικά και κρατικά κέντρα εμβολιασμού και ο εμβολιασμός βασίζεται σε ιδιώτες παιδιάτρους, γεγονός που ενισχύει ενδεχομένως τις κοινωνικές ανισότητες. Στη μετά-COVID εποχή, η δυσπιστία και η παραπληροφόρηση, αλλά και η καινοτομία που έφερε νέα εμβόλια τόσο για τον ενήλικο όσο και για τον παιδιατρικό πληθυσμό, δημιούργησαν νέες προκλήσεις στο πεδίο των εμβολιασμών, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων δημοσιονομικών της χώρας. Η εξίσωση φαίνεται να γίνεται όλο και πιο σύνθετη, υπογράμμισε ο ομιλητής, ωστόσο η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει αποδεδειγμένα πολύ μεγάλο κοινωνικό πρόσημο όσον αφορά τον εμβολιασμό και γι’ αυτό αυξάνεται ο προϋπολογισμός διαρκώς. Αν και ο προϋπολογισμός των εμβολίων είναι κλειστός, παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι καινοτόμα και καινούρια εμβόλια και προϊόντα ανοσοποίησης συμπεριλαμβάνονται πολλές φορές στους κλειστούς αυτούς προϋπολογισμούς των εμβολίων. Ο ρόλος του ΕΟΦ σε αυτό είναι φυσικά πολύ περιορισμένος, καθώς όλα αυτά τα προϊόντα είναι συνήθως κεντρικώς αδειοδοτούμενα. Αρμοδιότητα του ΕΟΦ είναι να διασφαλίζει πάντα το τρίπτυχο: «ασφάλεια, αποτελεσματικότητα και ποιότητα» στα φάρμακα και τα βιολογικά προϊόντα, καθώς και την επάρκεια. Ο Οργανισμός δεν συμμετέχει σε αποφάσεις αδειοδότησης εμβολίων, παρά μόνο μέσω εκπροσώπου στην Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού, η οποία θα πρέπει να σημειωθεί πως έχει λάβει αρκετά γενναίες αποφάσεις τελευταία στην κατεύθυνση προαγωγής του εμβολιασμού και συμπερίληψης νέων εμβολίων στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού. Η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού κάνει θαυμάσια δουλειά, συμφώνησε ο κ. Σουλιώτης, και γι’ αυτό έχουμε ένα από τα πληρέστερα προγράμματα στην Ευρώπη. Στον παρανομαστή κάθε συζήτησης γύρω από την υγεία -και όχι μόνο, σε όλες τις δημόσιες πολιτικές- πρέπει ασφαλώς να έχουμε πάντα τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Τηρουμένων ωστόσο των αναλογιών, η χώρα μας μπορεί να υπερηφανεύεται για το εμβολιαστικό της πρόγραμμα και για τα βήματα που έχει κάνει για την συμπερίληψη νέων προϊόντων ανοσοποίησης, με τη συμβολή όλων. Η οπτική της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τη σκυτάλη έλαβε η Πρόεδρος της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων κ. Βασιλική-Κωνσταντίνα Γκογκοζώτου, αναφέροντας πως ο κλειστός προϋπολογισμός για τα εμβόλια έχει μια σημαντική ιδιαιτερότητα, καθώς δεν ορίζεται από την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, αλλά με υπουργική απόφαση. Τα τελευταία έτη, εξήγησε, το Υπουργείο ορίζει τον προϋπολογισμό, βλέποντας πάνω κάτω πού πηγαίνει η δαπάνη και προσπαθώντας να χρηματοδοτήσει το σύστημα ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση, και η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων το ποσό του κλειστού προϋπολογισμού, καλείται να πάρει εκπτώσεις από τις εταιρείες, χωρίς να έχει εμβολιαστικούς στόχους, χωρίς να έχει συγκριτική αξιολόγηση, χωρίς να μπορεί να ορίσει τους πολίτες που θα εμβολιαστούν, βασιζόμενη μόνο σε στοιχεία παρελθοντικής χρήσης μέσω του συστήματος του ΕΟΠΥΥ. Το προηγούμενο έτος, η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, λαμβάνοντας εντολή από τον Υπουργό για την επαναξιολόγηση και επαναδιαπραγμάτευση της κατηγορίας των εμβολίων, αποφάσισε να χωρίσει τα εμβόλια σε συγκεκριμένες κατηγορίες, τα κλασικά παιδιατρικά, τα αντιγριπικά και όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένων των νέων εμβολίων. Παρατηρώντας πως την τελευταία πενταετία τα αντιγριπικά και τα κλασικά παιδιατρικά παραμένουν σταθεροί προϋπολογισμοί, η εισήγηση της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης, για την οποία αναμένεται η έκδοση απόφασης του Υπουργού, είναι να υπάρχουν επιμέρους κλειστοί προϋπολογισμοί μέσα στον κλειστό προϋπολογισμό των εμβολίων. Η εισήγηση δηλαδή της Επιτροπής, εξήγησε η κ. Γκογκοζώτου, είναι να προστατευθούν οι κατηγορίες, μέχρι ενός ποσού για τα κλασικά παιδιατρικά, μέχρι ενός ποσού για τα αντιγριπικά, και από εκεί και πέρα να ξεκινά η υπέρβαση για τη συγκεκριμένη κατηγορία, και τα υπόλοιπα σκευάσματα να μπουν στο τρίτο πακέτο δαπάνης. Όσον αφορά στη διαπραγμάτευση που έγινε με τις εταιρείες, σε περίπτωση που δεν υπάρχει υπέρβαση σε μία κατηγορία δεν θα ζητηθεί κάτι από τις εταιρείες, ενώ σε περίπτωση υπέρβασης θα κληθούν να δώσουν την έκπτωση και μετά θα υπολογιστεί η υπέρβαση με το μερίδιο αγοράς. Η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, παρατήρησε η κ. Γκογκοζώτου, προσπαθεί με όποιον τρόπο έχει να κερδίσει την καλύτερη δυνατή έκπτωση για το κράτος ώστε να μειώσει τις υπερβάσεις που υπάρχουν. Όταν εγκρίνονται νέα προϊόντα σε μια αγορά, σχολίασε ο κ. Σουλιώτης, πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός, ένα αμορτισέρ, που να απορροφά μέρος των κραδασμών που δημιουργούνται στο σύστημα. Η έγκριση νέων προϊόντων, φαρμάκων, χωρίς αύξηση της δαπάνης για την αποζημίωσή τους νομοτελειακά οδηγεί σε χρηματοδοτικό αδιέξοδο. Το πρόβλημα με τα εμβόλια είναι πως το όφελός τους, όσο τεκμηριωμένο και αν είναι επιστημονικά, δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό. Είναι πολύ πιο εύκολη η κάλυψη μιας δαπάνης για την αντιμετώπιση ενός συμπτώματος από την κάλυψη μιας δαπάνης για την αποφυγή ενός νοσήματος από το οποίο δεν πάσχεις. Η θέση της φαρμακοβιομηχανίας Απόλυτη πεποίθηση της GSK είναι πως το καλύτερο φάρμακο είναι η πρόληψη, υπογράμμισε η Διευθύνουσα Σύμβουλος της GSK Ελλάδος κ. Lizzie Champion. Οι αναπτυγμένες χώρες έχουν αξιοσημείωτα καλές επιδόσεις όσον αφορά στους παιδιατρικούς εμβολιασμούς, αλλά και παγκοσμίως πάνω από 85% των παιδιών έχουν λάβει τρεις δόσεις του DTP, του συνδυαστικού εμβολίου για την πρόληψη της διφθερίτιδας, του τετάνου και του κοκκύτη. Σήμερα, παρά την ύπαρξη εμβολίων που προσφέρουν προστασία έναντι 25 προλαμβανόμενων λοιμωδών νοσημάτων, όπως τα εμβόλια της γρίπης, του πνευμονιόκοκκου, της COVID, του RSV, δυστυχώς τα νοσήματα αυτά εξακολουθούν να κυκλοφορούν στις κοινότητες, όπως διαπιστώνεται από τις εισαγωγές στα νοσοκομεία, στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες. Ο εμβολιασμός ενηλίκων, σύμφωνα με οικονομικά δεδομένα, αποτελεί ωστόσο ουσιαστικά μια πολύ σημαντική επένδυση και όχι απλά κόστος. Στην πραγματικότητα, ο εμβολιασμός ενηλίκων επιστρέφει κατά μέσο όρο στην κοινωνία περίπου 19 φορές το κόστος του, επομένως θα πρέπει να δοθεί μεγάλη έμφαση στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης και αυτού του πληθυσμού. Η Ελλάδα, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, είναι πολύ μπροστά στο θέμα των εμβολιασμών, καθώς έχει θέσει την πρόληψη και τον εμβολιασμό στο επίκεντρο της πολιτικής υγείας, είναι από τις χώρες που προσφέρουν ταχύτερη πρόσβαση του πληθυσμού σε εμβόλια και διαθέτει ξεχωριστό προϋπολογισμό για τον εμβολιασμό του πληθυσμού. Ασφαλώς, η ανάπτυξη και η κυκλοφορία νέων καινοτόμων εμβολίων δημιουργεί νέες προκλήσεις για τα οικονομικά της υγείας, καθώς ο προϋπολογισμός αυτός θα πρέπει να επαναξιολογηθεί, ωστόσο η συνέχιση της επένδυσης στην ανοσολογική προστασία του πληθυσμού αποφέρει πολλαπλασιαστικά οφέλη στη δημόσια υγεία, κατέληξε η ομιλήτρια. Η οπτική των ασθενών Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν πολύ καλά τη σημασία του εμβολιασμού, τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο δημόσιας υγείας, ανέφερε η Πρόεδρος της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας κ. Βασιλική-Ραφαέλα Βακουφτσή, δυστυχώς κυρίως μετά την πανδημία αναπτύχθηκε μια αμφισβήτηση και μια διστακτικότητα σε ένα μέρος του πληθυσμού, ενώ επιπλέον υπάρχει πολύς κόσμος που γνωρίζει ελάχιστα για τον εμβολιασμό των ενηλίκων. Το πρόγραμμα εμβολιασμού που έχει η Ελλάδα είναι από τα πληρέστερα, όχι μόνο σε επίπεδο Ευρώπης, αλλά παγκοσμίως, είναι απαραίτητο ωστόσο να έχει και την απήχηση που χρειάζεται από τους πολίτες, πόσο μάλλον τους ασθενείς, τους ευάλωτους πληθυσμούς, τους χρόνιους ασθενείς, τους ανοσοκατεσταλμένους, οι οποίοι εάν δεν είναι επαρκώς εμβολιασμένοι κινδυνεύουν περισσότερο. Η Ένωση Ασθενών Ελλάδας προσπαθεί μέσω της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης να αναδείξει την αξία των εμβολίων, να αποκτήσει ο κόσμος ξανά εμπιστοσύνη στα εμβόλια, να αυξήσει την εγγραμματοσύνη υγείας, να εξηγήσει και λύσει όλες τις απορίες, φτάνοντας παντού, γιατί γενικότερα στην υγεία υπάρχουν γεωγραφικές ανισότητες στη χώρα μας. Οι Συλλόγοι Ασθενών και οι επαγγελματίες υγείας, οι γιατροί, αλλά και οι φαρμακοποιοί θα πρέπει να αξιοποιηθούν ως κόμβοι πληροφόρησης, καθώς η σχέση που έχουν με τους πολίτες τούς κάνουν να τους εμπιστεύονται περισσότερο. Είναι τελείως παράλογο όταν η επιστήμη μας βοηθάει να προλαμβάνουμε νοσήματα, να το αγνοούμε ή να διστάζουμε να προστατευτούμε, υπογράμμισε η ομιλήτρια. Η Ένωση Ασθενών Ελλάδας, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή της η κ. Βακουφτσή, πιστεύει ότι η συνέργεια και η συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μπορεί να βελτιώσει τα αποτελέσματα, να αυξήσει την εμβολιαστική κάλυψη, να οδηγήσει ακόμη και σε καλύτερα κοινωνικά αποτελέσματα, γιατί ο εμβολιασμός είναι πραγματικά μία επένδυση στο κοινωνικό σύνολο. Ο ρόλος της Επιτροπής Αξιολόγησης Στο κομμάτι της Αξιολόγησης, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια μετάβαση, καθώς τόσο σε εσωτερικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει περάσει από την περίοδο των πολιτικών στην περίοδο της νομοθετικής ρύθμισης, επισήμανε η εκπρόσωπος της Επιτροπής Αξιολόγησης και Αποζημίωσης Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης κ. Δήμητρα Λίγγρη. Στη χώρα μας, μόνο η αξιολόγηση των φαρμάκων ρυθμίζεται σήμερα νομοθετικά, ενώ στα εμβόλια, σύμφωνα με τον νόμο, εφαρμόζεται συνοπτική αξιολόγηση. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνέχισε η κ. Λίγγρη, έχουμε κανονισμό και έχουμε και εκτελεστικούς κανονισμούς. Το γεγονός ότι έχουμε κανονισμούς και όχι οδηγίες σημαίνει ότι έχουμε νομικά εργαλεία με άμεση ισχύ εντός της χώρας μας. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται την ιδιαιτερότητα των εμβολίων και αναφέρει ευθέως και στο προοίμιό του και στο άρθρο 43 ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις ιδιαιτερότητες που έχουν τα εμβόλια και τα κανάλια δεδομένων των εμβολίων. Ήδη τον Σεπτέμβριο 2025, δήλωσε η ομιλήτρια, έγινε μία συνάντηση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τη συμμετοχή του ΠΟΥ και της Vaccines Europe, στην οποία αναφέρθηκε ότι υπάρχουν τα εθνικά σημεία εμβολιασμού, τα NITAGs του ΠΟΥ, τα οποία λειτουργούν και, ενώ δεν αναφέρονται ρητά στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό, παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα ώστε να διασυνδεθούν και ενδεχομένως να εκμεταλλευτούμε και τους κλινικούς εμπειρογνώμονες των Εθνικών Επιτροπών, για να μπορέσουν να μπουν στο pool των experts των αξιολογήσεων. Τα εμβόλια θα ξεκινήσουν να αξιολογούνται ευρωπαϊκά από το 2030, αλλά ήδη από τον επόμενο χρόνο θα ξεκινήσουν οι κοινές ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις στο ζήτημα αυτό, επομένως χρειάζονται και οι κλινικοί εμπειρογνώμονες και οι ασθενείς και βέβαια και η βιομηχανία, η οποία, σύμφωνα με τον Κανονισμό, είναι παρούσα στη διαβούλευση. Καθώς το Υπουργείο αναγνωρίζει την ανάγκη για εναρμόνιση και μάλιστα σε διαρκές πλαίσιο, επισήμανε η ομιλήτρια, έχει ήδη θεσμοθετήσει μία επιτροπή η οποία επιβλέπει την εναρμόνιση. Ασφαλώς, πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία, καθώς όταν καλείται ένα συγκεκριμένο κράτος να εφαρμόσει ενωσιακά κείμενα, δεν ξεκινάει εκ του μηδενός. Υπάρχουν θεσμοί, υπάρχουν εμπειρογνώμονες, χρειάζεται να συνεργαστούν και να μιλήσουν την ίδια γλώσσα άνθρωποι από πολλές επιστήμες και να καταλήξουν σε κάτι λειτουργικό και χρήσιμο για τους ασθενείς και την αγορά. Η επιτυχία της εναρμόνισης είναι να καταφέρουμε να αξιοποιήσουμε ό,τι καλύτερο υπάρχει και να το εξελίξουμε. Ειδικά η Επιτροπή Εμβολιασμού έχει πολύ σημαντικό έργο και είναι μια ευκαιρία να αξιοποιηθεί το έργο αυτό, ανέφερε η κ. Λίγγρη, επισημαίνοντας πως αυτή τη στιγμή υπάρχει διασύνδεση της Επιτροπής Εμβολιασμού με την Επιτροπή Αξιολόγησης, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω στο άμεσο μέλλον. Συζήτηση Υπάρχουν θεσμοί στο κράτος που έχουν πολύ σημαντικό ρόλο, χρειάζεται ωστόσο να γίνει κάποια στιγμή ένα θεσμικό «νοικοκύρεμα», να δούμε τους ρόλους και να απλοποιήσουμε κάποιες διαδικασίες, ανέφερε ο κ. Σουλιώτης, ρωτώντας στη συνέχεια την κ. Βακουφτσή ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος των ίδιων των ασθενών στην επίτευξη των εμβολιαστικών στόχων, στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης και στην κάμψη των επιφυλάξεων που έχουν προκληθεί από τις ατεκμηρίωτες απόψεις που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο. Πάγιο αίτημα της Ένωσης Ασθενών Ελλάδος είναι να συμμετέχει κάποιος εκπρόσωπος της Ένωσης σε όλες τις σχετικές επιτροπές ώστε να υπάρχει και η φωνή του ασθενή σε θεσμικό επίπεδο, ανέφερε η κ. Βακουφτσή. Κάτι τέτοιο, εξήγησε, αφενός είναι πολύ βασικό για τη μετέπειτα σχεδίαση και χάραξη πολιτικής, αφετέρου μπορεί να μειώσει τις επιφυλάξεις και να αυξήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και των ασθενών. Επιπλέον, είναι ανάγκη να εστιάσουμε στην αύξηση της εγγραμματοσύνης υγείας του πληθυσμού, η οποία εκτιμάται πως θα αυξήσει έμμεσα και τα ποσοστά εμβολιασμού, και φυσικά όλοι οι θεσμικοί φορείς θα πρέπει να συνεργαστούν και να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τον επιθυμητό στόχο. Τέλος, για να είναι πραγματικά επιτυχημένο το εμβολιαστικό μας πρόγραμμα της χώρας μας, θα πρέπει όλοι οι πολίτες, ανεξαιρέτως, να έχουν ισότιμη πρόσβαση στον εμβολιασμό. Η GSK μιλάει συχνά για την ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής γύρω από τα εμβόλια, είπε ο κ. Σουλιώτης, απευθυνόμενος στην κ. Champion και ρωτώντας την ποιες πιστεύει πως θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες μιας στρατηγικής για τον εμβολιασμό για την Ελλάδα. Πρώτον, η χρηματοδότηση, απάντησε η κ. Champion, δεύτερον, να δοθεί μεγάλη έμφαση στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του πληθυσμού ώστε να καταλάβουν όλοι πως ο εμβολιασμός είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα για την προστασία της υγείας τους και, τέλος, να δημιουργηθούν οι υποδομές για εύκολη και ισότιμη πρόσβαση όλων στα εμβόλια. Σαφώς, υπάρχει ένα πρόβλημα με τις ατεκμηρίωτες επιστημονικά πεποιθήσεις που κυκλοφορούν και το γεγονός πως έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μέρους του πληθυσμού στα εμβόλια, η Ελλάδα διαθέτει ωστόσο ένα τεράστιο δίκτυο φαρμακείων, που μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού με την παροχή τεκμηριωμένης πληροφόρησης. Στη συνέχεια, ο συντονιστής της συνεδρίας ρώτησε την κ. Γκογκοζώτου εάν η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης έχει κάποια ενημέρωση σχετικά με τους εμβολιαστικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν στη χώρα κατά τη διαπραγμάτευσή της με τις εταιρείες και ποιος είναι ο ρόλος της στη λήψη της απόφασης για τον προϋπολογισμό. Δυστυχώς, η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης δεν έχει κάποια ενημέρωση σχετικά με τον αριθμό των ατόμων που θέλουμε να εμβολιάσουμε και αυτό είναι ένα πρόβλημα, απάντησε η κ. Γκογκοζώτου. Σήμερα, ωστόσο, επιχειρείται να γίνει μια αναδιαμόρφωση, καθώς υπάρχει μία πρόταση για να αλλάξει λίγο η διαδικασία αξιολόγησης, ειδικά των νέων εμβολίων. Σύμφωνα με το καινούργιο σχήμα που συζητείται, τα εμβόλια θα περνάνε πρώτα από την Επιτροπή Εμβολιασμού, η οποία θα ορίζει και τον πληθυσμό-στόχο, και αν τελικά πρόκειται το εμβόλιο να ενταχθεί στο πρόγραμμα εμβολιασμού, τότε θα πηγαίνει στην ΕΑΦΑΧ και η ΕΑΦΑΧ θα μπαίνει στη διαδικασία να το αξιολογήσει. Κατόπιν αυτών, στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης θα φτάνει μία εισήγηση που θα αναφέρει τον εμβολιαστικό στόχο, ώστε να ξεκινήσει η διαπραγμάτευση με τις εταιρείες. Όσον αφορά στον προϋπολογισμό, συνέχισε η κ. Γκογκοζώτου, η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης θα έπρεπε να κάνει μία εισήγηση στο Υπουργείο και στη συνέχεια να βγαίνει ο προϋπολογισμός με υπουργική απόφαση. Επιπλέον, τα αποτελέσματα των εμβολιασμών θα πρέπει να αποτυπώνονται, θα πρέπει να δούμε τι επιτυχάνεται με την επένδυση στην πρόληψη σε σχέση με τη μείωση της φαρμακευτικής και νοσηλευτικής δαπάνης ή γενικότερα της δαπάνης υγείας. Δυστυχώς, από την εποχή των μνημονίων, έχουμε παγιδευθεί σε μια λογική «σαλαμοποίησης» της δαπάνης και ο καθένας μιλάει τυπικά για το κομμάτι δαπάνης που του αναλογεί, παρατήρησε ο κ. Σουλιώτης. Δεν σκέφτεται κανείς τη συνολική δαπάνη, ωστόσο η δεξαμενή μας είναι μία, οι φόροι και οι εισφορές μας. Αν λοιπόν εκεί έχουμε μεσοπρόθεσμα, ούτε καν μακροπρόθεσμα, όφελος, αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη. Το μεγάλο ζητούμενο ωστόσο σήμερα είναι να πείσουμε τον κόσμο να εμβολιαστεί, τόνισε ο κ. Σουλιώτης, επισημαίνοντας την ανάγκη για οργανωμένες καμπάνιες σε εθνικό, κεντρικό και τοπικό επίπεδο με τη συμβολή όλων για μια εκτεταμένη επίθεση υπέρ της πρόληψης και του εμβολιασμού. Δηλώνοντας αρχικά την πρόθεση του ΕΟΦ να ενταχθεί και να συνδράμει στη σημαντική πρωτοβουλία του ΕΟΔΥ για τη δημιουργία ενός γραφείου για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και των Fake News, ο κ. Σαπουνάς ανέφερε πως τα φαρμακεία μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού, επισημαίνοντας στη συνέχεια πως κάθε συζήτηση για τον εμβολιασμό πρέπει να συμπεριλαμβάνει πάντα τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και τους Ρομά. Στην προσπάθεια να πείσουμε τον κόσμο για το όφελος και την αναγκαιότητα του εμβολιασμού, δεν περισσεύει κανείς, δήλωσε ευχαριστώντας το panel και ολοκληρώνοντας τις εργασίες της συνεδρίας ο κ. Σουλιώτης. Η χώρα μας διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο με περίπου 60.000 σημεία παροχής ιατρικών υπηρεσιών και 11.000 σημεία παροχής φαρμάκων. Πρέπει να το αξιοποιήσουμε για να κάμψουμε τις αντιστάσεις και να πείσουμε για το προφανές, ότι δηλαδή ο εμβολιασμός είναι στον πυρήνα των δράσεων για τη δημόσια υγεία. Read More
23 Δεκ
Συνεργασία δημόσιου – ιδιωτικού τομέα: η μετεξέλιξη της συγχρηματοδότησης από τις υποδομές στη φροντίδα – Σ.Τ.
Η συζήτηση για τη χρηματοδότηση της υγείας έχει αλλάξει ριζικά. Τα οικονομικά της υγείας ήταν ανέκαθεν και ασφαλώς παραμένουν πάντα στο επίκεντρο, ανέφερε η συντονίστρια της συζήτησης δημοσιογράφος, κ. Ευγενία Τζώρτζη, με τη διαφορά ότι πλέον το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από το ποιος πληρώνει στο πώς κατανέμεται η ευθύνη, πώς συνεργάζονται -αν συνεργάζονται- δημόσιος και ιδιωτικός φορέας και, κυρίως, πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε βιώσιμη, δίκαιη και ποιοτική κάλυψη για όλους.
[gallery columns="6" link="file" ids="12484,12486,12488,12485,12490,12489"] Τα υγειονομικά συστήματα δεν έχουν διαχρονικές αξίες, καθώς το πλαίσιο οργάνωσης των συστημάτων υγείας καθορίζεται από τις εκάστοτε κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές, τεχνολογικές και κυρίως επιδημιολογικές συνθήκες κάθε ιστορικής περίοδου, ανέφερε ο κ. Χρήστος Δερβένης, Διευθυντής του Τμήματος Χειρουργικής Ογκολογίας και Χειρουργικής Ήπατος-Χοληφόρων-Παγκρέατος στο Νοσοκομείο Metropolitan. Οι στρατηγικές συνεργασίες αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο των πολιτικών στην εποχή μας, καθώς τα συστήματα υγείας ανήκουν στα λεγόμενα πολύπλοκα συστήματα, που απαιτούν συνέργειες μεταξύ των διαφόρων υποσυστημάτων, συλλογικές συμπεριφορές, ανατροφοδότηση, συνεχείς αλλαγές και προσαρμογές. Οι συνεργασίες ανάμεσα σε διαφορετικούς φορείς που σχετίζονται με την υγεία, όπως δημόσια νοσοκομεία, ιδιωτικούς παρόχους, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, ΜΚΟ, διεθνείς οργανισμούς και φυσικά τις ίδιες τις κοινότητες, τόνισε ο Καθηγητής, έχουν ως στόχο όχι μόνο την ανταλλαγή απόψεων, αλλά και τη δημιουργία κοινών λύσεων σε προβλήματα που κανένας οργανισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνος του. Το σύγχρονο περιβάλλον υγείας χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, χρόνια νοσήματα, γήρανση του πληθυσμού, ανάγκες πρόληψης, τεχνολογικές απαιτήσεις, που απαιτούν όλα συντονισμό, και αυτές οι συνεργασίες λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ των διαφόρων κλάδων, επιτρέποντας καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, ταχύτερη διάδοση της καινοτομίας, κοινή ανάπτυξη πρωτοκόλλων και κατευθυντήριων οδηγιών και ολιστική αντιμετώπιση των αναγκών των ασθενών. Τα προσδοκώμενα οφέλη είναι προφανή -βελτίωση των υπηρεσιών υγείας, μείωση των ανισοτήτων, επιτάχυνση της καινοτομίας, ενίσχυση της ανθεκτικότητας- ωστόσο οι συνεργασίες αυτές δεν είναι απλές. Χρειάζονται καθοδήγηση και να ενταχθούν στον συνολικό σχεδιασμό ενός προγράμματος για την ουσιαστική μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας. Τα επόμενα χρόνια, παρατήρησε ο κ. Δερβένης, οι συνεργασίες στον χώρο της υγείας θα γίνουν ακόμα πιο σημαντικές. Η ψηφιακή υγεία, η ανάλυση μεγάλων δεδομένων, η τεχνητή νοημοσύνη και η γονιδιωματική ιατρική απαιτούν γνώση από πολλές επιστήμες. Οι στρατηγικές συνεργασίες δεν είναι απλώς ένα μοντέλο συνεργασίας, είναι ένας νέος τρόπος σκέψης, καθώς μας καλούν να δούμε την υγεία ως απομονωμένη υπηρεσία, αλλά και ως αποτέλεσμα μιας συλλογικής προσπάθειας. Τα υβριδικά μοντέλα φροντίδας (hybrid care models) αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς αυτές οι συνεργασίες μπορούν να μεταμορφώσουν τα συστήματα υγείας. Πρόκειται για μοντέλα φροντίδας που συνδυάζουν τη διά ζώσης κλινική παρακολούθηση, την τηλεϊατρική, τον απομακρυσμένο έλεγχο των ασθενών και των υγιών πολιτών και απαιτούν ψηφιακές πλατφόρμες επικοινωνίας και υπηρεσίες φροντίδας στην κοινότητα. Ο συνδυασμός των στρατηγικών συνεργασιών και των υβριδικών μοντέλων δεν είναι μόνο τεχνολογικός, είναι οργανωτικός και συστημικός και μπορεί να υπάρχει μόνο όταν υπάρχουν ισχυρές συνεργασίες. Τα οφέλη αυτής της σύζευξης είναι η βελτίωση της πρόσβασης, η εξατομίκευση της φροντίδας, η μείωση του κόστους και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας, υπάρχουν ωστόσο και προκλήσεις, που αφορούν τη διαλειτουργικότητα, την κυβερνοασφάλεια, την ισότητα στην ψηφιακή πρόσβαση, αλλά και την ανάγκη για μια κουλτούρα συνεργασίας. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό και βρίσκεται στον πυρήνα κάθε συστήματος είναι η βιωσιμότητα της κάλυψης, ζήτημα στο οποίο η χώρα μας σήμερα αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα. Ένα σύστημα υγείας πρέπει να παρέχει σταθερή καθολική κάλυψη, να διατηρεί οικονομικά ανεκτούς μηχανισμούς χρηματοδότησης και να προσαρμόζεται στις εξελισσόμενες ανάγκες του πληθυσμού, ώστε να διασφαλίζει ότι οι πολίτες θα συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, χωρίς οικονομικά εμπόδια, σήμερα, αλλά και στο μέλλον. Οι βασικές προκλήσεις που αντιμετετωπίζουν σήμερα τα συστήματα υγείας είναι τέσσερις: η δημογραφική γήρανση, η αύξηση του κόστους της τεχνολογίας υγείας και των θεραπείων, οι ανισότητες της πρόσβασης και η αναποτελεσματικότητα και ο κατακερματισμός του συστήματος, επισήμανε ο ομιλητής. Για να έχουμε ένα σύστημα το οποίο θα κοιτάει στο μέλλον, δεν πρέπει να στηριχθούμε μόνο στη μείωση του κόστους -που σαφώς αποτελεί ένα πρόβλημα ειδικά στη χώρα μας- αλλά κυρίως στη διαφορετική κατανομή του κόστους, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του ο Καθηγητής. Χρειαζόμαστε συστήματα υγείας που να βασίζονται στην πρόληψη και όχι μόνο στη θεραπεία, στην ενσωμάτωση ψηφιακών λύσεων που εξοικονομούν πόρους, σε οργανωμένες τεκμηριωμένες πολιτικές που να προκύπτουν από δεδομένα. Και αυτή είναι μια δέσμευση που πρέπει να οικοδομήσουμε σήμερα με αποφασιστικότητα και στρατηγική. Παλαιότερα, η αναφορά και μόνο σε μια συνεργασία δημόσιου-ιδιωτικού τομέα στον χώρο της υγείας προκαλούσε πολλές αντιδράσεις, καθώς χαρακτηριζόταν αυτομάτως ως απόπειρα ιδιωτικοποίησης του συστήματος υγείας, παρατήρησε ο κ. Βασίλης Κοντοζαμάνης, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας & Μέλος Δ.Σ. της Delsona Therapeutics. Πλέον είναι όλοι -ή σχεδόν όλοι- υπέρ αυτών των συμπράξεων και συνεργασίων, καθώς έχει γίνει αντιληπτό πως πρόκειται για χρηματοδοτικά μοντέλα και δεν έχουν καμία σχέση με τον χαρακτήρα του συστήματος υγείας. Με το πέρασμα του χρόνου, σιγά-σιγά όλοι αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα που επιβάλλει τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σε ένα σχήμα όπου ο δημόσιος τομέας είναι ο ρυθμιστής και ο εγγυητής μιας τέτοιας συνεργασίας και ο ιδιωτικός τομέας έρχεται να δώσει την καινοτομία και την αποτελεσματικότητα. Οι συνθήκες σήμερα, οι ανάγκες, η γήρανση του πληθυσμού, οι περιορισμένοι πόροι και οι ανισότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν στο σύστημα υγείας οδηγούν τη χώρα μας προς τέτοιες συνεργασίες. Η αύξηση των δαπανών υγείας καταδεικνύει ουσιαστικά τον δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος υγείας -που κανείς δεν αμφισβητεί- το ζήτημα όμως είναι πως σήμερα ουσιαστικά δεν είναι αποδοτική η χρήση των πόρων. Τα συνεργατικά μοντέλα θα μπορέσουν να δώσουν λύση σε αυτά τα προβλήματα, ανέφερε ο κ. Κοντοζαμάνης, φέρνοντας ως παράδειγμα τις ψηφιακές υπηρεσίες υγείας, η χρήση των οποίων καθιστά εφικτή την παρακολούθηση ασθενών σε απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Τέτοια μοντέλα λειτουργούν στο εξωτερικό με εντυπωσιακά αποτελέσματα, εξήγησε ο ομιλητής, επομένως, η χώρα μας δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον τροχό, αρκεί να προσαρμόσει τις καλές πρακτικές άλλων χωρών στο σύστημά της. Στο εξωτερικό υπάρχουν σήμερα ακόμη και υβριδικά μοντέλα κλινικών μελέτων και απομακρυσμένα μοντέλα, όπου κάποιος ασθενής μπορεί να λαμβάνει μέρος σε μια κλινική μελέτη ενώ βρίσκεται σε άλλη χώρα ή τοποθεσία. Σήμερα, ζούμε στην εποχή των δεδομένων, συνέχισε ο κ. Κοντοζαμάνης, στην Ελλάδα λείπει ωστόσο η ανάλυση των δεδομένων, ώστε να δούμε τι χρειαζόμαστε σε κάθε περιοχή και πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες υγείας. Η προγνωστική μοντελοποίηση αποτελεί μια ιδιαίτερα χρήσιμη μέθοδο προκειμένου να διαπιστώσουμε τις ανάγκες του πληθυσμού. Δεν μπορεί να λέμε γενικά ότι αυξάνεται η φαρμακευτική δαπάνη, ανέφερε ως παράδειγμα, πρέπει να δούμε πού και γιατί αυξάνεται σε επίπεδο θεραπευτικής κατηγορίας και να δώσουμε λύσεις. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, η εξατομικευμένη ιατρική, η ιατρική ακριβείας, η γονιδιωματική ιατρική μάς παρέχουν τη δυνατότητα να χαράσσουμε πολιτικές υγείας με αποτελεσματική κατανομή των διαθέσιμων πόρων. Στην πρωτοβάθμια φροντίδας υγείας, υπάρχουν σήμερα μοντέλα σύμπραξης με τον ιδιωτικό τομέα στο κομμάτι της διαχείρισης ασθενών, όπου η αποζημίωση γίνεται με βάση το αποτέλεσμα, δηλαδή αν πάει καλύτερα ο ασθενής, παρατήρησε ο ομιλητής. Οι συνεργασίες δημοσίου και ιδιωτικού τομέα είναι απαραίτητες στην εποχή μας, συνέχισε, φέρνοντας ως παράδειγμα την ανάγκη συνεργασίας του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα στον χώρο της αποκατάστασης, τον οποίο στην Ελλάδα ουσιαστικά μονοπωλεί ο ιδιωτικός κυρίως τομέας. Προφανώς, επισήμανε ο κ. Κοντοζαμάνης, τέτοιες συνεργασίες υπάρχουν ήδη, καθώς ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. έχει συμβάσεις με ιδιώτες παρόχους, με κλινικές, με διαγνωστικά κέντρα προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες υγείας. Το σύστημα, μέσω αυτών των συνεργασιών βελτιώνει την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που παρέχει, χωρίς αυτό να το καθιστά ιδιωτικοποιημένο. Όλα τα χρόνια, η γενική αντίληψη που κυριαρχούσε για τις συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα στον χώρο της υγείας ήταν πως αφορούσε την ανάθεση σε έναν ιδιώτη να φτιάξει ένα κτίριο, ένα νοσοκομείο ή ένα κέντρο υγείας, τόνισε ο ομιλητής, η συνεργασία ωστόσο δεν αφορά μόνο τις υποδομές, αλλά και την παρεχόμενη φροντίδα. Τέτοιες υπηρεσίες χρειαζόμαστε, κατέληξε, φέρνοντας ως παράδειγμα την ανάπτυξη κέντρων διαχείρισης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων ανά την Ελλάδα προκειμένου να γίνεται καλύτερη διαχείριση των ασθενών, που πλέον έχει αρχίσει να υλοποιείται σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, με ρυθμιστή το Υπουργείο Υγείας. Η υγεία είναι ένας τομέας όπου πρέπει να υπάρχει κάποια διακομματική σύγκλιση, αλλιώς ο ιδιωτικός τομέας θα είναι έρμαιο των πολιτικών αλλαγών, ξεκίνησε την τοποθέτησή του ο κ. Γιάννης Καντώρος, Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Interamerican. Κανείς, ωστόσο, δεν θα διαθέσει χρήματα αν φοβάται πως μετά από κάποια χρόνια μπορεί το καράβι να αλλάξει πορεία και μια επένδυση πολλών εκατομμυρίων να πάει χαμένη, υπογράμμισε. Επομένως, οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να συμφωνήσουν σε ένα μοντέλο κοινώς αποδεκτό γιατί το ζήτημα είναι υπαρκτό και προφανώς, ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις, όλοι πιστεύουν ότι κάθε Έλληνας πρέπει να έχει πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Το ζητούμενο είναι με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό, παρατήρησε. Εφόσον συμφωνηθεί αυτός ο τρόπος, είναι βέβαιο πως ο ιδιωτικός τομέας θα συμμετέχει με πολύ μεγαλύτερο ζήλο και κινητοποιώντας πολλούς περισσότερους πόρους συγκριτικά με το παρελθόν, που υπήρχαν επιφυλάξεις λόγω της αβεβαιότητας που επικρατούσε. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι υπάρχει το ΕΣΥ, που είναι ο κορμός, και μια ιδιωτική αγορά ασφαλιστικών προγραμμάτων υγείας και αυτοί οι δύο κόσμοι πηγαίνουν παράλληλα, χωρίς να τέμνονται, με αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι να πληρώνουν διπλά για την ίδια κάλυψη. Αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να λυθεί κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τον ριζικό ανασχεδιασμό του συστήματος. Δεν είναι λογικό στην εποχή μας να έχουμε δύο παράλληλα συστήματα και καμία λογική μελέτη για το πώς αυτά θα μπορούσαν να συγκλίνουν, έτσι ώστε να μπορούν να εξοικονομηθούν πόροι και από τους δύο χώρους για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των Ελλήνων σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Πρέπει να γίνει, λοιπόν, ένας ριζικός ανασχεδιασμός, ώστε τα δύο αυτά συστήματα να έχουν κοινή γλώσσα και κοινούς θεσμούς, να έχουμε δηλαδή ένα ενιαίο σύστημα. Από εκεί και πέρα, οι αλλαγές είναι πολλές, καθώς ένα μεγάλο μέρος της φροντίδας φεύγει πλέον από τα νοσοκομεία και μεταφέρεται μέσα από την τεχνολογία στα σπίτια. Υπάρχουν πρόσφατα παραδείγματα που δείχνουν πως αυτός ο συνδυασμός τεχνολογίας και πολύ χαμηλότερου κόστους παρέχει τη δυνατότητα διαχείρισης των σημαντικότερων νοσημάτων με μείωση του κόστους κατά περίπου 30-40% και, σε συνδυασμό προφανώς με παρεμβάσεις αλλαγής της συμπεριφοράς των ασθενών, οδηγεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η αλλαγή της συμπεριφοράς προφανώς ξεκινάει στο σπίτι και σήμερα διαθέτουμε μηχανισμούς και τεχνογνωσία στο πώς σιγά-σιγά μπορούμε να οδηγήσουμε μεγάλες ομάδες πληθυσμού σε καλύτερες υγιέστερες συνθήκες. Ασφαλώς, όλα αυτά χρειάζονται δεδομένα, υπογράμμισε ο κ. Καντώρος. Στην Ελλάδα ωστόσο, παρατήρησε, υπάρχουν τρομεροί φραγμοί στην πρόσβαση στα δεδομένα, με αποτέλεσμα αν κάποιος άνθρωπος θέλει να δώσει πρόσβαση στον φάκελο υγείας του σε μια ιδιωτική ασφαλιστική να μην μπορεί να το κάνει και να αναγκάζεται να υποβάλλεται σε περιττές εξετάσεις για κάτι το οποίο είναι ήδη καταχωρημένο ψηφιακά στον φάκελο υγείας του. Η χώρα μας είναι ίσως η μόνη στην Ευρώπη όπου αρκετοί πολίτες, όχι όλοι αλλά ένας σημαντικός αριθμός αυτών, πληρώνουν σήμερα δύο ξεχωριστά συστήματα υγείας, συμφώνησε ο κ. Θανάσης Λοπατατζίδης, Εμπορικός Διευθυντής Ευρώπης στον Όμιλο Affidea. Αυτό αποτελεί μία πολύ μεγάλη στρέβλωση και ο συνδυασμός της με το γεγονός ότι ο Έλληνας πολίτης πληρώνει, από την τσέπη του, υπερδιπλάσια τιμή για τις υπηρεσίες υγείας, σε σχέση με κάθε άλλο Ευρωπαίο πολίτη, δημιουργεί ένα πολύ εκρηκτικό μείγμα. Ταυτόχρονα, με το δεδομένο ότι η τεχνολογία τρέχει με απίστευτα γρήγορους ρυθμούς, είναι δομικά δεδομένο ότι το σύστημα χρειάζεται ένα πλήρη ανασχεδιασμό, όχι για να πάει μπροστά, αλλά για να μείνει στην κατάσταση που είναι σήμερα. Γιατί τα πράγματα θα πάνε χειρότερα, αν δεν μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε την τεχνολογία, καθώς το κόστος των υπηρεσιών υγείας αυξάνει παγκοσμίως. Σήμερα, υπάρχουν εξαιρετικά αποτελεσματικές θεραπείες, κυρίως ογκολογικές, που καθιστούν τον καρκίνο χρόνιο νόσημα, αλλά το κόστος τους είναι τεράστιο. Για να μπορέσει η κοινωνία να ανταποκριθεί σε αυτή την τεράστια πρόκληση, πρέπει όλοι οι εταίροι του συστήματος να συνεργαστούν ώστε να λύσουν τις πολλές και διαφορετικές στρεβλώσεις που έχει το σύστημα αυτό. Μία τεράστια στρέβλωση στην Ελλάδα είναι ότι οι ιατροί δεν έχουν πραγματικά κανένα οικονομικό κίνητρο να ασχοληθούν με την πρωτοβάθμια φροντίδα. Οι ιατροί στην Ελλάδα, σε ένα αμιγώς ιατροκεντρικό σύστημα, έχουν κίνητρο να κάνουν χειρουργεία. Γι’ αυτό και γίνονται υπερδιπλάσια χειρουργεία σε σχέση με το επιδημιολογικό προφίλ των ασθενών στην Ελλάδα, συγκριτικά με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Από την άλλη, ενώ πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν έλλειψη ιατρικού δυναμικού, στην Ελλάδα υπάρχει πληθώρα ιατρικού δυναμικού. Δυστυχώς, ωστόσο, σύμφωνα με το ελληνικό μοντέλο, όλοι τα κάνουν όλα, όλοι τα ξέρουν όλα και όλοι είναι καλύτεροι από τον διπλανό τους. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι αυτή η εποχή έχει παρέλθει για την ελληνική κοινωνία, τόνισε ο ομιλητής. Ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες, πρέπει να έρθει και μέσα από την αλλαγή της κουλτούρας. Η δημιουργία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της συνεργασίας δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα σήμερα, αποτελεί σαφώς μία κατάκτηση, είναι ωστόσο πλέον ένα απαρχαιωμένο σύστημα, ένα σύστημα που ανταποκρινόταν στις ανάγκες του πληθυσμού προ δεκαπενταετίας, αλλά όχι και στις σημερινές. Τα συστήματα οφείλουν να προσαρμόζονται στις συνθήκες της εκάστοτε εποχής και τις ανάγκες των χρηστών τους, δήλωσε ο κ. Λοπαταρζίδης, φέρνοντας ως παράδειγμα την Αγγλία, όπου το NHS παρουσίασε πρόσφατα το δεκαετές πρόγραμμά του βασισμένο σε τρεις αρχές: ψηφιοποίηση (digitalization), τεχνολογία, πρόληψη και ιατρική στην κοινωνία έξω από τα νοσοκομεία. Επιπλέον, συμπλήρωσε, το βρετανικό σύστημα υγείας ανακοίνωσε πρόσφατα ότι δίνει στις εταιρείες τεχνολογίας πρόσβαση στα δεδομένα του συστήματος υγείας με αντίτιμο μία λίρα, καθώς θεωρεί πως με αυτόν τον τρόπο θα έρθουν οι εταιρείες τεχνολογίας στην Αγγλία, θα επενδύσουν στην υγεία, θα φέρουν θέσεις εργασίας και θα βελτιώσουν τη ζωή των ασθενών. Συζήτηση Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ήταν πραγματικά μια μεγάλη κατάκτηση, σχολίασε ο κ. Δερβένης, ωστόσο στην ουσία ποτέ δεν λειτούργησε -ακόμη και με τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην πορεία- ως ένας παράγοντας ο οποίος θα διασφαλίζει υγιείς συνθήκες αγοράς. Ενδεχομένως βέβαια, ούτε οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι ακόμη έτοιμες στην Ελλάδα να παίξουν αυτό το παιχνίδι μιας ανοιχτής αγοράς, με όλα τα πλεονεκτήματα που έχει, αλλά προλαμβάνοντας όλα τα μειονεκτήματα. Αναφερόμενος στην επαγγελματική του εμπειρία στον δημόσιο, τον ακαδημαϊκό και τον ιδιωτικό τομέα, ο κ. Δερβένης τόνισε πως κανένας από τους τρεις αυτούς τομείς δεν δουλεύει με πραγματικά ανταγωνιστικούς όρους και με καθαρούς όρους. Εφόσον κανένα τμήμα της αγοράς των υπηρεσιών υγείας δεν λειτουργεί σωστά, εξήγησε, αυτό που προέχει είναι να εξυγιανθούν τα δύο συστήματα. Και εν τέλει, πρόσθεσε, σε ένα σύστημα όπου 38% με 40% των δαπανών είναι ιδιωτικές, δεν μπορούμε να αποκαλούμε ιδιωτικοποίηση την προσπάθεια να ρυθμίσουμε το ιδιωτικό κομμάτι του συστήματος. Στην ερώτηση της συντονίστριας της συζήτησης από ποιον τομέα θα μπορούσε να ξεκινήσει η εφαρμογή τέτοιων μοντέλων, ο κ. Κοντοζαμάνης απάντησε πως θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν στο σύνολο του συστήματος υγείας. Σαφώς, μπορούν να γίνουν πάρα πολλά πράγματα στη νοσοκομειακή φροντίδα, αλλά και στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, ανέφερε. Το κλειδί, τόνισε ο κ. Κοντοζαμάνης, είναι ο ανταγωνισμός. Εάν λειτουργούσε η αγορά με όρους ανταγωνισμού, ο δημόσιος τομέας θα μπορούσε να κλείσει τον ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν συνθήκες ανταγωνισμού, συνέχισε, θα πρέπει ωστόσο να έχουμε υπόψη πως τα ιδιωτικά νοσοκομεία λειτουργούν με διαφορετικό προεδρικό διάταγμα απ’ ό,τι τα δημόσια νοσοκομεία, δηλαδή με άλλους όρους και προϋποθέσεις. Υπάρχουν αρκετά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, επισήμανε, ώστε να συντηρήσουμε τον ανταγωνισμό, με την καλή έννοιά του, και να μπορέσουμε να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες υγείας. Ο κ. Δερβένης σχολίασε πως ο όρος «εξωνοσοκομειακή φροντίδα» ίσως είναι πιο δόκιμος από τον όρο «πρωτοβάθμια», καθώς μεγάλο ποσοστό των ιατρικών πράξεων, είτε στο πεδίο της πρόληψης, αλλά ακόμα και στο πεδίο της θεραπείας, γίνονται εκτός νοσοκομείου. Πολλές υπηρεσίες μεταφέρονται πλέον έξω από τα νοσοκομεία και αυτό συνιστά έναν επιπλέον λόγο για να στραφούμε σε αυτό το πεδίο, παρατήρησε. Read More
23 Δεκ
Η Μικροβιακή Αντοχή στην Ελλάδα: πολιτικές και κίνητρα για αλλαγή πορείας – Σ.Τ.
«Υπαρξιακή απειλή για τα συστήματα υγείας» και «αργό σεισμό» χαρακτήρισε τη μικροβιακή αντοχή (ΜΑ) η συντάκτρια υγείας κ. Βασιλική Αγγουρίδη, η οποία συντόνισε στρογγυλή τράπεζα πάνω σε αυτό το θέμα κατά την πρώτη ημέρα του συνεδρίου. Η συνεδρία εστίασε στη διαμόρφωση των απαραίτητων οικονομικών και θεσμικών κινήτρων για τη διαχείριση της ΜΑ, καθώς και στις αναγκαίες κατευθύνσεις μιας Εθνικής Στρατηγικής για τη ΜΑ στο πλαίσιο της προσέγγισης της «Ενιαίας Υγείας» (One Health).
[gallery link="file" columns="6" ids="12478,12477,12476,12475,12474,12479"] Τον λόγο έλαβε πρώτη η κ. Ελισάβετ Σταυροπούλου, παθολόγος-λοιμωξιολόγος, Ε.Ο.Δ.Υ., η οποία έθεσε την παγκόσμια διάσταση αυτής της απειλής, επισημαίνοντας αρχικά ότι ο αριθμός των θανάτων που σχετίζονται με τη ΜΑ θα μπορούσε να διπλασιαστεί έως το 2050 εάν αδρανήσουμε, φθάνοντας τα 10 εκ. θανάτους ετησίως, με κόστος 100 τρισ. δολάρια. Πρόσθεσε ότι η Ελλάδα είναι παραδοσιακά ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη κατανάλωση αντιβιοτικών και ότι ο επιπολασμός των λοιμώξεων που σχετίζονται με τη φροντίδα υγείας (ΛΣΦΥ) είναι διπλάσιος στη χώρα μας από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Έτσι, συνέχισε η κ. Σταυροπούλου, η Ε.Ε. έχει θέσει αυστηρούς στόχους για τη μείωση της συνολικής κατανάλωσης αντιβιοτικών και την αύξηση της κατανάλωσης αντιβιοτικών στενού φάσματος, ενώ προωθεί επίσης την «Ενιαία Υγεία», μια ολιστική προσέγγιση που βασίζεται στην αναγνώριση ότι η υγεία των ανθρώπων, των ζώων, των οικοσυστημάτων και του περιβάλλοντος είναι αλληλένδετη. Στη χώρα μας, ο Ε.Ο.Δ.Υ. βρίσκεται σε διαδικασία τελειοποίησης του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Αντιμετώπιση της ΜΑ στο πλαίσιο της «Ενιαίας Υγείας», σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία (Υπουργείο Υγείας, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας). Το νέο σχέδιο (2026-2030) είναι πλέον επιχειρησιακό -περιλαμβάνει κοστολόγηση, χρονοδιάγραμμα και αξιολόγηση- και κινείται γύρω από επτά άξονες: α) επιτήρηση, β) πρόληψη και έλεγχος των λοιμώξεων, γ) ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών, δ) ενημέρωση, εκπαίδευση, ευαισθητοποίηση, ε) έρευνα, ανάπτυξη και προσβασιμότητα, στ) συνεργασίες και ζ) εξασφάλιση της εφαρμογής του Εθνικού Σχεδίου Δράσης. Επιπλέον, ο Ε.Ο.Δ.Υ. συμμετέχει και σε πολλές άλλες δράσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, στις οποίες περιλαμβάνεται η ανάπτυξη σύγχρονου ψηφιακού Μηχανισμού Επιδημιολογικής Επιτήρησης. Τέλος, ο Ε.Ο.Δ.Υ. έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα EU4HEALTH προκειμένου να δημιουργήσει ένα Δίκτυο Συνεργατικής Επιτήρησης, το οποίο έχει ως στόχο να ενισχύσει την ανταλλαγή δεδομένων και τη διαλειτουργικότητα μεταξύ διαφόρων φορέων και να δημιουργήσει ένα «κοινό αποθετήριο δεδομένων» για τον άνθρωπο, τα ζώα και το περιβάλλον. Τέλος, η κ. Σταυροπούλου επισήμανε ότι για να υλοποιηθούν όλα αυτά απαιτούνται νομοθετικές παρεμβάσεις, βιώσιμη χρηματοδότηση, κίνητρα και λογοδοσία των νοσοκομείων, συνεχιζόμενη εκπαίδευση του προσωπικού, εκστρατείες ενημέρωσης και, κυρίως, συνεργασία. Στη συνέχεια, ο κ. Θεοκλής Ζαούτης, Καθηγητής Ιατρικής, μιλώντας και με βάση την εμπειρία του ως πρώην πρόεδρος του Ε.Ο.Δ.Υ., τόνισε τον καίριο ρόλο που παίζει η αξιολόγηση της κλινικής πρακτικής στην προσπάθεια μείωσης των λοιμώξεων και ιδίως των ενδονοσοκομειακών. «Όσα λέμε τώρα τα έχουμε ξαναπεί και παρόλα αυτά η μικροβιακή αντοχή συνεχίζει να αυξάνεται», επισήμανε ο κ. Ζαούτης. Αυτό συμβαίνει γιατί «κάνουμε συνέχεια τα ίδια και περιμένουμε διαφορετικό αποτέλεσμα», πρόσθεσε και συνέχισε λέγοντας ότι η Πολιτεία θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Δεν αρκεί να ορίζουν οι επιστήμονες κατευθυντήριες οδηγίες και να εκπαιδεύουν το προσωπικό, θα πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα που να διασφαλίζει την εφαρμογή των οδηγιών. Ως λύση πρότεινε την εφαρμογή ενός συστήματος αξιολόγησης που θα περιλαμβάνει επιβραβεύσεις και κυρώσεις, ανάλογα με το αποτέλεσμα. Να καταγράφεται, συγκεκριμένα, πόσες νοσοκομειακές λοιμώξεις έχει το κάθε τμήμα στο κάθε νοσοκομείο και τα δεδομένα να είναι ανοιχτά, έτσι ώστε η κατάσταση να είναι γνωστή σε όλους και να είναι δυνατός ο σχεδιασμός παρεμβάσεων. Το ίδιο μπορεί να εφαρμοστεί και για τη χρήση αντιβιοτικών: να υπάρχει ανοιχτή πρόσβαση στα δεδομένα για το ποιος γιατρός γράφει τι, για ποιο νόσημα και σε ποιον και να υπάρχουν κυρώσεις ή επιβραβεύσεις κατόπιν αξιολόγησης. Όπως ανέφερε ο κ. Ζαούτης, έχει αποδειχθεί παγκοσμίως ότι τα συστήματα υγείας που μείωσαν τις λοιμώξεις και τη συνταγογράφηση αντιβιοτικών είναι αυτά που έδωσαν κίνητρα, θετικά ή αρνητικά, για την εφαρμογή της σωστής πρακτικής. Διαφορετικά, κατέληξε ο κ. Ζαούτης, ό,τι και να κάνει ο Ε.Ο.Δ.Υ. δεν θα πετύχει. Ο κ. Στέλιος Κυμπουρόπουλος, ψυχίατρος και πρώην ευρωβουλευτής, τόνισε και αυτός με τη σειρά του την επικινδυνότητα και την επιβάρυνση που δημιουργείται για τα εθνικά συστήματα υγείας από την αυξανόμενη μικροβιακή αντοχή και στη συνέχεια αναφέρθηκε σε μια σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία της Ε.Ε. που αναμένεται μέσα στο 2026 και η οποία θα παρέχει στις φαρμακευτικές εταιρείες κίνητρα για να επενδύσουν στην ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών. Τα αντιβιοτικά είναι μια κατηγορία φαρμάκων που δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστική για επενδύσεις, λόγω της γρήγορης ανάπτυξης μικροβιακής αντοχής και, επομένως, του περιορισμένου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η επένδυση αυτή αποδίδει, εξήγησε ο κ. Κυμπουρόπουλος. Ο ομιλητής πρόσθεσε ότι στη διάρκεια των συζητήσεων και διαπραγματεύσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την «Ενιαία Υγεία», υπήρξε έντονη διαμάχη ανάμεσα στις αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με τη διακοπή ή τον περιορισμό της χρήσης αντιβιοτικών στα ζώα. Το γεγονός ότι η «Ενιαία Υγεία» υπερψηφίστηκε τελικά με ελάχιστη διαφορά ψήφων, δήλωσε ο κ. Κυμπουρόπουλος, δείχνει ότι η επιστημονική κοινότητα ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν έχει καταλήξει σχετικά με τον σωστό τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος. «Συνεργασία, είναι η μόνη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε σε αυτό το μεγάλης σημασίας ζήτημα», δήλωσε εμφατικά ο κ. Κυμπουρόπουλος και υπογράμμισε ξανά τη σημασία των εθνικών νομοθετικών πρωτοβουλιών, αλλά και της διαρκούς ενημέρωσης των γιατρών που συνταγογραφούν και της επαφής μαζί τους. Τέλος, η κ. Τζένη Παπαδονικολάκη, Public Affairs & Policy Director, Σ.Φ.Ε.Ε., χαρακτήρισε τη ΜΑ μια «σύγχρονη πανδημία που υπονομεύει τη σύγχρονη ιατρική» και δήλωσε ότι η συζήτηση αυτή έχει δύο επίπεδα: α) την κακή και αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών και β) την απουσία πραγματικών κινήτρων για επενδύσεις σε R&D για την ανάπτυξη αντιβιοτικών νέας γενιάς, δεδομένης της χαμηλής απόδοσης αυτού του τύπου επένδυσης. Για να αντιμετωπίσει το δεύτερο ζήτημα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημιούργησε το λεγόμενο «μεταβιβάσιμο κουπόνι αποκλειστικότητας» (Transferable Exclusivity Voucher, TEV), το οποίο παρέχει ένα έτος αποκλειστικότητας σε μια φαρμακευτική εταιρεία που έχει αποδείξει ότι το αντιβιοτικό της είναι νέας γενιάς και άρα αποτελεσματικό. Αυτό το κουπόνι, η εταιρεία μπορεί είτε να το χρησιμοποιήσει σε κάποιο άλλο προϊόν στο δικό της portfolio είτε να το πουλήσει σε μια άλλη εταιρεία – τα κουπόνια δεν θα είναι περισσότερα από 10 συνολικά. Στην Ελλάδα, το κόστος ενός τέτοιου κουπονιού θα ήταν περίπου 7 εκ. ευρώ, ενώ το ετήσιο κόστος της ΜΑ είναι 42 εκ. ευρώ – επομένως, σε έναν ορίζοντα ετών ή δεκαετιών, πρόκειται για μια πολύ αποδοτική επένδυση, υπό τη μορφή κινήτρου, από άποψη οικονομική, κοινωνική και υγειονομική. Η κ. Παπαδονικολάκη πρόσθεσε πως θα πρέπει επίσης να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο που θα βοηθά τη γρήγορη ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών κινήτρων και της καινοτομίας στο εθνικό σύστημα υγείας, έτσι ώστε η καινοτομία να φθάνει γρήγορα στον ασθενή στην Ελλάδα. Αναφέρθηκε επίσης στην πρωτοβουλία AMR Action Fund, μια συνεργασία που δημιουργήθηκε από 20 μεγάλες βιοφαρμακευτικές εταιρείες το 2020, με στόχο να μπορέσουν μέσα στα επόμενα 5 χρόνια να φέρουν στα συστήματα υγείας και στους ασθενείς 2 έως 4 αντιβιοτικά νέας γενιάς. Τέλος, επισήμανε ότι ο εμβολιασμός είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό εργαλείο στη μάχη κατά της ΜΑ, καθώς τα υπάρχοντα εμβόλια θα μπορούσαν να αποτρέψουν έως και 106.000 θανάτους από ΜΑ. Συζήτηση Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, η κ. Αγγουρίδη ρώτησε κατά πόσο το Εθνικό Σχέδιο Δράσης περιλαμβάνει τρόπους αντιμετώπισης των προκλήσεων που ανέφερε η κ. Σταυροπούλου στο τέλος της ομιλίας της. Η κ. Σταυροπούλου απάντησε πως οι προκλήσεις αυτές έχουν συνυπολογιστεί στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης, αλλά διευκρίνισε πως η Διεύθυνση Αντιμετώπισης της ΜΑ του Ε.Ο.Δ.Υ. είναι αρμόδια μόνο για να μελετήσει το θέμα και να καταθέσει ένα σχέδιο δράσης. Η εφαρμογή του σχεδίου στη συνέχεια εναπόκειται στη Διυπουργική Επιτροπή Ενιαίας Υγείας και στα συναρμόδια υπουργεία, τα οποία βέβαια θα πρέπει να βρίσκονται σε επαφή με τους επιστήμονες, έτσι ώστε τα αποτελέσματα της εφαρμογής να αξιολογούνται κάθε χρόνο και να γίνονται οι απαιτούμενες αλλαγές. Σε ερώτηση σχετικά με τα κίνητρα για την ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών, ο κ. Ζαούτης επισήμανε πως, παρόλο που η δημιουργία νέων αντιβιοτικών είναι εξαιρετικά σημαντική, αν δεν επιτευχθεί έλεγχος στην κατανάλωση των ήδη υπαρχόντων αντιβιοτικών, τα νέα προϊόντα πολύ σύντομα θα καταστούν επίσης αναποτελεσματικά. Η κ. Παπαδονικολάκη συμφώνησε μαζί του και υπογράμμισε την πολυπλοκότητα του ζητήματος, καθώς θα πρέπει, συγχρόνως, από τη μία να καταφέρουμε να έρχεται γρήγορα σε εθνικό επίπεδο η καινοτομία που παράγεται από τα κίνητρα και από την άλλη να εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα ελέγχου για τα υφιστάμενα φάρμακα, γιατί η κατάσταση της αντοχής αλλάζει γρήγορα. Στο σημείο αυτό, ο κ. Κυμπουρόπουλος ανέφερε ότι η υποχρεωτική συνταγογράφηση των αντιβιοτικών, αν και δεν έλυσε εντελώς το πρόβλημα, αποτέλεσε ένα πρώτο βήμα ελέγχου και επισήμανε τον σημαντικό ρόλο της Η.ΔΙ.Κ.Α. στην παραγωγή δεδομένων συνταγογράφησης και στον έλεγχο της κατάστασης. Επίσης, υπογράμμισε για μία ακόμη φορά την αξία της διαρκούς ενημέρωσης του κοινού και της ιατρικής κοινότητας, ξεκινώντας ήδη από τις ιατρικές σχολές, για τη σημασία της σωστής χρήσης των αντιβιοτικών. Πρόγραμμα GRIPP Στη συνέχεια, ο κ. Ζαούτης κλήθηκε να μιλήσει για το πρόγραμμα GRIPP (Greek Infection Prevention Program – Ελληνικό Πρόγραμμα Πρόληψης Λοιμώξεων), το οποίο εφαρμόστηκε πιλοτικά για πέντε χρόνια σε 10 μεγάλα ελληνικά νοσοκομεία για τον έλεγχο των νοσοκομειακών λοιμώξεων και της μικροβιακής αντοχής. Tο πρόγραμμα αυτό πέτυχε μείωση της συχνότερης νοσοκομειακής λοίμωξης κατά 40%, ξεπερνώντας οποιονδήποτε στόχο του Εθνικού Σχεδίου Δράσης και μάλιστα, στις γνωστές συνθήκες λειτουργίας των νοσοκομείων του ΕΣΥ. Όπως δήλωσε ο κ. Ζαούτης, το πρόγραμμα αυτό είναι έτοιμο, έχει δοκιμαστεί και μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα σε όλα τα νοσοκομεία της Ελλάδας. Ο κ. Κυμπουρόπουλος υπερθεμάτισε, λέγοντας ότι, πριν ακόμα και από τα αντιβιοτικά, υπάρχουν πιο απλά μέτρα πρόληψης που μπορούμε να λάβουμε, όπως για παράδειγμα το πλύσιμο των χεριών –κάτι που ήταν και ένα από τα κύρια πορίσματα του GRIPP–, ενώ η κ. Αγγουρίδη επισήμανε ότι η υποστελέχωση των νοσοκομείων σε νοσηλευτικό προσωπικό μοιραία ίσως οδηγεί και σε λάθη. Δυσκολίες στην εφαρμογή της «Ενιαίας Υγείας» Απαντώντας σε ερώτηση της συντονίστριας σχετικά με τους τομείς της «Ενιαίας Υγείας» που δημιουργούν τις μεγαλύτερες δυσκολίες στην Ελλάδα, η κ. Σταυροπούλου απάντησε ότι πέρα από την υψηλή χρήση αντιβιοτικών στην κτηνοτροφία, πρόβλημα αποτελεί και η χρήση αντιμυκητιασικών και αντιβιοτικών στη γεωργία, αλλά και η ασφαλέστερη διαχείριση των αποβλήτων και των λυμάτων. Πρόσθεσε ότι, επειδή η προσέγγιση αυτή είναι καινούργια, ακόμη και οι επαγγελματίες υγείας δεν είναι εξοικειωμένοι μαζί της˙ οι κτηνίατροι είναι ίσως περισσότερο γνώστες, αλλά οι γεωπόνοι δεν είναι ενημερωμένοι. Οπότε, απαιτείται περισσότερη εκπαίδευση γύρω από τις αρχές της «Ενιαίας Υγείας», έτσι ώστε αυτοί που καλούνται να την εφαρμόσουν να κατανοούν γιατί απαιτείται η εμπλοκή τους. Έλλειψη νοσηλευτών λοιμώξεων Τέλος, σε ερώτηση της συντονίστριας σχετικά με το ποιο είναι το μεγαλύτερο «τυφλό σημείο» στις πολιτικές που σχετίζονται με τη μικροβιακή αντοχή στη χώρα μας, η κ. Σταυροπούλου απάντησε πως είναι η έλλειψη μακροχρόνιας και βιώσιμης χρηματοδότησης για εφαρμογή αποτελεσματικών προγραμμάτων και προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Τόνισε ιδιαίτερα την έλλειψη ειδικών νοσηλευτών λοιμώξεων, ενός κλάδου ιδιαίτερα σημαντικού για την αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής, λέγοντας πως οι χαμηλές αμοιβές, οι δύσκολες συνθήκες εργασίας, η έλλειψη μονιμότητας και η απουσία επαγγελματικής εξέλιξης διώχνουν ακόμη και τους λίγους εκπαιδευμένους νοσηλευτές που υπάρχουν προς διαφορετικές επαγγελματικές διεξόδους, με καλύτερη ποιότητα ζωής (π.χ., σχολικοί νοσηλευτές, θέσεις γραφείου). Read More
15 Δεκ
Τα Βραβεία του Πανελληνίου Συνεδρίου 2025
Κατόπιν της κρίσης από την Επιτροπή Αξιολόγησης και Βράβευσης Εργασιών του Πανελληνίου Συνεδρίου για τα Οικονομικά και τις Πολιτικές της Υγείας 2025, υπό την προεδρία της καθηγήτριας Ελπίδας Πάβη, το Βραβείο «Άρης Σισσούρας» απονεμήθηκε στις τρεις καλύτερες εργασίες. Το βραβείο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο με την ευγενική χορηγία της εταιρείας ΕΛΠΕΝ. Οι βραβευθέντες ξεχώρισαν ανάμεσα 128 ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν φέτος στο Συνέδριο, 63 ελεύθερες και 65 αναρτημένες.
[gallery columns="4" link="file" ids="12431,12433,12434,12435"]- 1ο Βραβείο Καλύτερης Ελεύθερης Ανακοίνωσης στην εργασία με τίτλο: Η “PSYCHE_3”: ΨΗΦΙΑΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΠΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ (ΕΑ30). Η συγγραφική ομάδα αποτελείται από τους Αγάπη Φαρφάρα, Στεργιανή Σπύρου, Περικλή Καρανίκα, Μιχάλη Κούπκα και Δημήτριο Τσαλικάκη.
- 2ο Βραβείο Καλύτερης Ελεύθερης Ανακοίνωσης στην εργασία με τίτλο: ECONOMIC ACUITY IN ANTI-VEGF REIMBURSEMENT: COST-NEUTRAL ADOPTION FOR NEOVASCULAR AMD (ΕΑ36) και τη συγγραφική ομάδα των Olga Pitsillidou, Panagiotis Petrou, και Maarten Postma.
- Το Βραβείο Καλύτερης Αναρτημένης Ανακοίνωσης (e-Poster) έλαβε η ανακοίνωση με τίτλο: ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΦΟΡΤΟΥ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΝΟΣΗΛΕΥΤΩΝ ΣΕ ΜΕΘ. ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ (ΑΑ30), με μέλη της συγγραφική ομάδα τις / τους Γεωργία-Ελπίδα Τσιπολίτη, Αλεξάνδρα-Σταυρούλα Νιέρη, Ευανθία Ασημακοπούλου, Ελένη Γελαστοπούλου, Πέτρο Γαλάνη και Γεώργιο Χαραλάμπους.

15 Δεκ
Πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να μετασχηματίσει τη φροντίδα και τις πολιτικές της υγείας – Σ.Τ.
Την τελευταία ημέρα του συνεδρίου, πραγματοποιήθηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεδρία η οποία επιχείρησε να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μετασχηματίσει ριζικά την υγειονομική φροντίδα και τις πολιτικές υγείας, καθιστώντας την όχι απλώς τεχνολογία, αλλά βασικό μοχλό καινοτομίας και αναβάθμισης του συστήματος υγείας. Η συνεδρία, την οποία συντόνισε ο κ. Τίμος Σελλής, διευθυντής της Ερευνητικής Μονάδας «Αρχιμήδης» του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά», συγκέντρωσε μια ομάδα ομιλητών από διάφορους επιστημονικούς τομείς.
[gallery link="file" size="medium" ids="12420,12421,12422,12416,12417,12419"] Ο κ. Τίμος Σελλής έκανε μια σύντομη εισαγωγή στο θέμα, αναφέροντας αρχικά ότι το Ε.Κ. «Αθηνά» είναι το μοναδικό ερευνητικό κέντρο στην Ελλάδα που επικεντρώνεται στις τεχνολογίες πληροφορικής, ενώ η μονάδα «Αρχιμήδης», που λειτουργεί εντός του, έχει ως αντικείμενο την τεχνητή νοημοσύνη. Στη συνέχεια ο κ. Σελλής επισήμανε ότι ο όρος «τεχνητή νοημοσύνη» είναι σήμερα πιο ευρύς από ό,τι όταν πρωτοεμφανίστηκε και στην ουσία αυτήν τη στιγμή αγγίζει οτιδήποτε έχει να κάνει με ψηφιακό μετασχηματισμό, από την ιδιωτική μας ζωή έως όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής. Επισήμανε επίσης ότι, καθώς εξετάζουμε πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να αλλάξει τον τρόπο που παρέχουμε φροντίδα και σχεδιάζουμε πολιτικές υγείας, θα πρέπει πάντοτε να έχουμε υπόψη μας ότι οι νέες αυτές τεχνολογίες πρέπει να υιοθετηθούν με ασφάλεια, διαφάνεια και ισότητα, κάτι που πολλές φορές τείνουμε να ξεχνάμε, καθώς σκεφτόμαστε μόνο το τεχνολογικό όφελος. Ο κ. Σελλής κάλεσε τους ομιλητές να απαντήσουν στα εξής ερωτήματα: α) πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να επηρεάσει τη σχέση του πολίτη με το σύστημα υγείας, β) πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να ενσωματωθεί υπεύθυνα και αποτελεσματικά στην κλινική πρακτική, γ) ποιες είναι οι δυνατότητες και οι διαστάσεις της καλής τεχνητής νοημοσύνης στη βιοϊατρική έρευνα και δ) πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να υποστηρίξει την τεκμηριωμένη (evidence-based) και με τη χρήση Τ.Ν. (AI-enabled) άσκηση πολιτικής σε εθνικό επίπεδο. Στο πρώτο ερώτημα κλήθηκε να απαντήσει ο κ. Κώστας Αθανασάκης, Aναπληρωτής Kαθηγητής Oικονομικών της Yγείας, ο οποίος εξέτασε το ζήτημα από την οπτική του πολίτη, πώς δηλαδή η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τη συμπεριφορά των ασθενών προς το σύστημα υγείας. Όπως δήλωσε ο ομιλητής, η εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει τη λεγόμενη ασυμμετρία πληροφόρησης, δηλαδή το σημαντικό έλλειμμα πληροφόρησης που είχε έως τώρα ο ασθενής σε σύγκριση με τον πάροχο υγειονομικής φροντίδας. Σε αντίθεση με τις αμέτρητες σελίδες που καλείτο να διαχειριστεί έως τώρα ο χρήστης των ηλεκτρονικών μέσων, η τεχνητή νοημοσύνη παρέχει πλέον δομημένη πληροφορία, γεγονός το οποίο αλλάζει τη συμπεριφορά του ασθενούς, ο οποίος έχει πλέον τη δυνατότητα να πηγαίνει προετοιμασμένος στα ιατρικά ραντεβού. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη διαδικασία κοινής λήψης αποφάσεων, μπορεί όμως να δημιουργήσει και προβλήματα, ανάλογα με τη χρήση. Πολύ μεγάλη μεταβολή, συνέχισε ο κ. Αθανασάκης, θα υποστεί και η παρακολούθηση των ασθενών, το λεγόμενο follow-up, το οποίο αποτελεί ένα κλασικό δομικό πρόβλημα του ελληνικού συστήματος υγείας. Η τεχνητή νοημοσύνη θα βοηθήσει τους ασθενείς, ιδίως αυτούς με χρόνιες νόσους, να διαχειριστούν καλύτερα το πρόβλημα της υγείας τους και είναι πολύ πιθανό ότι θα επιφέρει καλύτερα αποτελέσματα, όπως μεγαλύτερη συμμόρφωση με την αγωγή και βελτιστοποίηση της συμπεριφοράς υγείας, αλλά είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει και προβλήματα. Δεν υπάρχουν οριστικές απαντήσεις, κατέληξε ο κ. Αθανασάκης. Το ζήτημα προς ποια κατεύθυνση θα οδηγήσει η αλληλεπίδραση με την τεχνητή νοημοσύνη είναι κάτι που βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση. Τον λόγο έλαβε στη συνέχεια ο κ. Θεοκλής Ζαούτης, Καθηγητής Παιδιατρικής, προκειμένου να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα, σχετικά με την υπεύθυνη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην κλινική πράξη. Ο κ. Ζαούτης υποστήριξε πως, σύμφωνα με πρόσφατη ανασκόπηση, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί εξίσου καλά με τον γιατρό στον τομέα της διάγνωσης, ή και καλύτερα, και σίγουρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά για να βελτιώσει τη διαγνωστική ικανότητα των γιατρών. Το γεγονός αυτό, επισήμανε ο κ. Ζαούτης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε απομακρυσμένα μέρη (π.χ. νησιά) που στερούνται ειδικών γιατρών, στα οποία η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει τον γενικό ή αγροτικό γιατρό στη διάγνωση και στη διαλογή (triage) των ασθενών, καθώς και στην παρακολούθηση. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί επίσης να κάνει καλύτερη εκτίμηση των ακτινολογικών ευρημάτων από τους ακτινολόγους, έχοντας καλύτερη διαγνωστική ικανότητα και αποτελεσματικότητα, ενώ ανώτερη αποδεικνύεται και στον τομέα των βιοψιών και της παθολογοανατομίας, ιδίως σε περιπτώσεις μικρής ποσότητας καρκίνου. Στον τομέα της γονιδιωματικής, μπορεί να διαχειριστεί πολύ πιο γρήγορα έναν τεράστιο όγκο γενετικών δεδομένων και να επιταχύνει τις εξελίξεις στην εξατομικευμένη ιατρική. Ιδιαίτερη μπορεί να είναι η συμβολή των αλγόριθμων τεχνητής νοημοσύνης στην πρόληψη των ιατρικών σφαλμάτων και στη βελτίωση της ασφάλειας των ασθενών, ενώ στον τομέα της δημόσιας υγείας, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην έγκαιρη ανίχνευση των πρώιμων σημείων μιας επόμενης πανδημίας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάρχει καλή ποιότητα δεδομένων και ανοικτή πρόσβαση στα δεδομένα. Τέλος, μεγάλη μπορεί να είναι η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης στο ζήτημα της συνταγογράφησης και της αντιμετώπισης της πολυφαρμακίας, ιδίως στην πρόληψη των φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων. Αντιθέτως, ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της ψυχικής υγείας είναι περισσότερο αμφιλεγόμενος. Σίγουρα μπορεί να βοηθήσει στην ενημέρωση του κοινού σχετικά με ψυχολογικά προβλήματα, αλλά επειδή δεν εμπεριέχει το κομμάτι της ενσυναίσθησης, φαίνεται ότι δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς τη συνεργασία γιατρών, ψυχολόγων και ψυχοθεραπευτών, κατέληξε ο κ. Ζαούτης. Ο κ. Γιώργος Παπαναστασίου, κύριος ερευνητής τεχνητής νοημοσύνης στο Ερευνητικό Κέντρο Μαθηματικών της Ακαδημίας Αθηνών και επικεφαλής ερευνητής στη μονάδα «Αρχιμήδης», κλήθηκε να απαντήσει στο τρίτο ερώτημα, σχετικά με τον τρόπο χρήσης της καλής τεχνητής νοημοσύνης στη βιοϊατρική έρευνα, από την ανίχνευση φαρμάκων έως και την κλινική εφαρμογή. «Καλή τεχνητή νοημοσύνη είναι αυτή που τίθεται στην υπηρεσία του ανθρώπου», διευκρίνισε αρχικά ο κ. Παπαναστασίου και πρόσθεσε ότι η τεχνητή νοημοσύνη άρχισε να μπαίνει σιγά σιγά στον τομέα της υγείας το 2013, όταν επικράτησε η λεγόμενη «βαθιά μάθηση». Το κύριο ζήτημα στον τομέα της υγείας, συνέχισε ο κ. Παπαναστασίου, είναι ότι όταν φεύγεις από φυσικές εικόνες και περνάς σε ιατρικές εικόνες, το πρόβλημα γίνεται πιο πολύπλοκο, γιατί πρέπει να ενημερώσεις το μοντέλο σου για το τι αναλύει και τι θέλεις να βγάλει στο τέλος. Τα πράγματα βελτιώθηκαν το 2021 που άρχισαν να εμφανίζονται τα μεγάλα LLM (μεγάλα γλωσσικά μοντέλα), τα οποία μπορούν να διαχειριστούν επαρκώς μεγάλα δεδομένα, αλλά όχι να εξειδικεύσουν σε μικρότερα προβλήματα. Μπορείς, για παράδειγμα να αναπτύξεις ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που εντοπίζει τη στεφανιαία νόσο σε μαγνητικές τομογραφίες, αλλά το οποίο δεν λειτουργεί για κάποια άλλη καρδιαγγειακή πάθηση ή για εικόνες αξονικού τομογράφου. Επομένως, η πρόκληση σήμερα είναι να μπορέσουμε να εξειδικεύσουμε επαρκώς τα πολύ μεγάλα μοντέλα σε συγκεκριμένους τομείς της ιατρικής. Η τεχνητή νοημοσύνη σήμερα έχει απίστευτες δυνατότητες να βρει μοτίβα μέσα στα δεδομένα, αλλά δεν είναι ακόμη αξιόπιστη, γιατί δεν μπορεί να εντοπίσει την αιτιότητα. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν ένας εκφυλισμός του εγκεφάλου οφείλεται στην ηλικία ή στη νόσο Αλτσχάιμερ. Όταν αρχίσεις να παρέχεις στην τεχνητή νοημοσύνη τις διάφορες πιθανότητες, αυτή αρχίζει να διακρίνει την αιτιότητα και, συνεπώς, την καθιστάς αξιόπιστη, εξήγησε ο κ. Παπαναστασίου. Για την επίλυση των προβλημάτων απαιτούνται τρία πράγματα, δήλωσε ο κ. Παπαναστασίου: άνθρωποι που μπορούν να δουλέψουν στις μεθόδους, δεδομένα και μετρικές. Απαιτείται ωστόσο σωστή πολιτική, με συστηματική χρηματοδότηση και συστηματική αλληλεπίδραση ανάμεσα στους επιστήμονες της Τ.Ν., τους κλινικούς ιατρούς και τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Πρόκειται για πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται τόσο σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και σε ελληνικό, κατέληξε ο κ. Παπαναστασίου. Τέλος, καλούμενη να απαντήσει στο τελευταίο ερώτημα, η κ. Χαριέττα Ελευθεροχωρινού, σύμβουλος καινοτομίας και πρώην παγκόσμια αντιπρόεδρος στρατηγικής και λειτουργιών τεχνητής νοημοσύνης στην IQVIA, δήλωσε ότι η Τ.Ν. μπορεί να μετασχηματίσει τις πολιτικές υγείας, εάν εφαρμοστεί σε μεγάλης κλίμακας εθνικά δεδομένα και, ιδανικά, σε ένα ιστορικό τουλάχιστον πέντε ετών. Εάν συμβεί αυτό, μπορεί να αναδείξει κάποιους από τους πραγματικούς λόγους στους οποίους οφείλονται τα πολύπλοκα προβλήματα που έχουν τα διάφορα συστήματα υγείας και τα οποία δεν είναι πάντοτε προφανή, καθώς και να υποδείξει στοχευμένες πολιτικές υγείας που είναι πολύ πιο αποτελεσματικές τόσο για το σύστημα όσο και για τον πολίτη. Πρόσθεσε πως, χάρη στην καλή δουλειά που έχει γίνει για την άυλη συνταγογράφηση με την Η.ΔΙ.Κ.Α. και τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στην Ελλάδα έχουμε μια αρκετά καλή βάση για την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης σε δεδομένα μεγάλης κλίμακας και για τη δημιουργία μιας πολιτικής υγείας πολύ πιο στοχευμένης και αποτελεσματικής. Η κ. Ελευθεροχωρινού δήλωσε επίσης πως η Ελλάδα μπορεί να πρωτοστατήσει στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς στη χώρα δραστηριοποιούνται πάνω από 200 νεοφυείς επιχειρήσεις στον τομέα της υγείας και της βιοτεχνολογίας, οι οποίες ακολουθούν εξαιρετική επιστημονική και τεχνολογική προσέγγιση. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει διάσπαση στις θεματικές τους, καθώς και το ότι αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα προκειμένου να απορροφηθούν από την εγχώρια αγορά και στη συνέχεια να επεκταθούν σε αγορές του εξωτερικού. Ωστόσο, πρόσθεσε η κ. Ελευθεροχωρινού, βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σημείο, καθώς η Ε.Ε. πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ένα hub τεχνολογιών υγείας και βιοτεχνολογίας και στηρίζει τη χώρα μας με ένα μεγάλο κονδύλιο το οποίο έχει προκηρύξει, το EquiFund II, ύψους 200 εκ. ευρώ, το οποίο θα συμπληρωθεί και από ιδιωτικά κεφάλαια, από το 2026 έως το 2029. Αυτό λύνει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα έλλειψης κεφαλαίων, αλλά θα πρέπει οι φορείς του συστήματος να δουλέψουν πολύ πιο αρμονικά και να βοηθήσουν να εφαρμοστούν στην πράξη κάποιες από τις καινοτομίες που θα φέρουν αυτές οι νεοφυείς επιχειρήσεις. Η ομιλήτρια εξέφρασε την άποψη ότι μια θεματική στην οποία έχουμε στρατηγικό πλεονέκτημα είναι η προγνωστική τεχνητή νοημοσύνη, που έχει στόχο την πρόβλεψη, την εξατομικευμένη θεραπεία και την πρόληψη των ασθενειών. Τέλος, δήλωσε αισιόδοξη και έτοιμη να συνδράμει στην ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης και της καινοτομίας στο σύστημά μας: «Ίσως σε 10 χρόνια να μιλάμε για ένα σύστημα πρότυπο», κατέληξε η κ. Ελευθεροχωρινού. Συζήτηση Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, τέθηκε από το κοινό το ερώτημα του κατά πόσο οι τεχνολογικές και ψηφιακές λύσεις θα μπορούσαν να λύσουν το ζήτημα της υποστελέχωσης, το οποίο θα είναι πολύ πιο έντονο τα επόμενα χρόνια. Η κ. Ελευθεροχωρινού απάντησε πως θα μπορούσαν σίγουρα να λύσουν μερικώς αυτό το θέμα. Πρόσθεσε ότι οι μεγάλοι οργανισμοί μετακινούνται σιγά σιγά προς ένα υβριδικό εργατικό δυναμικό, το οποίο περιλαμβάνει τόσο AI agents όσο και ανθρώπους, και υπάρχουν κάποιες θέσεις εργασίας στις οποίες οι AI agents είναι πολύ αποτελεσματικοί, όπως για παράδειγμα η θέση του project manager ή του συντονιστή εργασιών. Ωστόσο, δεν μπορούν όλες οι θέσεις να καλυφθούν από AI agents. Ο κ. Αθανασάκης πρόσθεσε πως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας βοηθήσει να πολλαπλασιάσουμε την ικανότητά μας για γνωστικές εργασίες, για παράδειγμα για τη λήψη αποφάσεων ή την αξιολόγηση, αλλά δεν μπορεί εύκολα να βοηθήσει πολύ στη χειρωνακτική εργασία, όπως αυτή του φυσικοθεραπευτή ή του νοσηλευτή, εκτός και αν εξελιχθεί πολύ η ρομποτική. Ο κ. Ζαούτης συμφώνησε και επισήμανε την ιδιαίτερη υποστελέχωση της Ελλάδας σε νοσηλευτές, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν αυτή την στιγμή να αντικατασταθούν. Ο κ. Παπαναστασίου συμφώνησε και αυτός με τη σειρά του ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει μερικώς στο θέμα της υποστελέχωσης, αλλά η συμβολή της μπορεί να είναι αποτελεσματική, εφόσον είναι επιβλεπόμενη και αξιολογήσιμη από τους γιατρούς, εξοικονομώντας πολύ χρόνο για τους παρόχους πρωτοβάθμιας φροντίδας. Η επόμενη ερώτηση του κοινού αφορούσε την υποκρισία της πολιτικής και το κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε για προγνωστική εφαρμογή της Τ.Ν. όταν γίνονται τόσες μετακινήσεις υγειονομικών και νοσηλευτών από την πρωτοβάθμια στην τριτοβάθμια φροντίδα, τη στιγμή που είναι τόσο ελλειμματική η ανίχνευση των συννοσηροτήτων. Ο κ. Παπαναστασίου απάντησε πως αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα, το οποίο δεν αφορά μία μόνο κυβέρνηση ή μία μόνο περίοδο. Πρόσθεσε πως σκοπός του Συνεδρίου είναι ακριβώς αυτό: να γίνουν ζυμώσεις και να προκύψουν αποτελέσματα, έτσι ώστε να πιέσουμε την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση, να κινηθούν προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο κ. Σελλής συμφώνησε και επισήμανε ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και κατά συνέπεια και η τεχνητή νοημοσύνη έχουν νόημα όταν θέτουμε στόχους. Δεν είναι κάτι που θα έρθει και θα λύσει τα προβλήματα από μόνο του. Πρέπει πρώτα εμείς να ξέρουμε τι θέλουμε να πετύχουμε και μετά θα ακολουθήσουν και οι λύσεις, εάν υπάρχουν, δήλωσε ο κ. Σελλής. Read More
15 Δεκ
Η οικονομία και το κοινωνικό κράτος σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον – Σ.Τ.
Η αναγνώριση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει μία κοινωνία αποτελεί το πρώτο καίριας σημασίας βήμα προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισής τους. Στη Στρογγυλή Τράπεζα που συντόνισε η δημοσιογράφος κ. Κάκη Μπαλή συζητήθηκαν οι σοβαρές προκλήσεις που δημιουργούν οι συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και ανάγκες των πληθυσμών για την οικονομία, τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και των ασφαλιστικών ταμείων, τη χρηματοδότηση των κοινωνικών προγραμμάτων και, εν τέλει, την κοινωνική συνοχή. Τέλος, διατυπώθηκαν πολλές ενδιαφέρουσες προτάσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων.
[gallery columns="6" link="file" ids="12398,12400,12401,12402,12399,12403"] Η κοινωνική συνοχή στην ελληνική κοινωνία Το γεγονός ότι τα ελληνικά νοικοκυριά επέδειξαν και επιδεικνύουν σε έναν βαθμό μια ανθεκτικότητα απέναντι στις πιέσεις που πυροδότησε το πλέγμα των συνεχών κρίσεων, ανέφερε ο κ. Δημήτρης Παρσάνογλου, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Ε.Κ.Π.Α., αποτελεί έναν δείκτη σχετικής κοινωνικής συνοχής. Η ανθεκτικότητα αυτή, σε στοιχειακό επίπεδο, ασφαλώς στηρίχθηκε στα γνωστά και μη εξαιρετέα οικογενειακά και άλλα δίκτυα κοινωνικής αλληλοϋποστήριξης για τα οποία φημίζονται όλες οι μεσογειακές κοινωνίες, ανάμεσά τους και η ελληνική. Σε μακρο-επίπεδο, ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες σημαντικές και επίμονες προκλήσεις. Τα δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού δείχνουν ότι, παρά την πρόοδο που σημειώθηκε την τελευταία δεκαετία, πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού (26,9%) εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατάσταση κίνδυνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το ποσοστό αυτό τοποθετεί τη χώρα μας στη δεύτερη θέση πανευρωπαϊκά, πίσω από τη Βουλγαρία, η οποία υπερβαίνει το 30%. Όπως είναι λογικό, οι πλέον ευάλωτες κατηγορίες, τουλάχιστον ως προς το καθεστώς απασχόλησης, είναι οι άνεργοι / άνεργες και οι μη οικονομικά ενεργοί/ ενεργές, που υπερβαίνουν το 80% του πληθυσμού 18 ετών και άνω και κινδυνεύουν από φτώχεια. Επομένως, η κοινωνική συνοχή στη χώρα μας διέπεται από σημαντική επισφάλεια. Ένα ζήτημα, το οποίο απασχολεί σήμερα έντονα την ελληνική κοινωνία και πολλές άλλες κοινωνίες, είναι το λεγόμενο «γκριζάρισμα» των κοινωνιών, η έντονη τάση δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού σε όλες τις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες. Το δημογραφικό πρόβλημα σχετίζεται με πολλαπλές όψεις της κοινωνικής πολιτικής και του κοινωνικού κράτους, συμπεριλαμβανομένης και της υγείας. Η αύξηση του μεριδίου των ηλικιωμένων ανθρώπων στο σύνολο του πληθυσμού απαιτεί επανασχεδιασμό των προτεραιοτήτων της κοινωνικής πολιτικής και της κατανομής των προσφερόμενων υπηρεσιών περίθαλψης και φροντίδας. Μία έρευνα που διεξήχθη το 2015-2018, στο πλαίσιο ενός ερευνητικού προγράμματος που εστίαζε στην εργασιακή ανασφάλεια των νέων, πέρα από την ποσοτική αποτύπωση των ασύμμετρων συνεπειών της οικονομικής κρίσης στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, περιλάμβανε και μία ποιοτική έρευνα με τρεις κοόρτες, άτομα 20-25 ετών, 40-45 και 60-65. Αυτό που διαπιστώθηκε ήταν ότι τις περισσότερες προκλήσεις αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι που ήταν μικροί ακόμα για να βγουν στη σύνταξη και πολύ μεγάλοι για να βρουν νέα εργασία, καθώς οι νέοι διέθεταν και διαθέτουν πάντα και την προοπτική της αποδημίας και της εύρεσης εργασίας σε κάποια άλλη χώρα. Η φυγή των νέων, που επιβαρύνει την ούτως ή άλλως επιβαρυμένη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας και στον πληθυσμό εν γένει, αποκαλύπτει μια άλλη όψη του δημογραφικού προβλήματος με το οποίο είναι αντιμέτωπη η χώρα. Η απώλεια αυτή ανθρώπινου κεφαλαίου δεν προκύπτει τυχαία, αλλά σχετίζεται με την επίμονα δυσανάλογη και εν τέλει αναντίστοιχη ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου σε σχέση με την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο από την πλευρά της αγοράς εργασίας. Στην πραγματικότητα, τόνισε ο ομιλητής, το ανθρώπινο δυναμικό δεν έχει θεωρηθεί ποτέ στοιχείο επένδυσης στην ελληνική αγορά εργασίας. Η συζήτηση γύρω από το δημογραφικό πρόβλημα, ωστόσο, περιλαμβάνει πολλές φορές τη μετανάστευση και από την αντίθετη φορά, συνήθως ως μια δυνατότητα ορθολογικής αντιμετώπισης της γήρανσης του πληθυσμού και διόρθωσης εν μέρει της σχέσης εργαζομένων-συνταξιούχων. Ο αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων με σχετικά μικρή ή καθόλου αυτονομία αυξάνει και την ανάγκη για ανθρώπους που παρέχουν υπηρεσίες φροντίδας σε ηλικιωμένα άτομα, ένας τομέας στον οποίο γνωρίζουμε ότι οι μετανάστες υπερ-εκπροσωπούνται. Δεδομένων λοιπόν των αυξημένων αναγκών και δεδομένου ότι το «γκριζάρισμα» πλέον δεν αφορά μόνο τον ανεπτυγμένο παγκόσμιο Βορρά, αλλά όλο και μεγαλύτερα τμήματα και του αναπτυσσόμενου παγκόσμιου Νότου, είναι απαραίτητη η ορθολογική ανοιχτότητα σε μακρο-επίπεδο. Η χώρα μας, υπογράμμισε ο κ. Παρσάνογλου, δεν είναι απαραίτητο να συνεχίσει να είναι ένας εξαιρετικά επισφαλής κρίκος στην παγκόσμια αλυσίδα φροντίδας (Global Care Chain), ιδίως όταν τα σημάδια δείχνουν ότι είναι πιθανό η προσφορά εργασίας που υπάρχει τώρα να μειωθεί δραστικά στο άμεσο μέλλον. Βιωσιμότητα του ΕΣΥ και κοινωνικές ανισότητες υγείας Στην εποχή μας, οι δύο σημαντικότερες προκλήσεις στον χώρο της υγείας είναι η βιωσιμότητα των εθνικών συστημάτων υγείας και οι κοινωνικές ανισότητες υγείας, ανέφερε κατά την έναρξη της ομιλίας του ο Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής κ. Γιάννης Τούντας. Σύμφωνα με τα ευρήματα δύο μελετών που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, οι βασικές αιτίες των δύο αυτών προκλήσεων είναι η γήρανση του πληθυσμού, το δημογραφικό πρόβλημα, το νέο νοσολογικό πρότυπο που έχει δημιουργηθεί (με την αύξηση των χρονίων νοσημάτων, τις επιδημίες του καρκίνου και των ψυχικών νοσημάτων, τις νέες αναδυόμενες επιδημίες όπως ο COVID, την επιδημία της παχυσαρκίας), καθώς και το αυξανόμενο κόστος περίθαλψης λόγω της ολοένα πιο ακριβής ιατροφαρμακευτικής τεχνολογίας. Οι τρεις αυτές συνιστώσες που χαρακτηρίζουν την περίοδο που διανύουμε, σε συνδυασμό, έχουν ως αποτέλεσμα δύο κυρίως φαινόμενα: την αύξηση της ζήτησης υπηρεσιών υγείας και κατά συνέπεια την αύξηση των δαπανών που απαιτούνται για να ικανοποιηθεί η αυξημένη ζήτηση. Τα δύο αυτά φαινόμενα απειλούν τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας παγκοσμίως. Στη χώρα μας, η συνολική δαπάνη για την υγεία, που κυμαίνεται γύρω στο 8%, είναι λίγο πιο κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Το κύριο πρόβλημα ωστόσο στην Ελλάδα, υπογράμμισε ο ομιλητής, είναι η κατανομή αυτού του 8% ανάμεσα στις δημόσιες και τις ιδιωτικές δαπάνες (5,5% και 2,5%, αντίστοιχα). Το υψηλό ποσοστό ιδιωτικών δαπανών στη χώρα μας διαλύει τον μύθο περί δωρεάν και καθολικής κάλυψης του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Αυτή η δυσμενής ιδιαιτερότητα της χώρας μας αποτελεί και τη βασική αιτία αφενός του κινδύνου βιωσιμότητας που τίθεται για το ΕΣΥ, λόγω της χαμηλής χρηματοδότησης από τις δημόσιες δαπάνες, αφετέρου των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων που προκύπτουν λόγω του υψηλού ποσοστού ιδιωτικών δαπανών. Όσον αφορά στις ανισότητες, τα δεδομένα της μελέτης που διεξήχθη έδειξαν πως σε ένα 10% των νοικοκυριών η δαπάνη υγείας υπερβαίνει το επίπεδο που είναι ανεκτό για να είναι βιώσιμα τα οικονομικά ενός νοικοκυριού. Με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης, που στη χώρα μας είναι πιο έγκυρο κριτήριο από το εισόδημα όταν θέλουμε να κάνουμε κοινωνική διαστρωμάτωση, συνέχισε ο κ. Τούντας, διαπιστώνουμε πως η διαφορά στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ αυτών που έχουν ανώτερη εκπαίδευση και αυτών που έχουν κατώτερη εκπαίδευση ανέρχεται σε 2,5 χρόνια, ενώ επιπλέον στην ερώτηση αν έχουν πολύ καλή υγεία θετικά απαντούν 36% των ατόμων με ανώτερη εκπαίδευση έναντι 17% των ατόμων με χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης. Στην ύπαρξη χρονίων νοσημάτων η διαφορά είναι επίσης μεγάλη, καθώς χρόνια νοσήματα αναφέρονται από 15% των ατόμων με ανώτερη εκπαίδευση έναντι 43% των λιγότερων εκπαιδευμένων, ενώ μη ικανοποιούμενες ανάγκες υγείας αναφέρει 3,2% των πιο εκπαιδευμένων και 11% από τους λιγότερο εκπαιδευμένους. Οι τεράστιες αυτές διαφορές αποτελούν ουσιαστικά μία βόμβα στα θεμέλια του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας, τόνισε ο Καθηγητής. Διατυπώνοντας στη συνέχεια ορισμένες προτάσεις για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι προκλήσεις αυτές, ο κ. Τούντας αναφέρθηκε σε:- Αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης του συστήματος υγείας, με αναθεώρηση των προτεραιοτήτων του κρατικού προϋπολογισμού και ενδεχομένως θέσπιση ενός κοινωνικού ΦΠΑ και αξιοποίησης της ιδιωτικής ασφάλισης στα δημόσια νοσοκομεία.
- Μείωση της σπατάλης, που προκύπτει από την υπολειτουργία αρκετών δομών υγείας καθώς και από το γεγονός πως το ΕΣΥ είναι το μόνο ευρωπαϊκό εθνικό σύστημα υγείας χωρίς δική του κεντρική διοίκηση.
- Υλοποίηση, έστω και καθυστερημένα, ενός οργανωμένου συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, το οποίο θα βοηθούσε πάρα πολύ στην αποσυμφόρηση των νοσοκομείων και στη μείωση του νοσοκομειακού κόστους.
- Ενίσχυση της πρόληψης, για την οποία τα τελευταία χρόνια γίνεται μια σημαντική προσπάθεια.
- Αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας, για την οποία επίσης γίνονται βήματα με την ψηφιακή υγεία χάρη και στο Ταμείο Ανάκαμψης.
- Στοχευμένες πολιτικές, καθώς οι κοινωνικές ανισότητες δεν αντιμετωπίζονται με οριζόντιες πολιτικές, οι οποίες κατά παράδοση ασκούνται στην Ελλάδα, αλλά με κάθετες πολιτικές, με εισοδηματικά κριτήρια.

15 Δεκ
Πώς ο ψηφιακός μετασχηματισμός μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση του συστήματος υγείας – Συνεδρία
Το ζήτημα του ψηφιακού μετασχηματισμού στον τομέα της υγείας αποτελεί ένα θέμα ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς οι εξελίξεις τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς είναι καταιγιστικές.
Στην εξαιρετικά κατατοπιστική συνεδρία, που διεξήχθη το πρωί της τρίτης ημέρας του Συνεδρίου υπό την προεδρία του κ. Γιάννη Κωτσιόπουλου, Γενικού Διευθυντή του Pharma Innovation Forum Greece & τέως Γ.Γ. του Υπουργείου Υγείας, και της κ. Ελπίδας Φωτιάδου, Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οριζόντιων Δράσεων Ηλεκτρονικής Υγείας στην ΗΔΙΚΑ & Μέλους της Δ.Ε. της HL7 Hellas, συζητήθηκαν οι υψηλές προσδοκίες που φέρει το όλο εγχείρημα, αλλά και οι τρόποι με τους οποίους ο ψηφιακός μετασχηματισμός αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση του συστήματος υγείας. [gallery columns="5" link="file" ids="12381,12382,12384,12385,12383,12386,12387,12388,12389,12390"] Το έργο της Η.ΔΙ.Κ.Α. Μία σημαντική εξέλιξη που αφορά στην Η.ΔΙ.Κ.Α., ανέφερε στην εισαγωγική ομιλία του ο Πρόεδρος της Η.ΔΙ.Κ.Α. κ. Ιωάννης Καραγιάννης, είναι πως πλέον αλλάζει μορφή και εφεξής μετεξελίσσεται σε έναν φορέα ο οποίος θα εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης ισότιμα, κάτι που αναμένεται να την κάνει ακόμη πιο λειτουργική και να διευκολύνει τον ρόλο της στην υλοποίηση του ψηφιακού μετασχηματισμού. Η ψηφιακή τεχνολογία μετασχηματίζει ουσιαστικά τον τομέα της υγείας, συνέχισε ο κ. Καραγιάννης, προσφέροντας νέες δυνατότητες στη διάγνωση, τη θεραπεία και την παρακολούθηση των ασθενών. Η Η.ΔΙ.Κ.Α., που έχει αναλάβει την κύρια ευθύνη της υλοποίησης του ψηφιακού μετασχηματισμού της υγείας, έχει ως άμεση προτεραιότητα να φροντίσει να αξιοποιηθούν αυτές τις τεχνολογίες προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα της υγειονομικής φροντίδας. Τα έργα που τρέχει σήμερα η Η.ΔΙ.Κ.Α. είναι έργα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, χρηματοδοτούμενα από το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Ειδικά όσον αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης, παρατήρησε ο ομιλητής, ο όρος «τα έργα που τρέχουν» είναι ουσιαστικός και τυπικός, καθώς απομένουν μόνο λίγοι μήνες μέχρι τη λήξη του χρονοδιαγράμματος προκειμένου να ολοκληρωθούν. Τα σημαντικά αυτά έργα περιλαμβάνουν την ολοκλήρωση του ατομικού ηλεκτρονικού φακέλου υγείας, τον ψηφιακό μετασχηματισμό της διαχείρισης ογκολογικών ασθενών, τη βελτίωση της πληθυσμιακής ετοιμότητας των 127 νοσοκομείων της χώρας, την ηλεκτρονική συνταγογράφηση που έχει εκσυγχρονιστεί και με τη νέα της μορφή είναι πιο γρήγορη, τα εθνικά προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου για τους καρκίνους του μαστού, του τραχήλου της μήτρας και του παχέος εντέρου, αλλά και για τους καρδιαγγειακούς κινδύνους. Υπάρχει επίσης μια σειρά από άλλα έργα, που αναμένεται να ξεκινήσουν άμεσα, όπως το Health Monitoring και το BI-Health, ένα πλέγμα έργων που ουσιαστικά θα προσφέρει ποιότητα και ουσία στην ψηφιακή υγεία. Παράλληλα, η Η.ΔΙ.Κ.Α. συμμετέχει στην υλοποίηση πολλών ευρωπαϊκών προγραμμάτων, όπως το MyHealth EU, που επιτρέπει στα 27 κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέχουν υψηλές ποιότητας διασυνοριακές υπηρεσίες υγειονομικής υπηρεσίας στους πολίτες τους. Τρέχει επίσης τα έργα των οριζόντιων παρεμβάσεων στους εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου Υγείας, ένα σύνολο έργων που αναμένεται να αλλάξουν όλη τη δομή της δημόσιας υγείας. Στην ουσία, δήλωσε ο Πρόεδρος της Η.ΔΙ.Κ.Α., η τεχνολογία ανοίγει νέους δρόμους για πιο άμεση και αποδοτική ιατρική, μειώνοντας παράλληλα τις ανισότητες στην πρόσβαση και στην ποιότητα των υπηρεσιών υγείας. Αναφερόμενος στις προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, ο κ. Καραγιάννης υπογράμμισε το ζήτημα του ψηφιακού αποκλεισμού, αναφέροντας πως για να είναι σε θέση οι πολίτες να χρησιμοποιήσουν και να επωφεληθούν από τα νέα ψηφιακά εργαλεία που δημιουργούνται, απαιτείται ψηφιακή εγγραμματοσύνη υγείας και συνεχής εκπαίδευση. Ένα κρίσιμο διακύβευμα που θα μας απασχολήσει στο μέλλον, συνέχισε ο ομιλητής, είναι επίσης η ασφάλεια των δεδομένων, έτσι όπως περιγράφεται στο European Health Data Space, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τα ιατρικά δεδομένα και τη διαχείριση των δεδομένων. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αποτελεί μόνο μια τεχνολογική πρόκληση, αλλά και μια κοινωνική ευκαιρία για να βελτιωθεί η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του ΕΣΥ, παρατήρησε ο κ. Καραγιάννης. Σε αυτή την κατεύθυνση, η υιοθέτηση καινοτόμων λύσεων όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η διαχείριση των μεγάλων δεδομένων, η ποιότητα και ομογενοποίηση των δεδομένων και η διαλειτουργικότητα των συστημάτων είναι οι καθοριστικοί παράγοντες που θα ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα και την προσβασιμότητα στο εθνικό σύστημα υγείας. Οι στόχοι που έχουν τεθεί σήμερα, εξήγησε ο ομιλητής, περιλαμβάνουν: βελτίωση στην πρόσβαση και ισότητα που θα μειώνει τις γεωγραφικές κοινωνικές ανισότητες, ενίσχυση της πρόληψης μέσα και από τα προγράμματα που τρέχουν σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αποτελεσματικότητα και διαφάνεια που θα αυξάνονται όσο όλο και περισσότεροι πολίτες θα αποκτούν άμεση πρόσβαση στον ιατρικό τους φάκελο και στο MyHealth app και θα ενημερώνονται για τις υπηρεσίες υγείας, ενδυνάμωση του πολίτη προκειμένου να γίνει συμμέτοχος στη διαχείριση της υγείας με εργαλεία που ετοιμάζονται, καθώς και αναβάθμιση της υγειονομικής φροντίδας με τις ψηφιακές εφαρμογές και την τηλεϊατρική. Το αποτύπωμα της τεράστιας αυτής προσπάθειας, δήλωσε ολοκληρώνοντας την εισήγησή του ο κ. Καραγιάννης, θα είναι ένα υγειονομικό σύστημα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της κοινωνίας, που θα ενισχύει την ποιότητα ζωής των πολιτών και τη συνολική βιωσιμότητα της δημόσιας υγείας και του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η ψηφιακή εποχή στην υγεία δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη, αλλά μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο παρέχουμε υγειονομική φροντίδα, ώστε να το κάνουμε πιο αποτελεσματικά και τελικά πιο ανθρώπινα. Τα έργα που τρέχει η Η.ΔΙ.Κ.Α. είναι πολύ σημαντικά, συμφώνησε η κ. Φωτιάδου. Ασφαλώς, για να έχουν όλα αυτά που υλοποιούμε απήχηση, χρήση και προστιθέμενη αξία, είναι απαραίτητο να υπάρχει συνεργασία και συν-σχεδιασμός με όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες, επαγγελματίες υγείας, ασθενείς, ερευνητές, καθώς πλέον περνάμε και στη δευτερογενή χρήση των δεδομένων που συλλέγονται. Στον σχεδιασμό του Φακέλου Υγείας για παράδειγμα, υπήρξε στενή συνεργασία τόσο με τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο όσο και με τον Σύλλογο Ασθενών Ελλάδος. Από τη διαχείριση της ασθένειας στην ολιστική φροντίδα υγείας Η βελτίωση που έχει σημειωθεί σήμερα σε διάφορες διαδικασίες με τη χρήση των νέων ψηφιακών εργαλείων, σε σύγκριση με λίγα χρόνια πριν, κατά την περίοδο της πανδημίας, είναι πραγματικά εντυπωσιακή, παρατήρησε ο κ. Παναγιώτης Αρκουμανέας από την PwC, φέρνοντας το παράδειγμα της συλλογής δεδομένων για την επιδημιολογική επιτήρηση του COVID. Ο COVID, εξήγησε ο ομιλητής, συντέλεσε πάρα πολύ σε δύο σημαντικές εξελίξεις: (α) έφερε τον ψηφιακό μετασχηματισμό πολλαπλασιαστικά σε όλη τη χώρα και προφανέστατα στο σύστημα υγείας και (β) άλλαξε τις απαιτήσεις που έχουν οι πολίτες από ένα σύστημα υγείας. Σήμερα, βλέπουμε πλέον την υλοποίηση 14 μεγάλων ψηφιακών πρωτοβουλιών που είχαν σχεδιασθεί. Κάποια από τα έργα αυτά έχουν ήδη υλοποιηθεί και σίγουρα μέσα στο 2026 θα έχουν ολοκληρωθεί και θα είναι σε λειτουργία, καθώς τα πιο πολλά χρηματοδοτούνται και από το Ταμείο Ανάκαμψης. Επομένως, το 2026 θα μιλάμε για μια πραγματική ψηφιακή επανάσταση στον χώρο της υγείας. Ωστόσο, τόνισε ο κ. Αρκουμανέας, ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν θα πρέπει απλά να κάνει μια αναβάθμιση του υπάρχοντος συστήματος, το οποίο έχει σχεδιασθεί με βάση τα δεδομένα, τις ανάγκες και τις τεχνολογίες που υπήρχαν πριν 10, 20 και 30 χρόνια. Το σύστημα, που αυτή τη στιγμή είναι προσαρμοσμένο εξ ολοκλήρου στη διαχείριση της ασθένειας, θα πρέπει να αλλάξει και να μετεξελιχθεί σε ένα ολιστικό οικοσύστημα, που θα ξεκινάει από τη γέννηση του ανθρώπου και θα στηρίζεται στην πρόληψη. Διαδικτύωση, πρόληψη, πρόβλεψη, τεχνολογίες, AI, διαλειτουργικότητες, πλατφόρμες, apps, όλα θα πρέπει να συντείνουν στην ανάπτυξη ενός Life Care μοντέλου. Η λογική ότι κοιτάμε μόνο την ασθένεια θα πρέπει να αλλάξει και να δημιουργηθεί ένα ολιστικό σύστημα φροντίδας. Η ψηφιακή τεχνολογία με τις εφαρμογές της θα μπορεί να κάνει την πρόβλεψη ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται στην καθημερινότητά του και να τον προειδοποιεί ώστε να κάνει κάποιες εξετάσεις, κάποιες ενέργειες και να αλλάξει κάποια πράγματα πολύ πριν ασθενήσει, κάτι που προφανώς θα έχει μεγάλη επίπτωση στον ίδιο και στην υγεία του και, προφανώς, θα έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις και στα οικονομικά της υγείας. Το σύστημα φροντίδας που θα υπάρχει στα επόμενα 10 χρόνια δεν θα είναι επικεντρωμένο σε μεγάλες δομές νοσοκομείων, αλλά θα βασίζεται σε όλες αυτές τις τεχνολογίες, θα είναι Life Care και θα βρίσκεται σε κάθε πτυχή της ζωής μας («wherever life happens»), κατέληξε ο κ. Αρκουμανέας. Προσφέροντας υγεία στο μέλλον μας Για να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε το σήμερα και να σχεδιάσουμε το αύριο πρέπει να ξεκινήσουμε κατανοώντας πάρα πολύ καλά το χθες, παρατήρησε ο κ. Νίκος Ιωσήφ, Διευθύνων Σύμβουλος της BRAINS ICS και Πρόεδρος του Οργανισμού Human Health Intelligence (ΗΗΙ). Ο μεγαλύτερος καταναλωτής υπηρεσιών υγείας στην κοινωνία, ξεκίνησε την εισήγησή του ο κ. Ιωσήφ, είναι αδιαμφισβήτητα η Ελληνίδα μητέρα. Συγκρίνοντας πώς λειτουργούσε μία Ελληνίδα μητέρα μέχρι το 2019-2020, μέχρι την έλευση του COVID, και πώς λειτουργεί σήμερα, ο ομιλητής εξήγησε πως το σύστημα υγείας έχει σήμερα μετασχηματισθεί σε μεγάλο βαθμό, βελτιώνοντας σημαντικά την καθημερινότητα και τη φροντίδα υγείας του πολίτη. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της υγείας, με τα πολύτιμα εργαλεία που έχουν ήδη αναπτυχθεί, προσφέρει έγκαιρη και προσβάσιμη από όλους πληροφορία, διευκόλυνση της πρόσβασης των χρηστών υπηρεσιών υγείας σε ιατρούς, μείωση του χρόνου αναμονής για ραντεβού, μείωση της επιβάρυνσης για τους χρήστες των υπηρεσιών υγείας, ενώ επιπλέον διευκολύνει σημαντικά το έργο των επαγγελματιών υγείας. Σήμερα, εξήγησε ο ομιλητής, πολλές από τις υπηρεσίες -από την ιατρική επίσκεψη και την ιατρική εξέταση έως την παρακολούθηση ενός χρονίως πασχόντα- είναι πλέον ψηφιακές. Μέρος της ιατρικής εξέτασης μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της τηλεϊατρικής, μέρος της ιατρικής επίσκεψης μπορεί να γίνει με τηλεσυμβουλευτική και μέρος της απομακρυσμένης παρακολούθησης χρόνιων πασχόντων ή ογκολογικών ασθενών μπορεί να πραγματοποιηθεί με τηλεσυνεδρία. Εκτός όμως από την πληθώρα ψηφιακών υπηρεσιών που διαθέτουμε, συνέχισε ο κ. Ιωσήφ, έχουμε και δύο δομικά επιτεύγματα: έχουμε ήδη αποτελεσματική διαχείριση πρωτογενών δεδομένων υγείας μέσω του Εθνικού Ηλεκτρονικού Φάκελου Υγείας και σε λίγο καιρό θα έχουμε και δομημένη διαχείριση δευτερογενών δεδομένων υγείας μέσω του έργου Health Monitoring που είναι σε εξέλιξη και θα ολοκληρωθεί εντός του 2026. Πλέον οι πολιτικές υγείας της χώρας δεν θα είναι ούτε assumption-based ούτε study-based· θα είναι evidence-based, τόνισε ο ομιλητής. Όλο αυτό δημιουργεί ουσιαστικά μια νέα πραγματικότητα τόσο για τον πολίτη, όσο και για τον επαγγελματία υγείας και για το σύστημα υγείας. Δεν είμαστε ακόμη στην επόμενη μέρα, παρατήρησε ο κ. Ιωσήφ ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, είμαστε όμως στην ημέρα που δημιουργούμε την υποδομή για την επόμενη μέρα. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι η υποδομή για το νέο ΕΣΥ. Τα διασυνδεδεμένα πλέον, δομημένα, αξιόπιστα και ασφαλή δεδομένα, το πλήθος ψηφιακών υπηρεσιών και η ασφαλής ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών θα μας επιτρέψουν να περάσουμε από ένα σύστημα που ήταν κατακερματισμένο και αντιδραστικό σε ένα σύστημα που θα είναι ενοποιημένο, proactive και θα έχει στο επίκεντρο τον πολίτη. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν προσφέρει επομένως μόνο μέλλον στην υγεία, στην πραγματικότητα προσφέρει και υγεία στο μέλλον μας. Η προστιθέμενη αξία της ΤΝ για το σύστημα υγείας Τη σκυτάλη των ομιλιών έλαβε η κ. Άντζελα Σπαθάρου, επικεφαλής των Υπηρεσιών Συστημάτων Υγείας για την IBM σε Ευρώπη, Μέση Ανατολική Αφρική & Μέλος της Διεθνούς Ηγεσίας της IBM στα ζητήματα αυτά. Η IBM έχει πραγματοποιήσει σημαντική έρευνα τα τελευταία χρόνια, τόσο στο θέμα της τεχνητής νοημοσύνης, όσο και στο θέμα του συστήματος υγείας συγκεκριμένα, ανέφερε η κ. Σπαθάρου. Ένα μεγάλο μέρος της έρευνας αυτής αφορούσε το αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πραγματικά να δώσει αξία στο σύστημα υγείας σε τρεις τομείς: στο κλινικό κομμάτι, στο επιχειρησιακό κομμάτι και στις back office υπηρεσίες που στηρίζουν τον μηχανισμό υγείας. Τα ευρήματα έδειξαν ότι η προστιθέμενη αξία ήταν πολύ μεγαλύτερη στις back office υπηρεσίες, σημαντική στο επιχειρησιακό κομμάτι και -για καλούς λόγους- όχι τόσο σημαντική στο κλινικό κομμάτι, όπου στις περισσότερες περιπτώσεις η τεχνητή νοημοσύνη δίνει μια δεύτερη γνώμη στον ιατρό αλλά δεν τον αντικαθιστά. Παραθέτοντας παραδείγματα εξαιρετικά επιτυχημένης εφαρμογής και χρήσης των ψηφιακών εργαλείων και υπηρεσιών στην Αγγλία, τη Σιγκαπούρη, την Κίνα και διάφορες χώρες της Ευρώπης, η κ. Σπαθάρου εστίασε στην περίπτωση της Εσθονίας, μια μικρής χώρας η οποία εδώ και 15 και χρόνια έχει επενδύσει πολύ στην ψηφιοποίηση του δημοσίου συστήματος γενικά και της υγείας συγκεκριμένα. Στην Εσθονία υπάρχουν ήδη σήμερα, ανέφερε η ομιλήτρια, κοινές δομές και κοινό patient identifier -που πολλά συστήματα δεν το έχουν- ενώ επιπλέον υπάρχει κατακερματισμός των δεδομένων (fragmentation of data) και όλα τα δεδομένα είναι ψηφιοποιημένα. Η χώρα έχει επενδύσει πολύ στην ασφάλεια των δεδομένων υγείας και διαθέτει ένα σύστημα ασφάλειας δεδομένων με χρήση blockchain το οποίο θεωρείται αρκετά προηγμένο. Το σύστημά τους προσφέρει τη δυνατότητα στους πολίτες να μάθουν πολύ γρήγορα αν πρέπει να επισκεφθούν ιατρό, φαρμακοποιό ή να απευθυνθούν στο νοσοκομείο, ενώ επιπλέον υπάρχει παρακολούθηση μέσω AI agents, που στέλνουν υπενθυμίσεις και συμπληρώνουν το ιστορικό τους. Μπορεί κάποιος να σκεφθεί, ολοκλήρωσε την ομιλία της η κ. Σπαθάρου, πως η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι κάτι δύσκολο, που περιλαμβάνει πολλές συνιστώσεις, regulation, governance, clinical risk, litigation, και ίσως είναι καλύτερα να το αναλάβει κάποιος άλλος ή να γίνει πιο μετά. Δεν γίνεται, ωστόσο, να το αναβάλλουμε, γιατί δεν είναι κάτι που ανήκει στο μέλλον, είναι ήδη εδώ. Το ρίσκο δεν είναι να κάνουμε κάτι με την τεχνητή νοημοσύνη, το ρίσκο είναι να μην το κάνουμε. Έχουμε κάνει σίγουρα πολλά βήματα, αλλά για να φτάσουμε σε ένα σύστημα το οποίο είναι αντίστοιχο της Εσθονίας έχουμε να κάνουμε πολλή δουλειά ακόμη σε πολλά πεδία, σχολίασε ο κ. Κωτσιόπουλος, ευχαριστώντας την κ. Σπαθάρου και δίνοντας τον λόγο στον επόμενο ομιλητή. Αλγόριθμοι ΤΝ στην υπηρεσία της υγείας Την τελευταία πενταετία η τεχνητή νοημοσύνη έχει καταφέρει να ξεπεράσει την ανθρώπινη επίδοση σε πολλούς τομείς, ανέφερε ο κ. Λευτέρης Μανιάτης από την AstraZeneca, φέρνοντας ως παράδειγμα τα μαθηματικά. Η διερεύνηση και αξιολόγηση της επίδοσης των αλγόριθμων ΤΝ στο πεδίο των ιατρικών γνώσεων έδειξε πως η βαθμολογία τους σε εξετάσεις τύπου USMLE ήταν γύρω στο 90%, βαθμολογία που αντιστοιχεί περίπου στο top 5 με 10% των φοιτητών ιατρικής που δίνουν αυτές τις εξετάσεις. Επομένως, παρατήρησε ο ομιλητής, οι αλγόριθμοι αυτοί φαίνεται να έχουν ιατρικές γνώσεις και θα μπορούσαν να έχουν μία πληθώρα εφαρμογών, για τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη διαφοροδιάγνωση σπανίων νοσημάτων, την εκπαίδευση του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού και, φυσικά, τη φαρμακευτική έρευνα και πολλά άλλα. Στη διαφοροδιάγνωση, οι εξειδικευμένοι αυτοί οι αλγόριθμοι μπορούν πλέον να ξεπεράσουν τους ιατρούς, ιδιαίτερα σε πιο δύσκολα διαφοροδιαγνωστικά περιστατικά, πιο σπάνιες ασθένειες. Επιπλέον, παραδόξως, οι αλγόριθμοι αυτοί είναι καλύτεροι στην ενσυναίσθηση ή μάλλον ακριβέστερα στο πώς ο ασθενής αντιλαμβάνεται την ενσυναίσθηση που εισπράττει. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης που πραγματοποιήθηκε, οι απαντήσεις όλων των αλγόριθμων, των μοντέλων Claude, στην παρούσα περίπτωση, των μοντέλων της Anthropic, υπερτερούσαν έναντι των απαντήσεων των ιατρών όσον αφορά στην αντιλαμβανόμενη από τους ασθενείς ενσυναίσθηση (perceived empathy) που εισέπραξαν. Στην ιατροφαρμακευτική έρευνα σημαντικό ρόλο έχουν τα LLMs, που είναι μεγάλα μοντέλα, τα λεγόμενα foundation models. Τα μοντέλα αυτά εμφανίζονται όλο και περισσότερο και στον τομέα της υγείας, «εκπαιδεύονται» με ανωνυμοποιημένα δεδομένα ασθενών, και μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά την κλινική πράξη και την ιατροφαρμακευτική έρευνα. Για παράδειγμα, εξήγησε ο κ. Μανιάτης, ένα μοντέλο «εκπαιδευμένο» σε ιστοπαθολογικές εικόνες και γενομικά δεδομένα ασθενών, μπορεί να προβλέψει mutational statuses χωρίς μοριακό έλεγχο, καθώς επίσης και να προβλέψει την ανταπόκριση σε θεραπείες, κάτι το οποίο είναι αρκετά εντυπωσιακό. Σήμερα, η χρήση των αλγορίθμων αυτών δεν αποτελεί πλέον απλά μία ακαδημαϊκή άσκηση, καθώς ήδη βλέπουμε ψηφιακούς βιοδείκτες, AI βιοδείκτες, να εμφανίζονται σε κλινικές μελέτες. Αυτή τη στιγμή, πρόσθεσε ο ομιλητής, υπάρχουν κλινικές μελέτες οι οποίες ελέγχουν αν ένας αλγόριθμος μπορεί να βοηθήσει την επιλογή ασθενούς για μια συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή, χρησιμοποιώντας στην προκειμένη περίπτωση ιστοπαθολογικές εικόνες. Επομένως, δεν είναι μακριά ο χρόνος που θα κληθούμε να εφαρμόσουμε τους αλγορίθμους αυτούς στην κλινική πράξη, παρατήρησε ο κ. Μανιάτης. Ασφαλώς, παρά την μεγάλη πρόοδο που υπάρχει, η ανθρώπινη επίβλεψη παραμένει απαραίτητη, οπότε καλό είναι να υπάρχει από τώρα ένας διάλογος για το πώς μπορούμε να χρησιμοποιούμε υπεύθυνα και με ασφάλεια αυτές τις τεχνολογίες. Το έργο του Υπουργείου Υγείας Ο Ευρωπαϊκός Χώρος Δεδομένων Υγείας (European Health Data Space, EHDS) είναι ο κανονισμός ο οποίος θα μας βοηθήσει στη διακυβέρνηση των δεδομένων υγείας και τώρα, αλλά και στο μέλλον για αρκετά από τα επόμενα χρόνια, ξεκίνησε την τοποθέτησή του ο κ. Βασίλης Κουτσιουρής, από τη Γενική Γραμματεία Στρατηγικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Υγείας. Ο EHDS θέτει ουσιαστικά τους κανόνες τόσο για την πρωτογενή όσο και για τη δευτερογενή χρήση των δεδομένων υγείας. Από το 2027, συνέχισε ο κ. Κουτσιουρής, καλούμαστε να έχουμε θεσμοθετήσει και ορίσει κάποιες συγκεκριμένες διαδικασίες και φορείς, ώστε να μπορούν όλες οι εφαρμογές και τα δεδομένα που χρησιμοποιούμε να είναι συμβατά όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου. Το Υπουργείο Υγείας, που αποτελεί την Εθνική Αρχή Ψηφιακής Υγείας στη χώρα μας, προετοιμάζει τη χαρτογράφηση των διαθέσιμων συνόλων δεδομένων υγείας ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν όλες οι εφαρμογές, καθώς και την ψηφιακή υποδομή του φορέα πρόσβασης σε δεδομένα υγείας, το εφαρμοστικό πλαίσιο για την πρωτογενή και τη δευτερογενή χρήση δεδομένων. Επιπλέον, ανέφερε ο κ. Κουτσιουρής, το Υπουργείο Υγείας ορίζει και θεσπίζει τους φορείς πρόσβασης στα δεδομένα, τους κατόχους δεδομένων υγείας και τα μέσα για τη διευκόλυνση των χρηστών δεδομένων. Τέλος, συμμετέχει στην Επιτροπή του European Health Data Space για τις εκτελεστικές και εφαρμοστικές πράξεις (το EHDS Comitology), σε συνεργασία με το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στην ανάπτυξη ευρωπαϊκών κατευθυντήριων οδηγιών, στην Κοινότητα Πρακτικής του EHDS και στο eHealth Network. Περιγράφοντας τη δομή λειτουργίας του Greek Health Data Access Body, ο ομιλητής ανέφερε πως ουσιαστικά διαθέτει τον εθνικό κατάλογο των συνόλων των δεδομένων και είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία όλων των απαραίτητων υποσυστημάτων για την ασφαλή επεξεργασία των δεδομένων και για τον έλεγχο και την εξυπηρέτηση των αιτήσεων που λαμβάνονται για data sets, καθώς και για τις διασυνοριακές υπηρεσίες και τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων. Φυσικά, πρόσθεσε, όλοι αυτοί οι Οργανισμοί διασυνδέονται μεταξύ τους, παρουσιάζοντας στη συνέχεια ένα σχεδιάγραμμα σχετικά με το πώς η Κοινότητα σχεδιάζει την εφαρμογή του EHDS σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με το EU Contact Point. Τα επόμενα βήματα στο Υπουργείο Υγείας, συνέχισε ο κ. Κουτσιουρής, είναι η ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου με την αξιολόγηση της υπάρχουσας εθνικής νομοθεσίας, η αναλυτική αποτύπωση των φορέων που κατέχουν τα δεδομένα και των εθνικών συνόλων δεδομένων, καθώς και η αποσαφήνιση των ρόλων των δημοσίων αρχών και των εμπλεκόμενων φορέων σε όλο αυτό το οικοσύστημα το οποίο δημιουργείται. Το μοντέλο διακυβέρνησης και τεχνικής υποδομής σχεδιάζεται ώστε να είναι πλήρως εναρμονισμένο με τις απαιτήσεις του EHDS, διευκρίνισε ο ομιλητής. Όσον αφορά στον ορισμό των φορέων πρόσβασης στα δεδομένα υγείας, το Υπουργείο Υγείας θα διατηρήσει τον ρυθμιστικό και τον εποπτικό του ρόλο, ενώ την τεχνική και επιχειρησιακή αρμοδιότητα θα έχει η Η.ΔΙ.Κ.Α. που πλέον μετεξελίσσεται. Τέλος, θα έχουμε την επέκταση του έργου GR-HDAB, με την ενίσχυση της ποιότητας των εθνικών δεδομένων υγείας, τη δημιουργία του συστήματος διαχείρισης επιλογής αποχώρησης και την ανάπτυξη του εθνικού portal του GR-HDAB, όπου θα συλλέγονται όλα τα data sets και να φαίνεται ποια είναι διαθέσιμα προς χρήση. Επομένως, έχουμε το όραμα, έχουμε τις εφαρμογές AI, θα έχουμε και τα δεδομένα. Βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, ανέφερε ο κ. Κωτσιόπουλος, καλώντας στη συνέχεια στο βήμα τον εκπρόσωπο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης κ. Γ. Δαφούλα να μιλήσει για τα επόμενα βήματα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Το έργο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης Στην Ελλάδα, επειδή έχουμε μείνει πάρα πολύ πίσω, κάνουμε αυτό που αποκαλείται «leapfrogging», κάνοντας ταυτόχρονα πάρα πολλά πράγματα, ανέφερε ο κ. Γεώργιος Δαφούλας, ειδικός συνεργάτης του υπουργού για θέματα ψηφιακής υγείας στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης. Η επένδυση είναι τεράστια -πάνω από 250 εκατομμύρια- και η αλλαγή που θα βιώσει το ΕΣΥ το 2026 θα αποτελεί πραγματικά ένα ψηφιακό άλμα. Το ψηφιακό άλμα, εξήγησε ο κ. Δαφούλας, παραδοσιακά έχει δύο χαρακτηριστικά: το πρώτο, που είναι θετικό, είναι ότι αποφεύγεις τα λάθη των άλλων, επιλέγοντας απευθείας την ώριμη λύση, και το δεύτερο είναι το πολιτιστικό σοκ που βιώνει ο Οργανισμός - και το ΕΣΥ το 2026 θα βιώσει πραγματικά ένα πολιτιστικό σοκ, για το οποίο πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης φιλοδοξεί να ανταποκριθεί σε αυτές ακριβώς τις προκλήσεις. Η εθνική ψηφιακή στρατηγική για την Υγεία έχει θέσει ως στόχους:- Τη βελτίωση της ψηφιακής εμπειρίας του πολίτη στην Υγεία, μέσα από την ανάπτυξη νέων ψηφιακών υπηρεσιών και την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών υγείας.
- Τη διακυβέρνηση της Ψηφιακής Υγείας, μέσα από τη δημιουργία θεσμοθετημένου πλαισίου λειτουργίας των ψηφιακών υπηρεσιών υγείας.
- Τη διακυβέρνηση των εθνικών προδιαγραφών ηλεκτρονικής υγείας, μέσα από το Εθνικό Πλαίσιο Διαλειτουργικότητας στην Υγεία και Πιστοποίηση Ιατρικών Εφαρμογών.
- Την αναβάθμιση των υποδομών ηλεκτρονικής υγείας στα σημεία παροχής υπηρεσιών υγείας, μέσα από την αναβάθμιση της ψηφιακής ωριμότητας των μονάδων υγείας με σκοπό την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών.
- Τη διασφάλιση της ιδιωτικότητας και της προστασίας των δεδομένων υγείας από κακόβουλη και άσκοπη χρήση.
- Τη δικτύωση όλων των κοινωνικών εταίρων στην ηλεκτρονική υγεία, με σκοπό τη συνεχή διαβούλευση
- Την προώθηση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας στην ηλεκτρονική υγεία, μέσα από την εισαγωγή νέων καινοτόμων τεχνολογιών στο ΕΣΥ.

12 Δεκ
Ανισότητες στην Υγεία: πρόσβαση, ποιότητα και χρηματοδότηση – Σ.Τ.
Το σύνθετο θέμα των ανισοτήτων στην υγεία στην Ελλάδα εξετάστηκε στο πλαίσιο στρογγυλής τράπεζας την οποία συντόνισε ο Καθηγητής Πολιτικής Υγείας Ηλίας Κυριόπουλος και η οποία εστίασε στους κοινωνικοοικονομικούς, γεωγραφικούς και πολιτισμικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την πρόσβαση, την ποιότητα και τα αποτελέσματα της φροντίδας.
[gallery link="file" columns="5" ids="12374,12366,12368,12376,12369,12367,12371,12372,12370"] Οι πολλαπλές όψεις της ευαλωτότητας αναλύθηκαν από μια διεπιστημονική ομάδα ομιλητών, που περιλάμβανε την κ. Μαρία Φλεβοτόμου, οικονομολόγο, τον Καθηγητή Κοινωνιολογίας και Πολιτικής Υγείας Χαράλαμπο Οικονόμου, την κ. Αναστασία Ντικούδη, σύμβουλος δημόσιας υγείας στο Γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα, και την κ. Νεφέλη Στουρνάρα, κοινωνιολόγο. Η συνεδρία επιχείρησε να συνδέσει την τεκμηριωμένη έρευνα με τον σχεδιασμό παρεμβάσεων που θα διασφαλίσουν μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική κατανομή των πόρων και των ευκαιριών στην υγεία. Κόστος ζωής και επιπτώσεις στο επίπεδο και την κατανομή των εισοδημάτων Πρώτη έλαβε τον λόγο η κ. Μαρία Φλεβοτόμου, προκειμένου να παρουσιάσει το γενικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της συζήτησης. Όπως επισήμανε αρχικά η ομιλήτρια, τα τελευταία χρόνια, μετά την πανδημία, έχει παρατηρηθεί υψηλός πληθωρισμός, ο οποίος προήλθε από διάφορες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και από την ενεργειακή κρίση. Παρά τη σταδιακή υποχώρησή του στη συνέχεια, στην Ελλάδα αποδείχθηκε ιδιαίτερα επίμονος, γεγονός που σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τις υπηρεσίες, αλλά και με το κόστος των ειδών διατροφής. Έτσι λοιπόν, παρατηρήθηκε μια σωρευτική αύξηση του κόστους διαβίωσης στην Ελλάδα, η οποία διαφέρει πολύ ανά κατηγορία δαπάνης. Περισσότερο επηρεάστηκαν οι κατηγορίες που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των νοικοκυριών, με πρώτα τα είδη διατροφής και δεύτερη τη στέγαση. Οι δαπάνες υγείας επηρεάστηκαν σε μικρότερο βαθμό – ωστόσο, όπως επισήμανε η κ. Φλεβοτόμου, οι δαπάνες υγείας, ως ανελαστικές, έχουν εν δυνάμει σημαντικές επιπτώσεις στην ευημερία των νοικοκυριών, ιδιαίτερα αυτών με χαμηλότερο εισόδημα. Τέλος, σημαντικό ρόλο στο κόστος διαβίωσης έπαιξαν και τα ενεργειακά αγαθά, τα οποία μάλιστα καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού στα φτωχότερα νοικοκυριά. Παράλληλα, δεν υπήρξε αντίστοιχη αύξηση των εισοδημάτων, με αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, η οποία υπέστη ισχυρότερο πλήγμα στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όλα αυτά, οδήγησαν σε έναν άνισο αντίκτυπο του πληθωρισμού στα φτωχότερα νοικοκυριά και στο λεγόμενο «χάσμα πληθωρισμού», το οποίο συνεπάγεται και ένα χάσμα ως προς τις απώλειες κοινωνικής ευημερίας μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης λήφθηκαν μέτρα για την προστασία των εισοδημάτων, τα οποία είχαν κυρίως εισοδηματικά κριτήρια, μέτρα για τη συγκράτηση των τιμών, όπως η επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς και άλλα μέτρα που δεν σχετίζονταν με τον πληθωρισμό, όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Τα δημοσιονομικά αυτά μέτρα περιόρισαν την αρνητική επίπτωση του πληθωρισμού στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και τον άνισο αντίκτυπο του πληθωρισμού κατά μήκος της εισοδηματικής κατανομής, κατέληξε η κ. Φλεβοτόμου. Καταστροφικές και φτωχοποιητικές δαπάνες υγείας στην Ελλάδα: 24 χρόνια μετά Τον λόγο έλαβε στη συνέχεια ο Καθηγητής Χαράλαμπος Οικονόμου, προκειμένου να παρουσιάσει τα αποτελέσματα μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2001, στο πλαίσιο συνεργασίας της τότε Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) με τον ΠΟΥ, και επαναλήφθηκε το 2025, προκειμένου να καταγράψει την εξέλιξη. Το βασικό ερώτημα ήταν σε ποιο βαθμό είναι δυνατό να καταστεί εφικτή η φροντίδα υγείας για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες σε ένα σύστημα του οποίου οι δαπάνες υγείας αποτελούν σε σημαντικό βαθμό άμεσες πληρωμές. Χρησιμοποιήθηκαν δύο βασικοί δείκτες, οι δαπάνες φτωχοποίησης και οι καταστροφικές δαπάνες. Η έρευνα έδειξε ότι: α) οι οικονομικές δυσκολίες που προκαλούνται από τις άμεσες πληρωμές είναι υψηλότερες στην Ελλάδα από ό,τι σε πολλές χώρες της Ε.Ε., β) οι καταστροφικές δαπάνες για την υγεία συγκεντρώνονται σταθερά σε μεγάλο βαθμό στο φτωχότερο πεμπτημόριο και σχετίζονται κυρίως με τα φάρμακα και την εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, γ) τα επίπεδα ακάλυπτων αναγκών είναι σταθερά πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και δ) η οικονομική προστασία επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, γεγονός που εξέθεσε την πολυπλοκότητα και τον κατακερματισμό της κάλυψης της υγειονομικής περίθαλψης στην Ελλάδα και την έλλειψη ανθεκτικότητάς της σε κραδασμούς. Τίθεται λοιπόν ανάγκη επαναπροσδιορισμού της πολιτικής, έτσι ώστε να μειωθεί η οικονομική δυσπραγία των φτωχότερων κοινωνικών ομάδων, δήλωσε ο κ. Οικονόμου. Αυτό μπορεί να γίνει, για παράδειγμα, με αποσύνδεση του δικαιώματος πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας από την καταβολή εισφορών και σύνδεσή του με τη διαμονή, διασφάλιση της κάλυψης της θεραπείας στην Π.Φ.Υ., και όχι μόνο της επίσκεψης και της διάγνωσης, και διασφάλιση της πρόσβασης σε δημόσια χρηματοδοτούμενες υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας. Εάν οι συμπληρωμές θεωρούνται αναγκαίες για κάποιο λόγο, τότε είναι αναγκαίος ο περιορισμός της αρνητικής επίπτωσής τους, ιδιαίτερα για τα φάρμακα. Ο κ. Οικονόμου επισήμανε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν πράγματι ληφθεί ορισμένα θετικά μέτρα, όπως η σύσταση του ολοκληρωμένου συστήματος παροχής ανακουφιστικής φροντίδας, η δημιουργία Εθνικού Δικτύου Μονάδων Αυξημένης Φροντίδας για ασθενείς με αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, η νοσοκομειακή κατ’ οίκον νοσηλεία και η σύσταση Ενιαίας Λίστας Χειρουργείων. Ωστόσο, δεν είναι γνωστό κατά πόσο έχει ολοκληρωθεί η εφαρμογή τους, ενώ δεν έχει αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά τους. Επιπλέον, έχουν ληφθεί και μέτρα που αυξάνουν την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών, όπως τα απογευματινά ιατρεία, η δυνατότητα των ιατρών του ΕΣΥ για ιδιωτικό έργο εκτός τακτικού ωραρίου και εφημεριών, η αύξηση της συμμετοχής που πληρώνουν οι ασφαλισμένοι στα συμβεβλημένα διαγνωστικά κέντρα ή το δικαίωμα των προσωπικών ιατρών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να παρέχουν υπηρεσίες προσωπικού ιατρού και ως αμιγώς ιδιώτες. Ο κ. Οικονόμου ολοκλήρωσε την παρουσίασή του δηλώνοντας ότι απαιτείται επαναξιολόγηση των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Ανισότητες στην υγεία στην Ελλάδα και κοινωνικοοικονομικοί προσδιοριστές της υγείας Στη συνέχεια, η κ. Αναστασία Ντικούδη, Public Health Consultant, παρουσίασε τα αποτελέσματα μιας μελέτης που πραγματοποιήθηκε από το γραφείο του Π.Ο.Υ./WHO στην Αθήνα για την Ποιότητα και Ασφάλεια των Ασθενών στο οποίο υπάγεται, μελέτη η οποία είχε ως σκοπό να αναδείξει τις συσχετίσεις μεταξύ κοινωνικοοικονομικών παραγόντων και ανισοτήτων στην υγεία. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι την τελευταία δεκαετία, η οικονομική επίδοση της Ελλάδας παρέμεινε χαμηλή σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. Κατά την ίδια περίοδο, η χώρα εφάρμοσε μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, με αποτέλεσμα τη μείωση των δημόσιων δαπανών υγείας κατά 24,1%, ενώ αντίθετα οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας αυξήθηκαν κατά 13,7%. Αυτές οι εξελίξεις άσκησαν έντονες πιέσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, περιορίζοντας την ικανότητά του να καλύπτει δίκαια τις ανάγκες του πληθυσμού. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που προκλήθηκαν από την παρατεταμένη οικονομική κρίση, σημειώθηκε σημαντική πρόοδος στην εκπαίδευση και οι δείκτες υγείας παρουσίασαν μικρές βελτιώσεις, τόσο στο προσδόκιμο ζωής όσο και στα υγιή έτη ζωής, ενώ η υποκειμενική αντίληψη για την υγεία παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η σταθερότητα στις χρόνιες παθήσεις και η μικρή αύξηση των λειτουργικών περιορισμών δείχνουν ότι η επιβάρυνση της υγείας παραμένει ελεγχόμενη. Η μελέτη έδειξε επίσης ότι η εκπαίδευση επηρεάζει σημαντικά την υγεία. Τα άτομα με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο εμφανίζουν καλύτερη αυτοαντίληψη της υγείας και μπαίνουν σε διαδικασία να κάνουν πιο συχνά προληπτικές εξετάσεις. Αντιθέτως, οι χρόνιες παθήσεις και οι λειτουργικοί περιορισμοί εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα με χαμηλό εισόδημα ή μορφωτικό επίπεδο, ενώ μειώνονται σε πληθυσμούς με υψηλότερα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά. Οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας είναι εντονότερες στα άτομα χαμηλού εισοδήματος και το εύρημα αυτό υπογραμμίζει ότι σε συστήματα όπως το ελληνικό (τύπου Beveridge), η ιδιωτική συμμετοχή στο κόστος μπορεί να αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Η κ. Ντικούδη ολοκλήρωσε την παρουσίασή της προτείνοντας κάποια μέτρα για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων, όπως ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μείωση του κόστους συμμετοχής για τους πολίτες (με στοχευμένη οικονομική στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων) και περαιτέρω επέκταση της χρήσης των ψηφιακών εργαλείων, όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και ο ατομικός φάκελος υγείας. Πρόσθεσε ότι το ιστορικό πλέον πρόγραμμα «Δοξιάδης» παραμένει επίκαιρο για την προαγωγή της δημόσιας υγείας, την εκπαίδευση του πληθυσμού σε θέματα υγείας και την ανάπτυξη συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα για την πρόληψη και τη μείωση των μακροπρόθεσμων ανισοτήτων. Η μητρότητα στο περιθώριο: ταξικές, έμφυλες και πολιτισμικές διαστάσεις στην περιγεννητική υγεία Τέλος, η κ. Νεφέλη Στουρνάρα εστίασε σε ένα πιο ειδικό θέμα ανισοτήτων στην υγεία, παρουσιάζοντας μια μελέτη η οποία επικεντρωνόταν στην περιγεννητική φροντίδα των μεταναστριών. Η ομιλήτρια υπογράμμισε αρχικά ότι η Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν χώρα υποδοχής μεταναστών, πολύ πριν από το 1990, αλλά αυτό που έλειπε και εξακολουθεί να λείπει είναι μια μεταναστευτική πολιτική, καθώς και η συμπερίληψη και μια διαπολιτισμική προσέγγιση σε πολλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένης της υγείας. Στη συνέχεια, έκανε μια πολύ παραστατική παρουσίαση του βιώματος των μεταναστριών που απευθύνονται στο εθνικό σύστημα υγείας για περιγεννητική φροντίδα, εμβαθύνοντας στα ποιοτικά δεδομένα. Απάντησε σε δύο κεντρικά διερευνητικά ερωτήματα: πώς βιώνουν οι ίδιες οι μετανάστριες ενσώματα την εγκυμοσύνη και τον τοκετό και πώς πλοηγούνται στα δημόσια νοσοκομεία. Η έρευνα εντόπισε δύο κυρίαρχους τομείς ανισότητας και εμποδίων. Ο ένας ήταν η θεσμική αδυναμία και η αδυναμία πρόσβασης (γραφειοκρατικά εμπόδια, άκαμπτα πρωτόκολλα, έλλειψη πληροφόρησης των μεταναστριών για τα δικαιώματά τους) και ο δεύτερος ήταν τα γλωσσικά και πολιτισμικά εμπόδια (έλλειψη κατανόησης, απουσία επαγγελματικής διερμηνείας και προκατάληψη). Η έρευνα διέγνωσε επίσης μια αποτυχία ηθικής φροντίδας, δηλαδή μιας φροντίδας που να περιλαμβάνει ενσυναίσθηση, αμοιβαιότητα, αναγνώριση της ευαλωτότητας, σεβασμό της αξιοπρέπειας, διάλογο και όχι μονόλογο και αναγνώριση της γυναίκας ως ηθικού υποκειμένου. Τέλος, η κ. Στουρνάρα διατύπωσε τέσσερις προτάσεις για τη βελτίωση της φροντίδας των μεταναστριών:- ανάπτυξη διαπολιτισμικής επάρκειας (εφαρμογή μιας πολιτικής φροντίδας που λαμβάνει υπόψη την ετερότητα και ξεπερνά τα δυαδικά σχήματα «παρόχου-δέκτη»)
- ενίσχυση των υποδομών επικοινωνίας (διασφάλιση επαγγελματικών υπηρεσιών διερμηνείας/ πολιτισμικών διαμεσολαβητών και παροχή βασικής πληροφόρησης στη μητρική γλώσσα)
- δημιουργία ασθενοκεντρικής προσέγγισης (μιας προσέγγισης που αναγνωρίζει την έμφυλη, ταξική και εθνοτική διάσταση της εμπειρίας, και λαμβάνει υπόψη το ψυχικό τραύμα)
- συνεργασία δικτύων (ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ νοσοκομείων, κοινωνικών υπηρεσιών, εθελοντικού τομέα και κοινοτήτων για την υποστήριξη των ψυχοκοινωνικών και οικονομικών αναγκών των γυναικών).

12 Δεκ